Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Βετεράνοι πίσω από τις κάμερες


της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Τα απαραίτητα ένσημα της σύνταξής του σαφώς και τα έχει συμπληρώσει! Από δόξα έχει χορτάσει... Φήμη και χρήματα του περισσεύουν!
Παρ' όλα αυτά, ένας εκ των παππούδων της περίφημης «νουβέλ βαγκ» συνεχίζει να ζωγραφίζει ιστορίες ανθρώπινων σχέσεων στο σελιλόιντ, αρνούμενος να μετατραπεί ακόμη και στα 82 του σε άλλο ένα ιερό τέρας του σινεμά που ζει για να αφηγείται τα χρόνια της πρωτοπορίας και για να παίρνει τιμητικά βραβεία. Ο Ερίκ Ρομέρ είναι εδώ, στη σκηνή, και σε λίγο στις αίθουσες θα απολαύσουμε την τελευταία του ταινία «Η Αγγλίδα και ο δούκας», μια από τις λιγοστές ιστορίες εποχής με τις οποίες καταπιάστηκε ποτέ: Στο Παρίσι, στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης, μια νεαρή αριστοκράτισσα από τη Σκοτία ερωτεύεται τον εξάδελφο του βασιλιά της Γαλλίας. Δύο άνθρωποι συνδέονται με έρωτα αλλά τους χωρίζουν οι πολιτικές τους επιλογές, καθώς ο δούκας έχει ψηφίσει για το θάνατο του βασιλιά, ενώ η Γκρέις Ελιοτ είναι φιλομοναρχική.Αλλη μια φορά, ο Ρομέρ παραμένει πιστός στην αλά Μπαλζάκ θεματική του, άλλη μια φορά καταπιάνεται με ιστορίες νέων ανθρώπων, βάζει τον έρωτα στην κρίση μιας εποχής, από τη μια το εξιδανικευμένο συναίσθημα, από την άλλη η πεζή πραγματικότητα. Το αν θα υπερισχύσει και εδώ η συνήθως αισιόδοξη ματιά του δημιουργού της «Νύχτας με τη Μοντ», θα το δούμε όλοι στην οθόνη...Το ότι ο Ρομέρ κάνει ταινίες στα 82 του που μπορούν να «μιλήσουν» στο κοινό είναι χωρίς αμφιβολία ένα αισιόδοξο μήνυμα σε μια κοινωνία που έχει περιχαρακώσει τη νεότητα μεταξύ του 0 και του 50.Ο Γάλλος δημιουργός δεν είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας πολλών εποχών. Το σινεμά έχει να επιδείξει και άλλους «χαλκέντερους» ακροατές των σφυγμών του κόσμου. Κοντά στον Ρομέρ δηλώνουν παρόντες άλλοι δύο γάλλοι δεινόσαυροι, ο Γκοντάρ που έσβησε τα 72 του κεράκια πάνω στην κόπια του «Eloge de l' amour» και ο Ζακ Ριβέτ με το «Va Savoir», μια ιστορία για τη διαπλοκή ζωής και θεάτρου την οποία γύρισε πέρυσι.

*Στην άλλη πλευρά της Μάγχης, ζει και βασιλεύει άλλος ένας ταλαντούχος παππούς, ο σερ Ρίτσαρντ Ατένμπορο, ο δημιουργός του «Γκάντι». Γεννημένος το 1923, μας έδωσε ακόμη και το 1998, σε ηλικία 75 ετών, μια αριστουργηματική ερμηνεία στην«Ελίζαμπεθ» στο πλευρό της Κέιτ Μπλάνσετ. Ο σερ του βρετανικού σινεμά είχε τα κότσια να συμμετάσχει πριν από δύο χρόνια ως ηθοποιός και σε μιούζικαλ του Αντριου Λόιντ Βέμπερ.

*Ενας άλλος γηραιός, από τη μακρινή Απω Ανατολή, είχε το θάρρος-θράσος να αγγίξει το θέμα-ταμπού της κοινωνίας του. Πρόκειται για τον Ιάπωνα Ναγκίσα Οσιμα που τόλμησε πέρυσι στα 70 του να μιλήσει για την ομοφυλοφιλία των σαμουράι. Τα πανέμορφα, σχεδόν γυναικεία χαρακτηριστικά του νεαρού πρωταγωνιστή του ασκούν μια επικίνδυνη γοητεία σε αξιωματικούς και εκπαιδευόμενους, προκαλώντας φρίκη στην ιαπωνική κοινωνία που αρνήθηκε να πάει στις αίθουσες να δει την απομυθοποίηση του μύθου των γενναίων. Η ταινία ήταν το «Ταμπού» και συνοδεύτηκε από τη φράση του Οσιμα «Εχω περάσει όλη μου τη ζωή καταρρίπτοντας ταμπού», φέρνοντας στη μνήμη μας ταινίες όπως «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων» και «Η αυτοκρατορία του πάθους», τις οποίες γύρισε το 1976 και το 1978, σε ηλικίες που το ρηξικέλευθο δεν εκπλήσσει.

*Στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, βασιλεύει ακόμη ο θρύλος Νόρμαν Τζούισον. Γεννημένος το 1926 παρακαλώ, έστειλε τα αντιρατσιστικά του μηνύματα προς τη συντηρητική Αμερική το 1999 με το «The Hurricane». Ενα χρόνο μεγαλύτερος του Τζούισον, είναι ο Ρόμπερτ Αλτμαν, ο δημιουργός των «Στιγμιότυπων», ο οποίος μας χάρισε πρόσφατα το αριστουργηματικό «Gosford Park», αποδεικνύοντας ότι μπορεί στα 77 η πορεία ενός ανθρώπου να είναι ακόμη ανοδική.

*Μπροστά στους προαναφερθέντες μοιάζει παιδάκι ο Μίλος Φόρμαν, ο τσεχοσλοβάκος σκηνοθέτης της «Φωλιάς του κούκου» που γεννήθηκε το 1932 και μας χάρισε σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον «Ανθρωπο στο Φεγγάρι». Η έμπνευση στο σινεμά ταιριάζει στους εβδομηντάρηδες, και η πορεία δεν είναι πάντα φθίνουσα! Ο Φόρμαν «παίζει» ακόμα στο χρηματιστήριο του σινεμά, όπως και ο γείτονας του, ο Πολωνός Αντρέι Βάιντα, βραβευμένος με Οσκαρ για την προσφορά του στο σινεμά, η οποία ωστόσο συνεχίζεται, με τελευταία του ταινία το «Pan Tadeusz», μόλις πριν από δύο χρόνια.Και τι να πει κανείς για τον μόλις φέτος βραβευθέντα στις Κάνες συμπατριώτη του, Ρομάν Πολάνσκι, ο οποίος ούτως ή άλλως γεννημένος το 1933 μοιάζει νεοσσός μπροστά στα άλλα ιερά τέρατα. Από την εποχή του «Μωρού της Ρόζμαρι» κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, αλλά το ποτάμι δεν παρέσυρε τον «Πειρατή» στο περιθώριο. Αντιθέτως, μας έδειξε, μαζί με όλους τους άλλους «συνταξιούχους» των σκοτεινών αιθουσών, ότι το νεανικό - κατά τις στατιστικές-κοινό του σινεμά, μπορούν να το εμπνεύσουν καλογυμνασμένα μυαλά και όχι απαραιτήτως καλογυμνασμένα, λαδωμένα κορμιά που περιφέρονται στα γυμναστήρια και στις διαφημίσεις οδοντόκρεμας και προϊόντων διαίτης. Αφήστε δε που, διαπιστωμένο πια, πολλά συντηρητικά μυαλά κατοικούν σε νεανικά, γεμάτα σφρίγος και νιότη σώματα.
7 - 21/07/2002

Από τη μεγάλη οθόνη στη γκαρνταρόμπα μας




Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στον παραληρηματικό κόσμο του θεάματος, ούτε ο έρωτας, ούτε το χρήμα: ο μικρόκοσμος των ανθρώπων με τα φανταχτερά κοστούμια ζει για τη στιγμή που θα ανάψουν τα φώτα της σκηνής.

Κι αυτο φαίνεται στο «Μουλέν Ρουζ», που θα προβάλλεται από την ερχόμενη Παρασκευή.Σταρ της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν, η Νικόλ Κίντμαν βεβαίως. Μαζί της, όμως, περιμένει να ανέβουν οι κουίντες και να ακουστεί η πρώτη μουσική νότα από την ορχήστρα άλλος ένας μικρόκοσμος, των ανθρώπων που περιφέρονται γύρω από την πρώτη χορεύτρια και τον κλόουν, θαμπωμένοι από το φως που εκπέμπουν τα χιλιάδες λαμπιόνια και τη ζωή που ξετυλίγεται στο ημίφως των παρασκηνίων τα ξημερώματα. Αυτός ο «άλλος κόσμος» της συνωμοσίας του 20ού αιώνα, που έρχεται μαζί με το ηλεκτρικό ρεύμα, τραγουδάει και χορεύει μέχρι τελικής πτώσεως, ντύνεται προκλητικά, ρίχνει το γάντι στον άγγλο ποιητή Κριστιάν, που διαπιστώνει έκπληκτος ότι οι βικτοριανές αρχές του δεν έχουν καμία θέση στο λαμπερό νέο κόσμο που εκπροσωπεί το διάσημο παρισινό καμπαρέ και η χορεύτριά του, η Σατίν.

Η οποία σαν την Λουίζ Βέμπερ, την περίφημη Γκουλί (goulue: φαγού) του Λοτρέκ, αγκαλιάζει με τα χέρια της τον έναν της μηρό και επιδεικνύει τις μακριές, λεπτές της γάμπες και τα φανταχτερά της εσώρουχα, κάτω από τις πολυποίκιλτες φούστες της, κάνοντας ολόκληρο το καμπαρέ να ζαλίζεται από επιθυμία και πόθο. Αυτό το «Μουλέν Ρουζ», της πρωτοπορίας, του Λοτρέκ, και του κανκάν, το «Μουλέν Ρουζ» του 1890 το κουβαλάει ο Λούρμαν στο σήμερα, γεμίζοντάς το αναχρονισμούς, χρώματα και μουσικές του τώρα. Θα μπορούσε να αποτύχει οικτρά αλλά δεν απέτυχε. Κι αφού ζάλισε το κοινό του με τους καταιγιστικούς ρυθμούς της μουσικής και των φώτων έβαλε τα σημερινά κορίτσια να φορούν τα κορσάζ της Σατίν πάνω από τα τζιν τους και να ξανατραγουδούν το «Diamonds are a girl's best friend», παράλληλα με το «Lady Marmalade» της Κριστίν Αγκιλέιρα.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ποια θα ήταν η επιρροή της μόδας χωρίς το σινεμά. Από την εποχή που τα κοστούμια της Μέρι Πίκφορντ ράβονταν από τη μητέρα της έως τους κορσέδες της Νικόλ Κίντμαν που έγιναν από το σχεδιαστικό δίδυμο Catherine Martin-Angus Strathie, οι γυναίκες μιμούνταν το στιλ της Μάρλεν Ντίτριχ, της Βερόνικα Λέικ, της Τζιν Χάρλοου, της Πόλα Νέγκρι, της Γκρέτα Γκάρμπο, της Οντρεϊ Χέπμπορν, της Τζέιν Φόντα, της Μπριζίτ Μπαρντό και της Μαντόνα. Λίγα έχουν αλλάξει, η ουσία για το κοινό παραμένει η ίδια: θέλει να μιμηθεί τα είδωλά του. Οσον αφορά τους άντρες, ράβονταν σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ και... ακόμη φορούν την γκαμπαρντίνα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Κι όσο κι αν ακούγεται περίεργο, τις μεγαλύτερες αλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι ντύνονταν και χτενίζονταν τις έφεραν οι ταινίες εποχής.Το «Οσα παίρνει ο άνεμος», που αναφέρεται στην περίοδο του αμερικανικού εμφυλίου, είναι η ταινία που επηρέασε περισσότερο απ' όλες το χώρο της μόδας, μαζί με τον «Υπέροχο Γκάτσμπι», τα κοστούμια του οποίου φιλοτέχνησε η «δική μας», Θεώνη Ολντριτζ. Μόδα του 2002Για το «Μουλέν Ρουζ» οι επιρροές είναι εύκολα αναγνωρίσιμες στα περιοδικά μόδας και στις μπουτίκ. Τα χρωματιστά μποτίνια με τα κορδόνια, τα μπλουζάκια με τα παλαιομοδίτικα πλην άκρως αποκαλυπτικά κορσάζ, τα βικτοριανά βολάν, οι κορσέδες που από εσώρουχα γίνονται μπλουζάκια, οι σκουρόχρωμες σέξι δαντέλες και τα μακριά κολιέ, το κόκκινο χρώμα της φωτιάς σε ρούχα και παπούτσια. Διάσημοι οίκοι μόδας και εταιρείες καλλυντικών «αντιγράφουν» το ντύσιμο, το μακιγιάζ και τα μαλλιά της Σατίν, προτείνοντας στις γυναίκες του 21ου αιώνα να αφήσουν τα ταμπού στα καμαρίνια και να 'ρθουν στο μαγικό κόσμο τους, όπου οι κοινωνικές τάξεις δεν υφίστανται, όλα είναι υπόθεση χρημάτων, ακριβώς όπως στη μεγάλη σάλα του κανκάν.Μια από τις πολυβραβευμένες σχεδιάστριες κινηματογραφικών κοστουμιών, η Εντίθ Χεντ, όταν κέρδισε το 1954 το Οσκαρ για τα κοστούμια της ταινίας «Σαμπρίνα», δήλωσε ότι έπρεπε να το μοιραστεί με τον Ζιβανσί, που έντυσε την πρωταγωνίστριά της, Οντρεϊ Χέπμπορν. Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη αναγνώριση του Χόλιγουντ προς τα μεγάλα γαλλικά ατελιέ. Οπως ήταν και η ευκαιρία του Ζιβανσί να γνωριστεί με το αμερικανικό κοινό, που λάτρεψε τα άψογα καπέλα και τα μαύρα φορέματα της ηθοποιού. Μετά τη «Σαμπρίνα», η Χέπμπορν δεν ξαναφόρεσε ρούχα που δεν υπέγραφε ο διάσημος σχεδιαστής.Ο Ζιβανσί δεν ήταν φυσικά ο πρώτος. Πριν από αυτόν αλλά και μετά, όλοι οι μεγάλοι της υψηλής ραπτικής, οι οποίοι κατάλαβαν τη δύναμη του σελιλόιντ, σχεδίασαν για τον κινηματογράφο.* Η πρώτη σχεδιάστρια κοστουμιών για το σινεμά ήταν η μαμά της Λίλιαν Γκις, που έφτιαξε το 1915 τα ρούχα της κόρης της για τη «Γέννηση ενός έθνους» του Γκρίφιθ.Οι δημιουργίες της δεν επηρέασαν τα πλήθη αλλά δεν έγινε το ίδιο το 1946 με το φόρεμα που σχεδίασε ο Γάλλος Ζαν Λουί για τη Ρίτα Χέιγουορθ, στη «Γκίλντα».* Το 1951 ο Κριστιάν Ντιόρ σχεδίασε το νέο λουκ της Μάρλεν Ντίτριχ και τα κοστούμια της για το σινεμά. Τη μιμήθηκε όλη η Αμερική.* Μεγάλη ήταν και η απήχηση στα λαϊκά στρώματα, των ρούχων που σχεδίασε ο Οσκαρ ντε λα Ρέντα, ενώ ο Μπαλμέν άφησε τα δικά του αποτυπώματα με κοστούμια για 73 ταινίες!!* Ο Πάκο Ραμπάν, η Μέρι Κουάντ ακόμη και οι Ιβ Σεν Λοράν και Τζιάνι Βερσάτσε σχεδίασαν για το σινεμά με επιτυχία.* Ο Γκοτιέ σχεδίασε για τις κινηματογραφικές εμφανίσεις της Μαντόνα κι έγινε ο αγαπημένος σχεδιαστής της νεολαίας.* Αντιθέτως, απέτυχε η μεγάλη κυρία της μόδας, η Κοκό Σανέλ. Τα κοστούμια της για την Γκλόρια Σβάνσον το 1931 δεν έγιναν trendy.* Εν αντιθέσει με τα ρούχα της Χέπμπορν στο «Πρόγευμα στου Τίφανι», της Φάροου στον «Υπέροχο Γκάτσμπι», της Στριπ στο «Πέρα από την Αφρική» και φυσικά τη φούστα μίντι της Φέι Ντάναγουεϊ στο «Μπόνι και Κλάιντ». Σήμερα, η Νικόλ Κίντμαν με τους κορσέδες της είναι σε πολύ καλό δρόμο. Αν μη τι άλλο, τα μποτίνια της είναι ήδη trendy.

ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 04/11/2001

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Μεταξύ εκδίκησης και λύτρωσης

της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Οταν το «Heaven» προβλήθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ του Βερολίνου, η κριτική μετρούσε πόσος Κισλόφσκι μπορεί να χωρέσει σε έναν Τομ Τίκβερ. Οι απαντήσεις που δόθηκαν, πολλές και αντιφατικές.


Στο «Heaven», που θα προβάλλεται από την Παρασκευή και στην Αθήνα, ο γερμανός σκηνοθέτης αποτολμά μαζί με τον συνσεναρίστα του Κισλόφσκι, Κριστόφ Πιέσιεβιτς, να επαναλάβει μια τριλογία σαν αυτή των «Τριών χρωμάτων». Η ηρωίδα είναι χήρα σαν την πρωταγωνίστρια του «Μπλε», αλλά αυτό αρκεί για να απελευθερωθεί;

Η Φιλίπα Πάκαρντ (Κέιτ Μπλάνσετ), μια βρετανίδα δασκάλα που ζει στην Ιταλία, παίρνει το νόμο στο χέρια της για να εκδικηθεί το θάνατο του συζύγου της από ναρκωτικά. Βάζει μια βόμβα στο γραφείο του εμπόρου που πουλά ηρωίνη και σε αρκετούς μαθητές της, θεωρώντας περίπου νόμιμη την αυτοδικία, αφού η αστυνομία δεν άκουσε ποτέ τις καταγγελίες της. Ομως όλα αλλάζουν μέσα της όταν η βόμβα σκοτώνει αθώους πολίτες. Η αποφασισμένη γυναίκα συντρίβεται από τις ενοχές, συλλαμβάνεται από την αστυνομία και περνάει από την κάθαρση που ήλπιζε ότι θα της φέρει ο θάνατος του εμπόρου στην Κόλαση των τύψεων και του άτεγκτου κρατικού μηχανισμού. Ομως, αυτή η κόλαση της φέρνει αναπάντεχα τον Παράδεισο· ένας αστυνομικός μπαίνει στη ζωή της (τον υποδύεται ο Τζιοβάνι Ριμπίζι) την παίρνει από το χέρι και της δείχνει το δρόμο προς την ελευθερία!

Το αν ο γερμανός σκηνοθέτης μπορεί να αποδώσει την πτώση και την άνοδο του ανθρώπου, το ταξίδι προς τη γνώση και την ελευθερία, ο θεατής θα το κρίνει κυρίως στο δεύτερο μέρος της ταινίας, εκεί όπου αφήνεται σε σχεδόν ονειρικά πλάνα της ιταλικής εξοχής, στην οποία καταφεύγει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι.

Ο κριτικός των «Λος Αντζελες Τάιμς» γράφει ότι όλη αυτή η φιλολογία δεν είναι το ζητούμενο! Επειδή όμως οι σινεφίλ θα αναζητήσουν τον Κισλόφσκι, έστω και λόγω νοσταλγίας, δεν πρέπει να μπερδευτούν. Πηγαίνουν σινεμά για να δουν μια ταινία του Τομ Τίκβερ.


7 - 13/10/2002

Στον πυρετό του χρυσού



της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Τον Ιανουάριο του 1848 ένας ξυλοκόπος από το Νιου Τζέρσεϊ, ο Τζέιμς Μάρσαλ, άλλαξε την αμερικανική ιστορία, ανακαλύπτοντας λίγους κόκκους χρυσού σε ένα πριονιστήριο στην Καλιφόρνια.

Ενα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα της ανθρωπότητας πλημμύρισε την περιοχή, «άρρωστοι» από τον «πυρετό του χρυσού». Ο Τζέιμς Μάρσαλ εν αγνοία του σύστησε στον κόσμο την Καλιφόρνια!

Στα απάτητα βουνά της Σιέρα Νεβάδα έφθασαν όχι μόνο Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αλλά και τυχοδιώκτες από την Κίνα και την Αυστραλία, οι οποίοι, αψηφώντας τις κακουχίες διεκδίκησαν μια καλύτερη ζωή. Ενας στους έξι χρυσοθήρες πέθανε, οι περιουσίες που φτιάχτηκαν με κόπους χρόνων άλλαξαν χέρια στα τραπέζια του τζόγου εν μια νυκτί, οικογένειες και φιλίες διαλύθηκαν, ο γηγενής πληθυσμός εξολοθρεύτηκε. Η Αμερική στη Σιέρα Νεβάδα ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο και με τις δύο όψεις του αμερικάνικου ονείρου. Οι αιώνες κάλυψαν με σκόνη τους ηττημένους των βουνών, αυτούς που νεκρανασταίνει ο Μάικλ Γουίντερμποτομ στην ταινία του «Στα χρόνια της απληστίας», που θα προβάλλεται από την Παρασκευή.

Ο βρετανός σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία του στο 1869. Ηδη το 1862 το Κογκρέσο έδωσε άδεια σε δύο εταιρείες σιδηροδρόμων να κατασκευάσουν τη γραμμή που θα συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση, και οι κινέζοι εργάτες έχουν πληρώσει βαρύ φόρο αίματος για να φθάσει το τρένο στις πόλεις των χρυσοθήρων, όπως η Κίνγκτον Καμ, που έστησε από την αρχή ο Γουίντερμποτομ στα καναδικά όρη Φόρτρες. Εκεί «βασιλεύει» ο ήρωάς του, ο Ντάνιελ Ντίλον (Πίτερ Μάλαν), ένας χρυσοθήρας που αψήφησε τις δυσκολίες των βουνών και έγινε ιδιοκτήτης του ορυχείου, της τράπεζας και του ξενοδοχείου της πόλης. Ο Ντίλον συνδέεται συναισθηματικά με την ιδιοκτήτρια του τοπικού πορνείου, τη Λουσία (Μίλα Γιόβοβιτς), και κρατάει καλά κρυμμένο στην ψυχή του το «τίμημα» του πλούτου του: πριν από 20 χρόνια αντάλλαξε τη γυναίκα του και την κόρη του με δικαιώματα σε ένα ορυχείο.

Ομως τρεις ξένοι θα έρθουν για να διαλύσουν το σταθερό του σύμπαν. Η γυναίκα του (Ναστάζια Κίνσκι), άρρωστη από φυματίωση, η κόρη του Χόουπ (Σάρα Πόλεϊ) και ο κ. Νταλγκλίς (Γουές Μπέντλι), ο νεαρός εκτιμητής ο οποίος θα αποφασίσει αν θα περάσει από κει η σιδηροδρομική γραμμή, που θα διατηρήσει και θα αυξήσει τα πλούτη του κυρίου Ντίλον ή θα αφήσει την πόλη να πεθάνει!

Οσο παράξενο κι αν ακούγεται, η ιστορία βασίζεται στη νουβέλα του Βρετανού Τόμας Χάρντι την οποία ο συγγραφέας του «Τζουντ» (το οποίο επίσης μετέφερε στο σινεμά ο Γουίντερμποτομ) έγραψε το 1889. Ο σεναριογράφος Φρανκ Κότρελ Μπόις μετέφερε τη δράση στην αμερικάνικη Δύση, αλλά κράτησε, όπως τουλάχιστον λέει ο ίδιος, τα κύρια χαρακτηριστικά των ηρώων και τον προβληματισμό του συγγραφέα γύρω από την απόδοση δικαιοσύνης, την εκδίκηση και την απολύτρωση.

Οσον αφορά το σκηνοθέτη, μας έδωσε ένα πολυεθνικό Ουέστ, κόντρα στο δίπολο Αγγλοσάξονες -Ινδιάνοι. Ο κ. Ντίλον είναι Ιρλανδός, η γυναίκα του Πολωνέζα, η Λουσία Πορτογαλέζα, ενώ η ζωή στη μικρή πόλη διέπεται από τη χαοτική συνύπαρξη διαφορετικών λαών.

Το στοιχείο αυτό εγκωμιάστηκε από τη διεθνή κριτική, αν και η ταινία δεν εισέπραξε μόνο θετικά σχόλια. Οπως υπογραμμίζει, όμως, ο διάσημος αμερικανός κριτικός Ρότζερ Εμπερτ, η δύναμή της είναι αλλού: ο Γουίντερμποτομ διασταυρώνει τους δρόμους των Ντίλον και Νταλγκλίς. Κι ενώ ο «διαβολικός» άρχοντας της πόλης αποκτά δικαίωμα στη λύτρωση, ο νεαρός, σχεδόν αθώος, εκτιμητής ξεκινά την κάθοδο προς την Κόλαση.


7 - 01/09/2002

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται!


Οταν το αεροπλανοφόρο «Στένις» έφθασε στο ναύσταθμο του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη , στις 20 Μαΐου, οι θαλασσινοί σύντροφοί του, του στόλου του Ειρηνικού , σφύριξαν για να το υποδεχθούν, όπως επιβάλλουν οι κανόνες που γνωρίζει και ο τελευταίος αμερικανός ναύτης από τη Γιούτα.
Ο οποίος ναύτης, σε αυτό το ταξίδι του Στένις, πήρε αυτόγραφο από τον Μπεν Αφλεκ και τον Αλεκ Μπόλντουιν, είδε λαμπερές σταρ και πανέμορφα μοντέλα και βεβαίως ήπιε τζάμπα μπίρα.

Βλέπετε, ο παραγωγός Τζέρι Μπρουκχάιμερ είχε φροντίσει να «εξαγοράσει » για πέντε εκατομμύρια δολάρια τον αμερικανικό στόλο, προκειμένου να προβάλλει πρώτη φορά την ταινία του «Περλ Χάρμπορ» πάνω σε ένα αεροπλανοφόρο στο ίδιο σημείο που άρχισαν, ή, κατ' άλλους, που τέλειωσαν όλα. Στις 31 του μηνός, το «Περλ Χάρμπορ» προβάλλεται και στη χώρα μας, φιλοδοξώντας να συνεχίσει την εισπρακτική επιτυχία που έχει στις ΗΠΑ.

Περίεργη διαπλοκή

Η ταινία του Μάικλ Μπέι («Αρμαγεδδών», «Ο βράχος», «Τα κακά παιδιά»), λεν οι κριτικοί, δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Αλλά εκεί στην Αμερική το σινεμά -δηλαδή το Χόλιγουντ- ο στρατός και το έθνος βρίσκονται από την εποχή της «Γέννησης ενός Εθνους» του Γκρίφιθ σε μια περίεργη διαπλοκή: η «βαριά» κινηματογραφική βιομηχανία και ο νούμερο 1 αξιοσέβαστος θεσμός νίπτουν το ένα το χέρι του άλλου και οι δύο μαζί το πρόσωπο της πολυπολιτισμικής Αμερικής, κάνοντάς την έθνος δυναμικό.

Στην πραγματικότητα, η Χαβάη του Περλ Χάρμπορ ποτέ δεν εξέφρασε τη χαρά της που αποτελεί κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών. Και πολλοί στο Τέξας θρηνούν τη μέρα του Αλαμο, όταν όλη η υπόλοιπη Αμερική ανοίγει σαμπάνιες για την προσάρτηση της πολιτείας του πετρελαίου.

Η Λουιζιάνα και η Μοντάνα έχουν τους δικούς τους οπαδούς υπέρ της ανεξαρτησίας. Σε όλο το νότο υπάρχουν πόλεις που στις 4 Ιουλίου πενθούν για τη νίκη των βορείων.

Και ναι μεν την τελική λύση την έδωσε ο στρατός, αλλά την ουσιαστική ένωση την ανέλαβαν μερικές δεκαετίες αργότερα η «Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» και το σινεμά.

*Οι κινηματογραφικές εικόνες ποτέ δεν ήταν αθώες, ακόμη και την εποχή του Γκρίφιθ που δείχνει τον αμερικανικό εμφύλιο μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας λευκών που κινδυνεύουν από τους μαύρους. Το όλο θέμα «διευθετεί» διά του απαγχονισμού, η οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν.

*Και στο «Οσα παίρνει ο άνεμος» του Βίκτορ Φλέμινγκ η ματιά είναι «λευκή», απλώς εδώ ο ρατσισμός λειτουργεί απ' την ανάποδη: Οι καλοί, και ανίκανοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, μαύροι αγαπούν ακόμη και ελεύθεροι τα λευκά αφεντικά τους.

Η διαφορά της κινηματογραφικής οπτικής είναι απλώς η αλλαγή της πολιτικής ματιάς πάνω στο θέμα.

*Δεν υπάρχει, δε, χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτό της εμπλοκής της Αμερικής στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ θέλει να συμμετάσχει, αλλά το εξαιρετικά δημοφιλές στους πολίτες δόγμα Μονρόε καθιστά ανεδαφική κάθε προσπάθεια επέμβασης.

Ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ωστόσο, βρήκε τη συνταγή και ο Σεσίλ ντε Μιλ έκανε την επιθυμία του ταινία.

*Με τη «Ζαν ντ' Αρκ» του, ο διάσημος σκηνοθέτης και παραγωγός τάχθηκε υπέρ της επέμβασης, ενώ το ίδιο έπραξε και ο Γκρίφιθ με τις «Καρδιές του κόσμου».

Η καταβύθιση του «Λουζιτάνια» έδωσε την αφορμή και η Αμερική κατέκτησε τον κόσμο. Οχι με τον στερεότυπο ευρωπαϊκό τρόπο, προσαρτώντας εδάφη, αλλά εξάγοντας πολιτική και σινεμά, πολλές φορές τα δύο σε ένα.

Ο αμερικανικός στρατός ήταν κι εδώ ο μεγάλος φίλος του Χόλιγουντ, που έκανε τους μύθους του ιστορία προς εσωτερική και διεθνή κατανάλωση.

Το Φαρ Ουέστ και τα γουέστερν άρεσαν στους κουρασμένους από τον πόλεμο ευρωπαίους στρατιώτες, όσο και στους αμερικανούς μετανάστες που αναζητούσαν ρίζες σε έναν τόπο μακριά από τη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Ιταλία.

Τα γουέστερν

Ομως, οι κινέζοι πιονέροι των σιδηροδρόμων απουσιάζουν από τις ταινίες αυτές. Οι ιθαγενείς Αμερικανοί είναι άγριοι. Οι μαύροι είναι ελάχιστοι, ταπεινοί και δευτεραγωνιστές, ενώ οι κυρίαρχοι Αγγλοσάξονες της Ομοσπονδίας λάμπουν πάνω στ' άλογά τους.

*Ο Τόμας Χάρπερ Λινς (και στη συνέχεια ο Τζον Φορντ) είναι ο σκηνοθέτης που κάνει με το γουέστερν την Αγρια Δύση παρελθόν όλων των Αμερικανών και την επέλαση του ιππικού μέσα στη σκόνη των αλόγων άγγελμα σωτηρίας των καλών λευκών από τους κακούς Ινδιάνους. Ταινίες τέτοιου είδους ήταν η χαρά και του μεσοπολέμου για το Χόλιγουντ, που είχε αποβάλει από τους κόλπους του ανθρώπους που θα μπορούσαν να ανανεώσουν το σινεμά, και να προβληματίσουν, σαν τον Ορσον Ουέλς και τον Τσάρλι Τσάπλιν.

*Ο κώδικας Χέιζ μεσουρανούσε με τις απαγορεύσεις του και ο Σαρλό επέκρινε πολύ τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι για να είναι αρεστός σε μια πολιτική τάξη που θεωρούσε εχθρούς τους μπολσεβίκους περισσότερο από τον φασισμό.

*Μόλις δύο εβδομάδες μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, ο πρόεδρος Φρανγκλίνος Ρούσβελτ διόρισε κυβερνητικό εκπρόσωπο για την οργάνωση ταινιών πολέμου. Το Χόλιγουντ ανταποκρίθηκε, δίνοντας στο έθνος ένα από τα πιο πολύφερνα παιδιά του, τον Φρανκ Κάπρα.

*Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης δημιούργησε μια σειρά ντοκιμαντέρ με το γενικό τίτλο «Γιατί πολεμάμε», προβάλλοντας τον άτρωτο αμερικανικό στρατό και εξηγώντας με τον πιο απλοϊκό τρόπο κάθε συμμαχική ήττα.

*Ακόμη και η «Καζαμπλάνκα» που γυρίστηκε το 1942 εντάσσεται, από μια πλευρά, σε αυτό το πλέγμα των ταινιών που εξηγούν στο λαό γιατί πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του.

*Ο Ζορζ Σαντούλ, στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου, υπογραμμίζει ότι την ίδια εποχή γυρίζονται και ταινίες με έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο, διότι και εκεί η θρησκεία πήγαινε πάντα με την πατρίδα. Οσο για τον πόλεμο, για το σινεμά δεν τελείωσε το 1945. Απλώς διεκόπη: Το 1949 η «Ιβοζίμα» υπενθυμίζει ότι οι κίτρινοι πρέπει να πεθαίνουν από καλούς αμερικανούς στρατιώτες.

*Βεβαίως, όσο το σινεμά ενηλικιωνόταν τόσο πιο δύσκολο γινόταν, ακόμη και για το Χόλιγουντ, να πει με εικόνες «πολέμα και μη ρωτάς». Ομως οι όποιες διακριτικές φωνές σκεπάζονταν από τα γιούπι των αμερικανών στρατιωτών της Κορέας μπροστά στην αιώνια γυναίκα, την Μέριλιν Μονρόε, που επισκέπτεται το 1954 το στρατό που πολεμά τον κόκκινο εχθρό δυό χιλιάδες μίλια μακριά από την Καλιφόρνια, στον 38ο παράλληλο, για την «ελευθερία του κόσμου» όπως λέει ο Τζον Γουέιν στα «Πράσινα μπερέ» σε έναν μικρούλη Κορεάτη.

Ο καουμπόι έγινε πια στρατιώτης, μόνο που το Ουέστ ήταν πολύ μακριά και όλοι οι Ινδιάνοι είχαν αποδεκατιστεί από χρόνια. Είχαν απομείνει μόνο κάτι ιθαγενείς σύμμαχοι σαν εμάς...

*Αλλος ένας διάσημος «κάουμποϊ», ο εξαιρετικός Τζον Φορντ, γύρισε το προπαγανδιστικό φιλμ «Αυτή είναι η Κορέα». Η Κορέα του Τζον Φορντ ήταν η Κορέα των Αμερικανών. Αλλά το Βιετνάμ τους έγινε συνώνυμο της απίστευτα μεγάλης ήττας...

Στο Βιετνάμ

Οχι ότι δεν πήγε ο Μπομπ Χόουπ να διασκεδάσει με τα ανέκδοτά του τους φαντάρους, ούτε ότι δεν γυρίστηκαν ταινίες που προσπαθούσαν να πείσουν ότι η επόμενη κίνηση των Σοβιετικών θα είναι η κατάληψη του χωριού Μάντεν στη νότια Καρολίνα - το Χόλιγουντ έκανε ό,τι μπορούσε και πάλι στις υπηρεσίες του προέδρου Νίξον.

*Αλλά οι νεκροί Αμερικανοί ήταν πολλοί. Στρατός και Χόλιγουντ απέτυχαν μαζί, πρώτη φορά, κι ορκίστηκαν να μην ξανακάνουν το ίδιο λάθος.

Κι ο Ρίτσαρντ Γκιρ όταν πήγε στο Κόσοβο για να ενισχύσει το φρόνημα των Αμερικανών, ήξερε ότι οι «παράπλευρες απώλειες» θα αφορούσαν την άλλη πλευρά.

Διασχίζοντας μαζί τον κόσμο, οι φορείς της αμερικανικής κουλτούρας έμαθαν να μην εκτίθενται. Για το Χόλιγουντ, εξάλλου, «it's only a moovie».

Ακριβώς όπως και για τις οθόνες των σύγχρονων αμερικανικών βομβαρδιστικών.


ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 19/08/2001

Ψηλά τα χέρια!

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Ληστέψανε την τράπεζα, και τι με νοιάζει εμένα, δεν είμαι με κανένα», τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος το 1991. Οσον αφορά το σινεμά, το κοινό ήταν πάντα με τον ληστή. Μ' αυτόν ήταν και ο σκηνοθέτης. Θυμόσαστε καμιά μεγάλη ταινία με ήρωα τον διευθυντή της τράπεζας ή τον μεγαλοκαταθέτη;

Στη ζωή τα πράγματα είναι αλλιώς, αλλά στο σινεμά οι τραπεζίτες έχουν τα λεφτά και τα καθάρματα τη γοητεία και το ωραίο κορίτσι. Μεγάλοι σκηνοθέτες με προοδευτικές ιδέες έκαναν σπουδαίες ταινίες ληστειών εις βάρος του κεφαλαίου και πάντοτε υπέρ του ληστή. Τελευταίο παράδειγμα, ο Σπάικ Λι, και η ταινία του «Insideman-ο υποκινητής» που προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Μια ομάδα τεσσάρων ανδρών υπό τον Κλάιβ Οουεν, μπαίνει σε μια τράπεζα και κάνει την τέλεια (;) ληστεία! Απ' έξω τους περιμένουν ο Ντένζελ Ουάσιγκτον και η Τζόντι Φόστερ. Το μπέρδεμα ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι έγινε ληστεία, αλλά δεν υπάρχουν κλοπιμαία! Τα υπόλοιπα όμως επί της οθόνης, διότι εδώ το σασπένς είναι πάνω απ' όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κινηματογραφικά σκήπτρα κρατούν ταινίες σαν το «Ριφιφί», το «Ληστεία αλά ιταλικά», το «Heat» και το «Υπόθεση Τόμας Κράουν», όπου το σασπένς σου έκοβε την ανάσα!

* Ακόμη και η καλύτερη κωμωδία με ληστεία, ο «Ροζ Πάνθηρ», στο αμιγώς αστυνομικό κομμάτι της κλοπής του διαμαντιού από τον «Φάντομ» Ντέιβιντ Νίβεν, έχει υπέροχο σασπένς.

* Μια πλειοψηφία σινεφίλ θεωρεί, και όχι αδίκως, ότι ο Ζυλ Ντασσέν, με το «Ριφιφί» το 1955, τα είπε όλα για τις ταινίες με ληστείες... διά της απολύτου σιωπής. Στη σκηνή του ριφιφί, επί 33 λεπτά δεν ακουγόταν τίποτα! Ο Σκορσέζε θεωρεί αυτή τη σεκάνς ως την πιο κλασική του σασπένς, ενώ ο Τριφό είχε χαρακτηρίσει το «Ριφιφί» ως το καλύτερο νουάρ που έγινε ποτέ. Αλλωστε από τότε η ληστεία με διάρρηξη πέρασε στην καθομιλουμένη ως ριφιφί.

Απέναντι στο αριστούργημα του Ντασσέν, υπάρχουν εξίσου σπουδαίες ταινίες, διότι το σινεμά αγάπησε πολύ τη θεματογραφία των heist movies.

* Το «Ληστεία αλά ιταλικά» έχει έναν υπέροχο Μάικλ Κέιν, το τέλειο κόλπο στο Τορίνο την ώρα του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των εθνικών ομάδων της Αγγλίας και της Ιταλίας, τη διαφυγή με τα mini Cooper, και για τα εκπαιδευμένα μάτια τον Μπένι Χιλ και τον Ρόμπερτ Πάουελ (τον μετέπειτα Χριστό του Τζεφιρέλι)...

* Η «Σκυλίσια μέρα» του Σίντνεϊ Λιούμιτ έχει τη συνταρακτική ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, την ανατρεπτική ματιά της Αμερικής του '75 που έζησε το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ αλλά και τη δύναμη των μίντια... Οσον αφορά το κίνητρο, θυμηθείτε... γιατί ο Σόνι κάνει τη ληστεία; Γιατί θέλει να πληρώσει την εγχείρηση αλλαγής φύλου του αγαπημένου του!

* Η «Συμμορία των 11» του Στίβεν Σόντεμπεργκ έφερε την ανανέωση του είδους στο νέο αιώνα. Η παλιά «ρατ πακ» των Φρανκ Σινάτρα, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, Αντζι Ντίκινσον, έδωσε τη θέση της στο νέο cool, των Τζορτζ Κλούνεϊ, Μπραντ Πιτ, Ματ Ντέιμον.

* Η «Ενταση» του Μάικλ Μαν, έχει τον ληστή Ρόμπερτ Ντε Νίρο και το είδωλό του, τον αστυνομικό Αλ Πατσίνο. Και πάνω απ' όλα την αδυναμία και των δύο να δεσμευτούν συναισθηματικά, όμηροι της ζωής και μόνοι.

* Η «Υπόθεση Τόμας Κράουν» έχει ... ομώνυμο ληστή τον Στιβ Μακ Κουίν και διώκτη του τη Φέι Ντάναγουεϊ. Εδώ ο ληστής είναι πάμπλουτος και κλέβει μόνο για να ανεβάσει την αδρεναλίνη του!

* Το «Reservoir dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο σπάει όλους τους κανόνες του είδους. Βλέπουμε την αποτυχημένη ληστεία από το τέλος, οι άγριοι ληστές έχουν αστεία ψευδώνυμα. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ είναι ο κύριος Ασπρος, ο Στιβ Μπουσέμι ο κύριος Ροζ, κάνει μάλιστα σκηνή για το χρώμα του διότι το βρίσκει... απαράδεκτα θηλυπρεπές! Ο κατάλογος είναι ατελείωτος: Αφήσαμε το «Getaway», τους «Δυο ληστές», το «Μπόνι και Κλάιντ»! Κι ένα σωρό άλλους που τελικά τα πήραν τα λεφτά και φύγαν.


7 - 02/04/2006

Στο πλατό με τον Κιούμπρικ


55ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ



της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Αγνωστα ντοκουμέντα από τις ταινίες του μεγάλου σκηνοθέτη σε αφιέρωμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου και του Μουσείου «Μάρτιν Γκρόπιους Μπάου»

Αν ηχεί ακόμα στ' αφτιά σας η απειλητική φωνή του Τζακ Νίκολσον, που λέει «Here is Johny...» την ώρα που κυνηγάει στη «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ τη γυναίκα του και το γιο του με το τσεκούρι, είστε στον σωστό δρόμο για το Βερολίνο. Επίσης είστε στον σωστό δρόμο αν σας λένε ακόμη κάτι τα γυαλιά-καρδιές της «Λολίτας» ή η ατομική βόμβα που καβαλούσε ο καουμπόι στο «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα».

Επίσης, αν στο χιούμορ σας ταιριάζουν ανέκδοτα σαν αυτό: «Πεθαίνει, λέει, ο Σπίλμπεργκ και επιχειρεί να μπει στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος του αρνείται την είσοδο, λέγοντας ότι έχει ρητή εντολή να μην μπει ποτέ κανείς σκηνοθέτης. Βλέπει όμως από μακριά τον Κιούμπρικ παρέα με τους αγγέλους και ρωτάει: "Ο Κιούμπρικ γιατί μπήκε;" -"Α", του απαντά ο Αγιος Πέτρος "αυτός δεν είναι ο Κιούμπρικ, είναι ο Θεός που νομίζει ότι είναι ο Κιούμπρικ"!» Το ανέκδοτο θα το ακούσετε στα πηγαδάκια, τα υπόλοιπα θα τα δείτε στην έκθεση του Μουσείου Μάρτιν Γκρόπιους Μπάου που θα διαρκέσει έως τις 11 Απριλίου, πραγματοποιείται δε στο πλαίσιο της 55ης Μπερλινάλε, που αρχίζει την Πέμπτη.

Φωτογραφίες από την εποχή που εργαζόταν ως φωτογράφος του περιοδικού, προσωπικές φωτογραφίες μα και άλλες από τα γυρίσματα των ταινιών του, σενάρια, σημειώσεις, σκηνικά, κοστούμια (όπως τα φουστανάκια των κοριτσιών της «Λάμψης» ή οι διαστημικές στολές της «Οδύσσειας») επιχειρούν να φωτίσουν άγνωστες πλευρές ενός δημιουργού που σημάδεψε το σινεμά, μακριά από τα χολιγουντιανά φώτα. Από τα τέλη του '60 έως το θάνατό του το 1999, ο Κιούμπρικ μόνασε κάπου στο Χέρντφορσαϊντ, ένα λονδρέζικο προάστιο, αφήνοντας 13 λαμπρές ταινίες μεγάλου μήκους για τους σινεφίλ και μπόλικο μυστήριο για τους ιστορικούς.

Στην έκθεση δεν υπάρχει φυσικά αυτή η απάντηση, υπάρχουν όμως άλλες. Κάποιες που υποψιαστήκαμε όλοι κοιτώντας στη μεγάλη οθόνη τη διαστημική περιστρεφόμενη ρόδα του «2001: Η οδύσσεια του Διαστήματος», και κάποιες που δεν τις φανταζόμασταν. Θα πειστούμε ότι αγαπημένη του ταινία ήταν αυτή που τελικώς δεν έκανε, για τον Μεγάλο Ναπολέοντα. Είναι τόσες πολλές οι ιδιόχειρες σημειώσεις του, τα σκίτσα, οι σελίδες των σεναρίων, τα βιβλία με όλες τις λεπτομέρειες για την εποχή και τους Ναπολεόντειους πολέμους που δεν αφήνουν και πολλές αμφιβολίες ότι από το '60 που το έβαλε στο μυαλό του, αυτό ήταν το μεγάλο πρότζεκτ της ζωής του. Δημοσιογράφος της «Ντέιλι Μίρορ» που επισκέφτηκε το σπίτι του Κιούμπρικ, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, ανέφερε ότι το υλικό για τον Ναπολέοντα έπιανε ένα ολόκληρο δωμάτιο καθώς και ότι, όπως του εκμυστηρεύτηκε στενός συνεργάτης του, ο σκηνοθέτης μπορούσε εύκολα να σου πει με κάθε λεπτομέρεια τι έκανε οποιαδήποτε ημέρα της ζωής του ο μεγάλος στρατηγός.

Οχι ότι τα έργα που τελικώς έκανε είχαν λιγότερη προεργασία! Ο Κιούμπρικ προετοίμαζε επί μήνες ή και χρόνια καθεμιά από τις ταινίες του, εξουθένωνε ηθοποιούς και συνεργεία και έφτανε στα όριά της την παραγωγό εταιρεία Γουόρνερ! Ο Ράιαν Ο' Νιλ, πρωταγωνιστής του «Μπάρι Λίντον», είχε δηλώσει, με εμφανή την απόγνωση και τον τρόμο από αυτά που πέρασε, ότι γύριζε κάθε σκηνή πάνω από 25 φορές. Κάποιοι άλλοι ανέφεραν και τον αριθμό... 76! Λέγεται ότι το ζεύγος Κρουζ - Κίντμαν άντεξε δύο χρόνια τα γυρίσματα του «Μάτια ερμητικά κλειστά» μόνο χάρη στην ιατρική επιστήμη και τα Λεξοτανίλ.

Τίποτα δεν ήταν τυχαίο στις ταινίες του Κιούμπρικ. Στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» επέλεξε τον κρατήρα «Κλάβιο» της Σελήνης ως σκηνικό για το γύρισμα στο διάστημα και ζήτησε πλήρη αναπαράσταση. Στην ίδια ταινία, λένε ειδικοί επιστήμονες, η περίφημη περιστρεφόμενη ρόδα του είναι αποτέλεσμα μελέτης της διαστημικής τεχνολογίας της εποχής. Και αυτή τη μελέτη την έκανε ο ίδιος! Στην έκθεση του Βερολίνου υπάρχουν σημειώματα που αντάλλασσε με τον συγγραφέα Αρθουρ Κλαρκ (σε βιβλίο του οποίου βασίστηκε η ταινία) με θέμα τη σύγχρονη διαστημική.

Το μέλλον ήταν και το αγαπημένο θέμα συζήτησής του με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Μια φορά την εβδομάδα τον καλούσε (και τον χρέωνε με πολύωρα υπερατλαντικά τηλεφωνήματα) για ανταλλαγή απόψεων. Στον Σπίλμπεργκ είχε δώσει και το «Ο.Κ.» , το 1994, για να υλοποιήσει το δικό του σχέδιο για το «Α.Ι. Τεχνητή νοημοσύνη». Η προεργασία που έκανε γι' αυτή την ταινία είναι μεταξύ των εκθεμάτων του Βερολίνου.

Οπως εξομολογήθηκε ο Σπίλμπεργκ στην εφημερίδα «Ελ Παΐς» (αφότου έκανε την ταινία ), ο Κιούμπρικ ήταν τέλεια ενημερωμένος για τις εξελίξεις της τεχνητής νοημοσύνης. «Με βομβάρδιζε», είπε «συνεχώς με νέες πληροφορίες. Θυμάμαι ότι ήταν ο πρώτος που προέβλεψε το διαδίκτυο. Μου μιλούσε για το πώς θα άλλαζε η επικοινωνία με τους υπολογιστές, από τον καιρό που γύριζα τον "Ε.Τ.". Ηταν προφητικός».

Ο Σπίλμπεργκ είχε ανταμώσει τον Κιούμπρικ πολύ λίγες φορές και πάντα στην Αγγλία. Η απομόνωσή του διακόπηκε μόνο μια φορά, το 1997, όταν βραβεύτηκε από την Ενωση Αμερικανών Σκηνοθετών. Μη φανταστείτε ότι έβαλε το σμόκιν του και πήγε στο κοκτέιλ πάρτι... Απλώς έστειλε μια βιντεοκασέτα για να θυμηθούν το πρόσωπο και τη φωνή του! «Είμαι κατά πάσα πιθανότητα αυτή την ώρα μες στο αυτοκίνητο, πηγαίνοντας προς το στούντιο», έλεγε στο μήνυμά του. «Κι όπως ξέρετε... το πιο δύσκολο όταν γυρίζεις μια ταινία, είναι να βγεις από το αυτοκίνητο!»
7 - 06/02/2005

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Από μουσικοί, ηθοποιοί




της Ελεωνόρας Ορφανίδου


Αν του Ντέιβιντ Μπόουι του πήγαινε το '76 γάντι ο ρόλος του εξωγήινου στην ταινία του Νίκολας Ρεγκ «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη», του Μικ Τζάγκερ το 2002 του ταίριαξε γάντι ο ρόλος του προαγωγού στην ταινία «Συνοδός κυριών» του Τζορτζ Χίκενλουπερ, που παίζεται αυτές τις ημέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες.
* Τι γίνεται με τους σταρ της μουσικής, όταν περνούν στο σινεμά; Μερικές φορές θαύματα, λέει ο πιο γνωστός αμερικανός κριτικός Ρότζερ Εμπερτ, που εκθειάζει τον αρχηγό των «Ρόλινγκ Στόουνς» για την υποκριτική του δεινότητα σε μια ταινία την οποία ούτως ή άλλως θεωρεί από τις καλύτερες της χρονιάς. Πρωταγωνιστής είναι ο Αντι Γκαρσία, αλλά ο Τζάγκερ κάθε άλλο παρά απαρατήρητος περνά, σε ένα φιλμ για τα ανθρώπινα «θέλω» και «χρειάζομαι», τα οποία δεν συμπίπτουν πάντα, και για την αγάπη που δεν είναι η μαγική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα της ζωής.* Θαύματα όμως δεν γίνονται κάθε μέρα, πολλοί σταρ του πενταγράμμου πέρασαν στο σινεμά χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος πέρα από εμπορικές σκοπιμότητες και μάρκετινγκ, αφήνοντας πίσω τους ταινίες που καταναλώθηκαν όπως το ποπ κορν. Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, ταινία είναι και το «Spice world» με τις όμορφες και τσαχπίνες Spicegirls να περιοδεύουν, να βάφονται και να κάνουν γκριμάτσες στο φακό! Πέραν αυτού, όμως, σχεδόν όσο τίποτα ήταν και η ταινία «Σταυροδρόμια» της Μπρίτνεϊ Σπίαρς, με θέμα «πώς μια 14χρονη με καλή φωνή μπορεί να γίνει σταρ». Οι μεγάλοι κολοσσοί πουλούν σε διάφορες μορφές (cd, ταινίες, βιντεοπαιχνίδια, βιβλία) τα πετυχημένα προϊόντα τους, εμπορική δραστηριότητα καθόλου πρωτόγνωρη, από την εποχή ακόμα που ο Ελβις Πρίσλεϊ έστελνε εκατομμύρια θαυμαστές του στους κινηματογράφους για να δουν το «Love me tender», απ' όπου και το πασίγνωστο τραγούδι. Ποτέ δεν εκτιμήθηκε ως ηθοποιός, αλλά έως το 1969 είχε γυρίσει 32 ταινίες , όλες εμπορικά πετυχημένες, διότι ως προϊόν ήταν αναγνωρίσιμο και εξαιρετικά αποδεκτό από το κοινό που τρελαινόταν με τη μουσική του και τη σκηνική του παρουσία. Σε αυτή τη διαπλοκή στηρίχτηκε, στην αρχή, και η καριέρα στο σινεμά του Φρανκ Σινάτρα, ο οποίος όμως έδωσε σαφώς καλύτερα δείγματα γραφής κάνοντας κατ' εξοχήν ταινίες στις οποίες χρειαζόταν και να παίξει: Δεν τον είδαμε στο σινεμά μόνο για να τον ακούμε να τραγουδάει, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν έκανε στον «Ανθρωπο με το χρυσό χέρι», ή στο «From here to Eternity». Τον είδαμε όμως στη «Συμμορία των 11», και για όλα του τα χαρίσματα στην «Υψηλή κοινωνία» του Τσαρλς Γουόλτερς.* Στον αντίποδα, στάθηκε ο Ντέιβιντ Μπόουι, συμμετέχοντας τουλάχιστον στην αρχή σε ταινίες που χαρακτηρίσθηκαν «καλτ», χωρίς να μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι ακόμη και σε αυτή την κινηματογραφική σχέση υπάρχει το εμπορικό στοιχείο: Ο καλλιτέχνης φέρνει στις αίθουσες το κοινό του. Ακόμη και οι Who μάζεψαν τον κόσμο τους στις αίθουσες κάνοντας το '79 το «The kids are allright». Ο Μπόουι, εκτός από τον «Ανθρωπο που έπεσε στη γη», μια ταινία σύμβολο της εναλλακτικής κουλτούρας των '70, έκανε και το «Absolute beginners», στο οποίο έπαιζε και ο Ρέι Ντέιβις των Kings, το «The hunger» του Τόνι Σκοτ μαζί με την Κατρίν Ντενέβ (ήταν και οι δύο βαμπίρ) αλλά και το «Ολοι θέλουν την ησυχία τους», μια μετριότητα στην οποία συμπρωταγωνίστησε με το αστέρι της χιπ χοπ, Γκόλντι.* Η ροκ σκηνή έχει και άλλους κινηματογραφικούς σταρ, ο Στινγκ είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκτός από τα δεκάδες μικρά αλλά και μεγάλα περάσματα που έκανε σε ταινίες, ενδιαφέρον έχει να θυμηθούμε, ως χαρακτηριστική του ταλέντου του, τη σχετικά πρόσφατη συμμετοχή του στις «Δύο καπνισμένες κάννες» του Γκάι Ρίτσι.* Το '84 μπαίνει στον κινηματογράφο και ο αυτοαποκαλούμενος «Καλλιτέχνης» που ήταν γνωστός ως «Prince», με το «Purple rain», μια αυτοβιογραφική ταινία με πολλή μουσική και φυσικά το διάσημο ομώνυμο τραγούδι. Ο Prince δανείζεται πάλι ένα τραγούδι του για να γυρίσει το '86 το «Under the cherry moon» (παίζει και η Κρίστι Σκοτ Τόμας) και το '90 κάνει το «Graffiti bridge».* Αρκετά χρόνια πριν -κι ας μη το παραδέχεται για να μη προδώσει τα λίφτινγκ της- περνάει στο σινεμά η Σερ, μια τραγουδίστρια που έβλεπε την καριέρα της, μετά το φοβερό «Ι got you baby» που ερμήνευσε μαζί με τον Σόνι Μπόνο, να σβήνει. Οχι μόνο ανέκαμψε μουσικά, αλλά το υποκριτικό της ταλέντο τής έφερε στο σκρίνιο του σπιτιού της το αγαλματάκι του θείου Οσκαρ: «Η εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ», «Οι μάγισσες του Ιστγουικ» και φυσικά το «Moonstruck» που της χάρισε και το βραβείο. Το 1998 με το άλμπουμ της «Believe» επέστρεψε επιτυχώς και στη μουσική σκηνή. * Περιστασιακή έχει πει πως είναι η σχέση του με το σινεμά ο τραγουδιστής των «Τζένεσις», Φιλ Κόλινς, τον οποίο πρώτη φορά συναντάμε στο «Α hard days night» των Μπιτλς και μετά στη δεκαετία του '80 στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Miami Vice» (απ' όπου, παρακαλώ, πέρασε και ο Μάιλς Ντέιβις). Από τότε όμως έπαιξε αρκετά, από το ρολάκι στο «Hook» του Σπίλμπεργκ έως το «Βιβλίο της ζούγκλας».* Ασχετη με το σινεμά, αλλά προφανώς πηγαίο ταλέντο, είναι η Μπγιορκ, η οποία ενθουσίασε κοινό και κριτικούς στο ρόλο της τυφλής τσέχας μετανάστριας στην Αμερική, που προτιμά να μείνει τυφλή και να αφήσει ένα κομπόδεμα στο γιο της παρά να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής της, να κάνει εγχείρηση για να ανακτήσει το φως της. Η ταινία είναι το «Χορεύοντας στο σκοτάδι» και σκηνοθέτης ο Λαρς Φον Τρίερ. Οι δυο τους σάρωσαν τα βραβεία, και η Μπγιορκ δεν τραγουδάει μόνο αλλά και παίζει υπέροχα.* Το αυτό δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς για την Τζένιφερ Λόπεζ. Αλλο στιλ, άλλα μεγέθη, αλλά έχετε δει το μπούστο της; Αν ναι, όλοι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ταινίες όπως το «Ο γάμος του εραστή μου» έγινε «μπλοκμπάστερ» και το «Κελί» το είδαν και θεατές που σιχαίνονται τα θρίλερ. Η Λόπεζ έχει πάντως ταινίες για να καμαρώνει, όπως τα «Στοιχεία» («Out of sight») του Σόντεμπεργκ. Οπως ακριβώς και η Μαντόνα, η γυναίκα φαινόμενο, που με ταινίες σαν το «Ντικ Τρέισι» και το «Εβίτα» απέδειξε ότι, αν ήταν πράγμα, ο μόνος ανταγωνιστής της θα ήταν η Κόκα-Κόλα.
7 - 20/07/2003

Ανορθόδοξα Όσκαρ




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Το «Ταξίδι του αυτοκράτορα» είναι ένα μαγευτικό ντοκιμαντέρ για το ταξίδι των πιγκουίνων της Ανταρκτικής προς τον τόπο του ζευγαρώματός τους. Είναι, επίσης, μια από τις υποψήφιες ταινίες για το φετινό βραβείο Οσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ.
Τι άλλο είναι; Σε αριθμό εισιτηρίων στις ΗΠΑ, πρώτη και καλύτερη και από τις πέντε υποψήφιες ταινίες για Οσκαρ καλύτερης ταινίας!Οχι, το ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε από τους παραγωγούς του σόου της τελετής απονομής με «μπράβο βρε, ωραία γελάσαμε κι απόψε» ή «το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;»! Διότι οι άνθρωποι, στις 5 Μαρτίου, στο «Κόντακ Θίατερ» πρέπει να βάλουν τον σατιρικό σχολιαστή του CNN Τζον Στιούαρτ να κάνει ένα αστείο, να μιλήσει για πράγματα που όλοι ξέρουν και μπορούν να αντιληφθούν. Πόσους πιγκουίνους ν' ανεβάσουν στη σκηνή;Το κοινό της Αμερικής που θα δει την τελετή αγνοεί τα πάντα για τις περισσότερες ταινίες, δεν ξέρει τους υποψήφιους, ένα μέρος του, συντηρητικό, δυσανασχετεί με την ερωτική ιστορία του «Μυστικού του Brokeback Mountain», ένα άλλο έχει αντιρρήσεις για το «Μόναχο» και ένα τρίτο θεωρεί ότι το «Καληνύχτα και καλή τύχη» του Τζορτζ Κλούνεϊ είναι μια ταινία στην οποία παίζει ο διάσημος ηθοποιός και κάποιος άλλος σκηνοθετεί! Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η Ακαδημία έκανε μεγάλο άλμα, αφήνοντας πίσω, έστω για μια χρονιά, το σόου καθεαυτό, για να γράψει κινηματογραφική ιστορία πέρα από τις επιθυμίες των στούντιο και σε πλήρη δυσαρμονία με το αμερικανικό κοινό. Σύμφωνα με τους «Los Angeles Times», τέσσερις στους πέντε θεατές της εορταστικής βραδιάς δεν είχαν δει έως την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες καμία από τις υποψήφιες καλύτερες ταινίες. Παράδειγμα; Το «Crash», με έξι υποψηφιότητες, είχε κόψει μόλις οκτώ εκατομμύρια εισιτήρια ενώ το «Ταξίδι του αυτοκράτορα» είχε φτάσει τα -υπερβολικά για ντοκιμαντέρ- δώδεκα εκατομμύρια. Αλλο παράδειγμα; Μόνο διακόσιες χιλιάδες είδαν το «Transamerica» και τη Φελίσιτι Χάφμαν που είναι υποψήφια για Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου. Κι αν το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ είχε μεγαλύτερες προσδοκίες, πάει κι αυτό! Εκανε μόνο σαράντα εκατομμύρια δολάρια, όταν η άλλη περσινή δουλειά του διάσημου σκηνοθέτη, «Ο πόλεμος των κόσμων», έκανε διακόσια τριάντα τέσσερα εκατομμύρια. Το μέτριο σε επιτυχία «Κινγκ Κονγκ» έπιασε μόνο του περισσότερα από τα εκατόν ογδόντα επτά εκατομμύρια δολάρια!Αυτό κάτι λέει για τον άνεμο αλλαγής που πήρε και... ξεσήκωσε την Ακαδημία, η οποία επένδυσε, αυτή τη φορά, σε μικρές ταινίες με προβληματισμό έξω από τις πολιτικώς ορθές θέσεις του κινηματογραφικού κατεστημένου. Ηταν σίγουρο ότι το «Μυστικό του Brokeback Mountain», η ιστορία αγάπης μεταξύ δύο καουμπόι, δεν θα έκοβε πολλά εισιτήρια σε μια Αμερική της οποίας η ηγεσία και μεγάλη μερίδα πολιτών έχει βαθιά συντηρητικές απόψεις. Κι ο Ανγκ Λι δεν θα κατάφερνε να κάνει δύο φορές το ίδιο θαύμα. Την πρώτη φορά, με το «Τίγρης και δράκος», αυτοσυστήθηκε στους Αμερικανούς κι έσπασε τα ταμεία, αυτή τη φορά, θα πάρει μόνο τα βραβεία.
Περιχαρείς οι αμερικανοί αρθρογράφοι υποστηρίζουν πως εδώ υπάρχει μήνυμα με αποδέκτες και τα μεγάλα στούντιο και την τηλεόραση: «Κάντε καλές ταινίες που να μπορούν να απαντήσουν με ουσία στα τηλεοπτικά σκουπίδια. Θέαμα ναι, αλλά και ουσία ναι». Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι οι τέσσερις από τις πέντε υποψήφιες καλύτερες ταινίες, το «Brokeback Mountain», το «Crash», το «Capote», το «Good night and good luck» είναι ανεξάρτητες ή μικρές παραγωγές. Μόνο το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ είναι παραγωγή μεγάλου στούντιο, αλλά κι εδώ, ο Σπίλμπεργκ κάνει κάτι διαφορετικό. Τα Οσκαρ μέχρι εδώ είχαν μια εσάνς από Κάνες, λίγο από Βερολίνο... Μην ξεγελιέστε! Στις 5 Μαρτίου, το σόου θα είναι αλ' αμερικέν. Διότι ο διαφημιστής πλήρωσε δύο εκατομμύρια δολάρια για τα τριάντα δευτερόλεπτα έπειτα από την παρουσίαση του υποψήφιου για Οσκαρ τραγουδιού του «Crash» και πρέπει να γίνει και η απόσβεση. The show must go on!
7 - 26/02/2006

Ανάσταση καρέ καρέ

της Ελεωνόρας Ορφανίδου


«Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος...»
Εντός ολίγου περιμένουμε την Ανάσταση του Θεανθρώπου, έχοντας στο νου ότι η πίστη διευρύνει το πεδίο: Κάποια μέρα, μας διαβεβαιώνει, θα αναστηθούν όλοι... Κάποια μέρα; Στο σινεμά, αυτό έχει γίνει από παλιά. Αν και πολλές φορές με βλάσφημο τρόπο: η Χιονάτη της Ντίσνεϊ ήδη από το 1939 ξαναζούσε μετά το δάγκωμα του φαρμακωμένου μήλου και ο Φράνκενσταϊν το 1931 γινόταν το πρώτο πλάσμα που ανάστησε ένας άνθρωπος, δημιουργώντας το από συρραφές πεθαμένων. Κι ο Κόμης Δράκουλας τι ήταν; Κάποτε ζωντανός, για λίγο νεκρός και μετά... ζωντανός τη νύχτα. Βλέπετε, ο κινηματογράφος δεν δανείστηκε την Ανάσταση μόνο από τη θρησκεία της αγάπης, αλλά και από τους μεσαιωνικούς μαύρους μύθους του τρόμου.Μερικές από τις καλύτερες ιστορίες του μίλησαν για το αδύνατο, την επιστροφή από το Μεγάλο Ταξίδι. Και για το τίμημα που κλήθηκαν να πληρώσουν οι ταξιδιώτες, προκειμένου να κερδίσουν το εισιτήριο μετ' επιστροφής.*Ο Εντουαρντ Ντμίτρικ το 1955 και ο Νιλ Τζόρνταν το 1999, το είπαν κάνοντας την ίδια ταινία! Τίτλος της «Το τέλος μιας σχέσης»: Στο Λονδίνο που βομβαρδίζεται από τους Γερμανούς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σκοτώνεται ένας συγγραφέας και η ερωμένη του ζητά από τον Θεό να τον φέρει πίσω, προσφέροντας ως αντάλλαγμα το χωρισμό τους.Η δύναμη της αγάπης νικάει το θάνατο, αλλά το τελικό τίμημα είναι πάλι θάνατος. Και η Ντέμπορα Κερ και η Τζούλιαν Μουρ, στην πρώτη και τη δεύτερη ταινία, πεθαίνουν.*Ανάλογο τέλος έχει και η ηρωίδα της ταινίας του Λαρς Φον Τρίερς «Δαμάζοντας τα κύματα». Πιστεύοντας στη δύναμη της αγάπης της, ζητά με απίστευτη επιμονή τη θεραπεία -πάνω από κάθε λογική και επιστήμη- του ετοιμοθάνατου άντρα της που χτύπησε βαρύτατα σε ένα ατύχημα στην πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου όπου εργαζόταν. Το θαύμα γίνεται. Αντίτιμο; Ο δικός της ηθικός ξεπεσμός, η εξιλέωση μέσω της πτώσης και τελικά ο θάνατος.*Το 1990 ο Τζόελ Σουμάχερ γυρίζει το «Flatliners». Ο Κίφερ Σάδερλαντ, η Τζούλια Ρόμπερτς και η παρέα τους, όλοι φοιτητές της Ιατρικής, αποτολμούν το αδύνατο: να πεθάνουν και να αναστηθούν για να αποκομίσουν την εμπειρία τής μετά θάνατον ζωής. Φεύγουν, αλλά δεν επιστρέφουν μόνοι, τους ακολουθούν αμαρτίες που αναζητούν εξιλέωση.*Αλλου είδους είναι η οπτική ενός θρησκευόμενου διανοούμενου, του Καρλ Ντράγερ. Στον «Λόγο» που γύρισε το 1955 (Χρυσός Λέων της Βενετίας), ένας τρελός που πιστεύει ότι είναι ο Χριστός και μια κόρη που υπεραγαπά τη μητέρα της, ξαναφέρνουν την τελευταία στη ζωή.Νεκροφάνεια; Οχι, λέει ο Ντράγερ, θαύμα της αγάπης και του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Μέσω της Ανάστασης του δανού σκηνοθέτη, οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι!*Η δύναμη της αγάπης ανάστησε ακόμη και τον εξωγήινο «Ε.Τ.» του Σπίλμπεργκ. Μαραζωμένος από τα πειράματα και από το νόστο, σβήνει καλωδιωμένος στα ανθρώπινα εργαστήρια αλλά... η αγάπη των παιδιών ξανανάβει το φωτάκι της ζωής πάνω στο στήθος του. Νεκροφάνεια; Οχι σε μια τόσο γλυκιά ιστορία. Αλλά και ο Χάρι Πότερ, στην «Κάμαρα με τα Μυστικά», επανέφερε στη ζωή όσους και όσα ο αντίπαλός του είχε σκοτώσει. Το γοητευτικό και πλάνο μήνυμά του; Με την υπέρβαση των φυσικών κανόνων, μπορείς να κάνεις από την αρχή τα πάντα!*Η αγάπη ανασταίνει και τη Χιονάτη της Ντίσνεϊ. Η κόρη κείτεται φαρμακωμένη χωρίς ζωή, αλλά ο πρίγκιπας που την ερωτεύτηκε της δίνει το φιλί της ζωής.*Στον κόσμο των μεγάλων, ενδιαφέρον έχει η «Ανάσταση» των Ταβιάνι, μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Τολστόι. Στη Ρωσία του 1902 ένας πλούσιος πρίγκιπας ερωτεύεται μια χωρική αλλά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Πολλά χρόνια μετά, επιστρέφουν, ω του θαύματος, στη νεανική τους ηλικία για να ζήσουν τον έρωτά τους.*Επιστροφή πολλές φορές σημαίνει και εκδίκηση! Οπως με το «Κοράκι» του Αλεξ Πρόγιας το 1994. Γεννημένη μέσα από τους γοτθικούς μύθους του θανάτου, η ιστορία είναι σχεδόν κλασική. Οι νεκροί που πεθαίνουν βίαια και άδικα συχνά επιστρέφουν με τη μορφή ενός πουλιού για να εκδικηθούν.Το αυτό πράτει ο Μπράντον Λι, υποδυόμενος έναν μουσικό που δολοφονήθηκε. Μορφή των κόμικς, το Κοράκι, έγινε ένας σύγχρονος θρύλος καθώς και ο πρωταγωνιστής δολοφονήθηκε στα γυρίσματα της ταινίας. Το 2000 γυρίστηκε η συνέχεια του φιλμ, με το Κοράκι να επιστρέφει για να εκδικηθεί τη δολοφονία της αγαπημένης του.*Η περίπτωση του Δράκουλα και του Φράνκενσταϊν -σε όλες τους τις κινηματογραφικές εκδοχές - είναι διαφορετική. Πλάσματα που οφείλουν τη ζωή τους στο σκοτάδι περνούν στο φως με μόνο στόχο να επιβάλουν παντού τον σκοτεινό τους κόσμο. Νεκροί που ξαναζωντάνεψαν ή φτιάχτηκαν από νεκρούς, τρομακτικοί αλλά και αξιολύπητοι, αιμοσταγείς αλλά και δυστυχισμένοι. Παραμένουν πολύ μόνοι ακόμη κι όταν δεν είναι: Το 1935 αποκτά τη «Νύφη» του («Η νύφη του Φράνκενσταϊν»), αναζητώντας τον δικό του Θεό, δηλαδή τον άνθρωπο, για να λάβει απαντήσεις που δεν μπορεί να του δώσει.*Ξεχωριστής κατηγορίας αναστημένα πλάσματα του σινεμά είναι τα ζόμπι, τα οποία καιρό τώρα έχουν περάσει από το κινηματογραφικό περιθώριο στην κεντρική σκηνή, χάρη σε αριστουργήματα σαν τη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών».*Και τι να πει κανείς για την τελευταία σκηνή του «Χάλογουιν»: Η Τζέιμι Λι Κέρτις έχει σκοτώσει τον παρανοϊκό μασκοφόρο, το είδαμε όλοι! Ομως αυτός εξαφανίζεται. Κι ο τρόμος επανέρχεται στα σίκουελ.*Ανάσταση, άλλης πιο επιστημονικής μορφής, έχουμε και στο «Αλιεν: Η αναγέννηση». Μαζί με την κλωνοποίηση της Ελεν Ρίπλεϊ (Σιγκούρνι Γουίβερ), οι επιστήμονες κλωνοποιούν και το εξωγήινο τέρας που κυοφορούσε. Δύο Αναστάσεις σε μία, με τη δεύτερη να απειλεί με καταστροφή ολόκληρο το ανθρώπινο είδος.*Ευτυχώς όλα αυτά είναι σινεμά. Ακόμη και όταν οι ιστορίες δεν είναι σκοτεινές, ακόμη κι όταν η δύναμη της αγάπης νικάει το χρόνο και το θάνατο χωρίς να χρειάζεται αντίβαρο σε αίμα, ακόμη και τότε, όσοι δεν θα είχαμε τη δύναμη ψυχής να φέρνουμε πίσω όσα αγαπάμε, θα παραμέναμε δυστυχείς. Στον κόσμο μας δεν υπάρχουν Χιονάτες με φαρμακωμένα μήλα κι ο Φράνκενσταϊν -αν τελικώς τον έχουν κατασκευάσει- βρέχει ακόμη τις πάνες του.
7 - 26/04/2003

Made in Asia




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ



Μπορούν η Ζανγκ Ζιγί και η Γκονγκ Λι να παίξουν τις ιαπωνίδες γκέισες; Μπορούν, είπε το Χόλιγουντ και γύρισε την ταινία «Οι αναμνήσεις μιας γκέισας», με την αφρόκρεμα του κινεζικού σινεμά να υποδύεται κορίτσια από τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, τα οποία έκαναν παρέα, και όχι μόνο, σε σοβαρούς ιάπωνες κυρίους.
Οι Κινέζοι όμως είχαν άλλη άποψη και εδώ και μερικούς μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια νέα σινοϊαπωνική διαμάχη, ορμώμενη φυσικά από το μαύρο παρελθόν, την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα (που συνοδεύτηκε από τις ωμότητες του τάγματος 731, το οποίο πραγματοποιούσε πειράματα μικροβιολογικού πολέμου σε ζωντανούς ανθρώπους) και τις θηριωδίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι «Αναμνήσεις μιας γκέισας», που θα προβληθούν τις επόμενες ημέρες και στη χώρα μας, έχουν κάνει άνω κάτω την Απω Ανατολή, καθώς ούτε ο Σπίλμπεργκ ως παραγωγός, ούτε ο σκηνοθέτης Ρομπ Μάρσαλ (δημιουργός του βραβευμένου με Οσκαρ μιούζικαλ «Σικάγο») σκέφτηκαν ότι μπορεί να θίξουν τα άγια των αγίων της Κίνας, προτείνοντας σε κινέζες ηθοποιούς τον ρόλο Ιαπωνίδων. Κι όμως ένας χαμός έχει γίνει στο Ιντερνετ και στις εφημερίδες, με τον κόσμο να κατηγορεί τις τρεις πρωταγωνίστριες, κυρίως δε την Ζανγκ Ζιγί που συνάπτει στην ταινία ερωτικές σχέσεις -άκουσον άκουσον- με τον ιάπωνα ηθοποιό Κεν Γουάτανμπι.Τι κι αν βγήκε η Γκονγκ Λι και επικαλέστηκε τον Ρέιφ Φάινς που έγινε Γερμανός στη «Λίστα του Σίντλερ», τη Βίβιαν Λι που έγινε Αμερικανίδα στο «Οσα παίρνει ο άνεμος», τον Αντονι Χόπκινς και τόσους άλλους που άλλαξαν πατρίδα χάριν του ρόλου τους. Οι Κινέζοι, κυρίως οι νέοι, έμειναν απτόητοι στην κριτική τους. Ομως εδώ και καιρό, η Γκονγκ Λι, η Ζανγκ Ζιγί και μερικές ακόμη συμπατριώτισσές τους έπαψαν να ανήκουν στον στενό κινεζικό καλλιτεχνικό χώρο, άπλωσαν τα φτερά τους και έγιναν διεθνείς. Το κινεζικό σινεμά και τα αστέρια του είναι υψηλής ποιότητας εθνικό κεφάλαιο που εξάγεται με τους κανόνες της αγοράς, ενώ οι εθνικισμοί είναι όπως ξέρουμε προς εσωτερική κατανάλωση. Δύσκολο να το πεις μάλλον στο μέσο Κινέζο της ενδοχώρας, αλλά στο Χονγκ Κονγκ και τη Σαγκάη όλοι ξέρουν για το «κινεζικό όνειρο», το οποίο κορίτσια σαν τη Μάγκι Τσεν, τη Μισέλ Γεό και τη Ζανγκ Ζιγί το ντύνουν με τα ομορφότερα χρώματα. Γκονγκ Λι: Η μούσα του ΓιμούΤο δρόμο άνοιξε η Γκονγκ Λι, όταν μια μέρα, κρυφά από τους γονείς της, γράφτηκε στην εθνική δραματική σχολή του Πεκίνου. Η Γκονγκ Λι που γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1965, τελευταίο παιδί μιας πολυμελούς τυπικής κινεζικής οικογένειας, αποτέλεσε τη μούσα των σκηνοθετών της λεγόμενες πέμπτης γενιάς, της οποίας κορυφαίος εκπρόσωπος ήταν ο τότε σύντροφός της Ζαν Γιμού. Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο και έμειναν αχώριστοι μέχρι το 1995. Ενα χρόνο μετά εκείνη γνώρισε και παντρεύτηκε έναν καπνοβιομήχανο. Στην Κίνα ταυτίστηκε με το νέο πρότυπο της γυναίκας, που ακολουθεί μεν την παράδοση, αλλά αποκτά και δική της προσωπικότητα με δικαίωμα λόγου μέσα και έξω από το σπίτι. Στο εξωτερικό πάλι, ταυτίστηκε με την... Κίνα. Εξωτική ομορφιά, εξωτική σεμνότητα, εξωτική γοητεία. Στα Φεστιβάλ των Κανών τα οποία επισκεπτόταν με τον Γιμού, δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ διαγκωνίζονταν για ένα κλικ ή μια δήλωσή της κι ας μην είχε ποτέ να πει κάτι που θα χώραγε σε ένα πρωτοσέλιδο. Η κυρία Γκονγκ Λι ήταν πρωτοσέλιδο ούτως ή άλλως γιατί ήταν η πιο όμορφη, Κίνα που είχε δει ποτέ η Δύση. Η πρώτη διεθνής αναγνώριση ήρθε το 1990, όταν έπαιξε στο «Ζου Ντου» την ομώνυμη ηρωίδα που απατά τον άντρα της με τον ανιψιό της. Δεν υπήρξε κινηματογραφικό περιοδικό στον κόσμο που να μη φιλοξένησε φωτογραφία ή δήλωσή της, ενώ ένα χρόνο μετά έγινε σταρ. Η ταινία είχε τον τίτλο «Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια» και την είδε το σινεφίλ κοινό ολόκληρου του κόσμου. Ακολούθησαν το «Αντίο, παλλακίδα μου» του Τσεν Κάιγκε, το «Θα ζήσω» του Γιμού και το 1998 ο πρώτος της αγγλόφωνος ρόλος στο «Κινέζικο κουτί» του Γουέιν Γουάνγκ, με συμπρωταγωνιστή τον Τζέρεμι Αϊρονς. Ο Γουόνγκ Καρ Βάι την επέλεξε για το «2046» και του χρόνου θα τη δούμε στο «Miami Vice». Στις «Αναμνήσεις μιας γκέισας» υποδύεται την γκέισα Χατσουμόμο. Οταν είπαν στο άλλο αστέρι του κινεζικού σινεμά, τη Ζανγκ Ζιγί, ότι πολλά διεθνή μέσα την αποκαλούν μικρή Γκονγκ Λι, αρνήθηκε τη φιλοφρόνηση, τονίζοντας ότι δεν χωρούν συγκρίσεις σε τόσο άνισα μεγέθη. Είναι πολύ σεμνή είπαν κάποιοι, αλλά κάποιοι άλλοι είπαν ότι δεν ήθελε να υπενθυμίσει πως τον «τίτλο» τον απέσπασε και εξαιτίας της ερωτικής της σχέσης με τον Ζαν Γιμού, τον σκηνοθέτη που γνώρισε στη Δύση την πραγματική Κίνα ή κατ' άλλους την Κίνα που θέλαμε! Ζανγκ Ζιγί: Το καινούριο αστέριΓια τη Ζανγκ Ζιγί το παραμύθι ξεκινάει με τον αλά Γκονγκ Λι τρόπο, κοινώς γνωρίζει τον Ζαν Γιμού. Μαθήτρια ακόμη στο σχολείο παίζει σε ένα διαφημιστικό σποτ για σαμπουάν στο Χονγκ Κονγκ υπό τη σκηνοθετική του μπαγκέτα. Του έκανε τόση εντύπωση η ντελικάτη ομορφιά της που λίγα χρόνια μετά, το 1999, την έχρισε πρωταγωνίστριά του στην ταινία «Ο δρόμος για το σπίτι». Η άγνωστη μέχρι τότε ηθοποιός κάνει το πρώτο μεγάλο της ταξίδι στα δυτικά, στο Βερολίνο για το φεστιβάλ και ο τύπος δεν χρειάστηκε παρά μόνο μερικές μέρες για να αναγνωρίσει το νέο αστέρι από την Κίνα. Δεν πέρασαν τρεις μήνες και στις Κάνες όλοι μιλούσαν γι' αυτήν και τη νέα της ταινία, το «Τίγρης και Δράκος» του Ανγκλ Λι. Κι όταν ο «Τίγρης» πήγε στα Οσκαρ, οι «Νιου Γιόρκ Τάιμς» υποδέχθηκαν την Ζανγκ Ζιγί, στον κόσμο των σταρ. Η κόρη του οικονομολόγου και της δασκάλας από το Πεκίνο έγινε περιζήτητο εξώφυλλο σε όλα τα μεγάλα αμερικανικά έντυπα, κι εξομολογήθηκε ότι δεν μπορούσε καν να ονειρευτεί όλα αυτά που της συμβαίνουν όταν φοιτούσε στη σχολή χορού του Πεκίνου, ακόμη κι όταν απέσπασε το πρώτο βραβείο του εθνικού διαγωνισμού. Το να κάνει μια ταινία για το Χόλιγουντ ήταν θέμα χρόνου. Το 2001 παίζει στο « Rush Hour 2», στο πλευρό του Τσάκι Τσαν και του Κρις Τάκερ. Ακολουθούν το «Ηρωας», τα «Ιπτάμενα στιλέτα» , το «2046» και τώρα η «Γκέισα». Η Ζανγκ Ζιγί υποδύεται την γκέισα Σαγιουρί, που γίνεται διάσημη για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, μπαίνει στα μεγάλα σαλόνια της καλής κοινωνίας και ζει τις μεγάλες ανατροπές που φέρνει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Γι' αυτό το ρόλο, η Ανατολή διαφώνησε με τη Δύση. Και κάποιοι στο Πεκίνο έγραψαν στους τοίχους «Ζανγκ Ζιγί είσαι μια ξεδιάντροπη πόρνη».Μισέλ Γεό: Η μις Μαλαισία πάει σινεμάΤη Μισέλ Γεό την ενώνουν με την Γκονγκ Λι και τη Ζανγκ Ζιγί οι «Αναμνήσεις μιας γκέισας» και τη χωρίζουν δυο κουλτούρες. Κινέζα που γεννήθηκε στη Μαλαισία και μεγάλωσε στο Λονδίνο, φέρει πάνω της τον δυτικό τρόπο ζωής και σκέψης που ανταμώνει κανείς στο Χονγκ Κονγκ, μακριά από τα παραδοσιακά κατεστημένα του Πεκίνου. Αθλήτρια υψηλού επιπέδου στο κολύμπι και στις καταδύσεις, χορεύτρια υψηλών προδιαγραφών με σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, αθλήτρια των πολεμικών τεχνών, μις Μαλαισία το 1983, η Μισέλ Γεό ήθελε να ανήκει στη Δύση και τα κατάφερε πολύ νωρίς. Ο Ολιβερ Στόουν είχε πει γι' αυτήν ότι είναι η αγαπημένη του ηθοποιός και ο Τσάκι Τσαν την παραδέχθηκε ως ισάξιά του στις πολεμικές τέχνες, χρίζοντάς την συμπρωταγωνίστρια στην ταινία του «Supercop». Η καριέρα της εκτοξεύτηκε στα ύψη και το κοινό που έβλεπε τέτοιου είδους ταινίες τη λάτρεψε. Χάρη στο μαχητικό της προφίλ κέρδισε το ρόλο του κοριτσιού του Τζέιμς Μποντ στο «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει», ενώ το 2000 ήρθε και η καλλιτεχνική αναγνώριση με το «Τίγρης και δράκος». Παίρνοντας παράδειγμα από τον Τσάκι Τσαν σταμάτησε να χρησιμοποιεί κασκαντέρ στις δύσκολες σκηνές , γεγονός που το πλήρωσε με μια πτώση από δέκα μέτρα ύψος και ένα σοβαρό κάταγμα στην πλάτη που την άφησε επί μήνες στο κρεβάτι. Δεν πτοήθηκε ούτε και τότε και συνέχισε να λατρεύει, όπως δήλωσε, τις ταινίες δράσης. Σαράντα τεσσάρων ετών σήμερα, υποδύεται στις «Αναμνήσεις» την γκέισα Μαμεχά, που καθοδηγεί με την εμπειρία της την Ζανγκ Ζιγί για να κατακτήσει τον κόσμο. Οι Κινέζοι πλέον τη θεωρούν απλώς Μαλαισιανή.Λούσι Λιού: Από τον Τσάρλι στον ΜπιλΑυτό που συνδέει τη Λούσι Λιού με την Κίνα είναι η καταγωγή των γονιών της και μόνο. Παιδί της Νέας Υόρκης με τα μπαλέτα του, τα μαθήματα υποκριτικής του και τα... χάμπουργκερ του, δεν κουβαλάει αυτό το μαγνητισμό που εκπέμπουν οι συμπατριώτισσές της από την Ανατολή. Ωστόσο η ομορφιά, το ταλέντο και ο αμερικανικός αυθορμητισμός της γράφουν μια διαφορετικά όμορφη εικόνα στο πανί, η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από το Χόλιγουντ. Η Λούσι Λιού ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι της δημοσιότητας μέσα από το σίριαλ «Αλι Μακ Μπιλ» (προβλήθηκε και στη χώρα μας) και με κάποιες συμμετοχές στα «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» και «Στην Εντατική». Ελάχιστοι θυμούνται τον πρώτο κινηματογραφικό της ρόλο στο «Τζέρι Μαγκουάιρ» με τον Τομ Κρουζ, εν αντιθέσει με τη μεγάλη της εμπορική επιτυχία, τις δύο ταινίες των «Αγγέλων του Τσάρλι», δίπλα στις Ντρου Μπάριμορ και Κάμερον Ντίαζ. Εκεί είδαμε, μαζί με τον Τσάκι Τσαν και τον Κουέντιν Ταραντίνο, τις επιδόσεις της όχι μόνο στην υποκριτική αλλά και στις πολεμικές τέχνες. Αυτές οι τελευταίες ήταν που την ίδια χρονιά τής έδωσαν στο πλευρό του Τσάκι Τσαν ρόλο στο «Shanghai noon», ενώ τρία χρόνια αργότερα, η κυρία Λούσι Λιού έγινε και του ...«καλλιεχνικού» παίζοντας στα «Kill Bill vol.1 και 2». Ολ' αυτά την έφεραν στην κεντρική σκηνή του Χόλιγουντ και της έδωσαν ευκαιρίες για καλύτερες επιλογές , όπως τα «Domino» και «Cleaner». «Κατάλαβα», δήλωσε κάποτε, «ότι είναι πιο εύκολο απ' όσο πίστευα για την Αμερική να με αποδεχθεί παρά το γεγονός ότι ήμουν Κινέζα, όταν στο κολέγιο με επέλεξαν να παίξω την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων κι ας ήμουν έξω από το προφίλ του ρόλου λόγω φυλετικών χαρακτηριστικών».Μπάι Λινγκ: Από το Θιβέτ στο ΧόλιγουντΜπάι Λινγκ στα κινεζικά θα πει λευκό πνεύμα, κι είναι ένα όνομα που ταιριάζει απόλυτα στην αιθέρια ηθοποιό, η οποία στα δεκατέσσερά της (το 1986) έπαιζε σε επιχορηγούμενα από την κυβέρνηση μιούζικαλ που ψυχαγωγούσαν τους κινέζους στρατιώτες στο Θιβέτ. Το 1990 η Μπάι Λινγκ αποφασίζει ν' αλλάξει ζωή και μετακομίζει στις ΗΠΑ όπου και σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, επιχειρώντας παράλληλα με τα λίγα αγγλικά της να μπει στον κόσμο του θεάματος. Την ευκαιρία της την έδωσε ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι με τον «Μικρό Βούδα», αλλά πάτησε και με τα δυο της πόδια στον κόσμο του κινηματογράφου ένα χρόνο μετά, με το «Κοράκι». Η δημοσιότητα που έλαβε η ταινία λόγω του βίαιου θανάτου του Μπράντον Λι την έκανε γνωστή στο ευρύ κοινό και η Μπάι Λινγκ που ακόμη τελειοποιούσε αγγλική γλώσσα και προφορά, υποδύθηκε τη μεταφράστρια του προέδρου «Νίξον» στην ομώνυμη ταινία του Ολιβερ Στόουν. Πρωταγωνίστρια όμως χρίστηκε το 1997 στο πλευρό του Ρίτσαρντ Γκιρ, στην ταινία «Red Corner». Από τότε όλα ανθηρά για την κυρία Λινγκ που έπαιξε και στο «Η Αννα και ο βασιλιάς» , και στο «She hate me» και στο τελευταίο «Star wars». Από την εποχή του Θιβέτ άλλαξαν πολλά στη ζωή της. Μένει σε βίλα, αγαπάει τον Κρις Αϊζακ, γυρίζει κατ' εξοχήν αμερικανικές ταινίες και μάλλον συμφωνεί πλέον , εκεί στην καρδιά της Δύσης, ότι είναι κακό να διασκεδάζεις κινέζους εισβολείς.Μάγκι Τσενγκ: Ανάμεσα σε δύο εποχέςΗ Μάγκι Τσεν είναι μύθος. Ισως όχι με τον σοφιστικέ τρόπο της Γκονγκ Λι, αλλά πάντως ένας μεγάλος μύθος του Χονγκ Κονγκ, της πόλης που έφερε τη μεγάλη αλλαγή στην κινεζική κινηματογραφία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια γύρισε περισσότερες από εβδομήντα ταινίες όλων των ειδών, κινεζικές και αμερικανικές, με κορυφαία καλλιτεχνική στιγμή την ερμηνεία της στο αριστούργημα του Γουόνγκ Καρ Βάι «Ερωτική επιθυμία». Γεννημένη στο Χονγκ Κονγκ η Μάγκι έζησε στην Αγγλία τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Νιώθοντας ότι δεν χωράει παρά μόνο στην πατρίδα της, επέστρεψε. Ηταν όμως πια ξένη και εκεί. Εμεινε ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να επανενταχτεί σε μια κοινωνία που δυτικοποιούνταν συνεχώς, λέγοντας «κι άλλο, κι άλλο». Μπήκε στον «δυτικό τρόπο πολέμου» και το 1983 εξελέγη «Μις Χονγκ Κονγκ», για ν' αρχίσει από κάπου. Το παραμύθι της άρχισε στο πλευρό του Τσάκι Τσαν. Μετά ήρθαν σκηνοθέτες σαν τον Γουόνγκ Καρ Βάι, τον Τζον Γου, τον Ζαν Γιμού, ηθοποιοί σαν τον Τσου Γιουν Φατ , βραβεύσεις στα Φεστιβάλ του Βερολίνου και της Ταϊβάν και η Μάγκι Τσενγκ έγινε και παραμένει ένα λαμπρό αστέρι του κινεζικού σινεμά, εκπροσωπώντας κάτι απ' το παλιό που φεύγει και κάτι απ' το νέο που είναι ήδη εκεί. Γι' αυτό και εύκολα υποδύεται ηρωίδες της σημερινής Κίνας αλλά και της παλιάς, ανοίγοντας το φάσμα των θαυμαστών της από το ένα άκρο στο άλλο. Είναι σαν εκείνη τη θεωρία για την Κίνα του «Μοναχικού λύκου». Μόλις ανακάλυψε τη δύναμή της και προσανατολίζεται ανάλογα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι...
7 - 08/01/2006



Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Ο Σέρλοκ Χολμς ... στον φακό


της Ελεωνόρας Ορφανίδου


Το 1887, στον αριθμό 221β της οδού Μπέικερ, στο Λονδίνο, μετακόμιζε ο πιο διάσημος ντετέκτιβ του κόσμου: ο Σέρλοκ Χολμς, ένας μισογύνης πανεπιστήμων που μέσα σε λίγο καιρό έφερε σε απόγνωση όχι μόνο τους εγκληματίες αλλά και τον ίδιο τον δημιουργό του, τον συγγραφέα Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, και κατέστησε το βικτοριανό σπίτι της οδού Μπέικερ την πιο γνωστή στον λογοτεχνικό κόσμο λονδρέζικη κατοικία.

Στο σπίτι αυτό, το οποίο έχει μετατραπεί σε «Μουσείο Σέρλοκ Χολμς», σπεύδουν κάθε χρόνο χιλιάδες τουρίστες, μολονότι γνωρίζουν ότι ο ντετέκτιβ με το βιολί δεν έμενε ποτέ εδώ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού υπήρξε μόνο στη φαντασία του δημιουργού του! Μέσα από τα βιβλία, όπως δείχνει και το σημερινό svcd του Discovery που προσφέρει η «Κ.Ε.», το σπίτι της οδού Μπέικερ έχει γίνει εξαιρετικά οικείο σε χιλιάδες ανθρώπους, όπως και ο διάσημος ένοικός του.

Οταν πέθανε ο Κόναν Ντόιλ, ο γιος του και στη συνέχεια και άλλοι έγραψαν ιστορίες γι' αυτόν, διανθίζοντάς τις με στοιχεία πιο προσωπικά. Το κοινό ήθελε να ξέρει πώς περνούσε τον καιρό του όταν δεν αναζητούσε δολοφόνους. Τις απαντήσεις γι' αυτόν τον σαρκαστικό, πεσιμιστή, ηθικολόγο και μισογύνη ντετέκτιβ, έδωσε ο άνθρωπος που τον αγάπησε περισσότερο απ' όλους, ο σύντροφός του στην περιπέτεια, δόκτορ Γουότσον.

Ο Χολμς, μας πληροφορεί ο Γουότσον, ξυπνάει την αυγή και αγαπά τους μακρινούς περιπάτους ή κλείνεται στο εργαστήριό του της χημείας. Πολλές φορές περνούν μέρες χωρίς να κουνηθεί από την καρέκλα του. Είναι οι δύσκολες μέρες της μορφίνης και της κοκαΐνης. Την περισυλλογή του συνοδεύουν οι ήχοι του βιολιού του -λατρεύει τον Μέντελσον- και, όταν δεν καπνίζει την πίπα του, ασκείται στο μποξ ή την ξιφασκία.

Η φιλομάθειά του τον έχει κάνει γνώστη αρκετών επιστημών, χωρίς να έχει σπουδάσει καμία συστηματικά. Σύμφωνα πάντα με τον Γουότσον, ο Χολμς είναι ειδικός στη λογοτεχνία του τρόμου και καλός γνώστης της φιλοσοφίας, της αστρονομίας, της βοτανολογίας και της νομικής επιστήμης. Ξέρει τα πάντα για τα ναρκωτικά και τα δηλητήρια, ενώ έχει πρακτικές γνώσεις γεωλογίας, χημείας και ανατομίας.

Ο Χολμς έγινε αγαπητός όχι μόνο γιατί ανακάλυπτε πάντα τους κακούς, αλλά και γιατί ο δημιουργός του του χάρισε μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ακόμη και το γεγονός ότι είναι εθισμένος στα ναρκωτικά είναι στοιχείο της παρακμιακής του γοητείας. Ο Κόναν Ντόιλ, δίνοντας σάρκα στον Χολμς, εξέφρασε την παρακμή της βικτοριανής εποχής αλλά και το νέο που ερχόταν, τη δυναμική επιστροφή της λογικής στον υπό δημιουργία κόσμο του επόμενου αιώνα. Κι όταν αποφάσισε να τον σκοτώσει σε μια ελβετική χαράδρα, ήταν ήδη τόσο ζωντανός, ώστε οι ίδιοι οι αναγνώστες τον ανάγκασαν να τον αναστήσει.

Πολλά χρόνια μετά, το 1997, σε ολόκληρο τον κόσμο έγιναν εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του, ενώ κανείς δεν θυμήθηκε τα εκατό χρόνια του πνευματικού του πατέρα! Η Βασιλική Ακαδημία Φυσικών Επιστημών, όπως μετέδωσε το BBC, τίμησε τον Σέρλοκ Χολμς για τη συμβολή του στην εκλαΐκευση της χημείας. Ηταν η πρώτη φορά που απονεμήθηκε μετάλλιο σε ένα... φανταστικό πρόσωπο.

Ο ίδιος ο Χολμς ήξερε πως ήταν ξεχωριστός. «Είμαι», έλεγε, «ο καλύτερος στον κόσμο. Εχουμε στο Λονδίνο πολλούς ντετέκτιβ, στην αστυνομία και ιδιωτικούς. Και όλοι αυτοί, όταν κάνουν λάθος, έρχονται σε μένα». Μιλούσε για τους συγχρόνους του χωρίς να γνωρίζει ότι ο μεγεθυντικός φακός, το σκουφάκι και η πίπα του θα γίνονταν το παγκόσμιο σύμβολο των «λαγωνικών» διαχρονικά. Πριν από λίγα χρόνια η γαλλική εφημερίδα «Le Monde», σε ένα αφιέρωμά της τον χαρακτήρισε «ηλεκτρονικό υπολογιστή του 19ου αιώνα». Οπως φαίνεται, ο Σέρλοκ Χολμς θα βγάλει και τον 21ο...


7 - 07/03/2004

Νουάρ και ξερό ψωμί



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ - φωτ: Bettmann/CORBIS-REX/APEIRON

Το 1946 το σινεφίλ κοινό της Αμερικής συγκλονιζόταν από τη «Γαλάζια Ντάλια», τη μοναδική ιστορία που έγραψε απευθείας για τον κινηματογράφο ο βασιλιάς του pulp fiction Ρέιμοντ Τσάντλερ: Η διάσημη ηθοποιός Βερόνικα Λέικ δολοφονείται στο Λος Αντζελες και το κυνήγι του δολοφόνου της παρακολουθούν εκατομμύρια θεατές, που κάνουν την ταινία μεγάλη επιτυχία.

O Γουίλιαμ Φόκνερ και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ.
Εναν χρόνο μετά, αστυνομικοί και δημοσιογράφοι αποκτούν τη δική τους «Ντάλια». Επηρεασμένοι από την ταινία του Τσάντλερ, ονομάζουν «Μαύρη Ντάλια» τη μαυροφορούσα επίδοξη ηθοποιό Ελίζαμπεθ Σορτ, που δολοφονήθηκε στις 15 Ιανουαρίου, επίσης στο Λος Αντζελες. Ο Τζέιμς Ελρόι (καθώς και μια ντουζίνα άλλοι συγγραφείς) έκαναν την ιστορία βιβλίο και ο Μπράιαν ντε Πάλμα γύρισε την ομώνυμη ταινία που απολαμβάνουμε αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.

Η εμπλοκή του Τσάντλερ με το σινεμά, φυσικά δεν ήταν μόνο αυτή. Τη δεκαετία μεταξύ '40 και '50, τότε που ανθούσε το νουάρ, αυτός και πολλοί άλλοι διάσημοι συγγραφείς πέρασαν από το Χόλιγουντ για να γράψουν σενάρια. Αλλοι διέπρεψαν και άλλοι όχι. Αλλοι μεγαλούργησαν και άλλοι καταστράφηκαν τελείως! Και πώς όχι; Οταν ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ είχε τη δύναμη το 1939 να απολύει έναν Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ γιατί δεν του έκανε καλή δουλειά στο «Οσα παίρνει ο άνεμος», θα γλίτωνε από τον πάλαι ποτέ κρεοπώλη Τζακ Γουόρνερ (της Γουόρνερ Μπρος) ένας θεατρικός συγγραφέας, ο Κλίφορντ Οντετς;

Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ ήταν 55 ετών όταν έγραψε το πρώτο του σενάριο για το Χόλιγουντ. Η ταινία ήταν το διάσημο «Double indemnity», που γύρισε το 1944 ο Μπίλι Γουάιλντερ με πρωταγωνίστρια την Μπάρμπαρα Στάνγουικ. Ο Γουάιλντερ θυμάται την άφιξη του Τσάντλερ στο Χόλιγουντ: «Λιγομίλητος και σοβαρός, ήθελε απλώς να δει με τι μοιάζει ένα σενάριο». Ο μισθός του ήταν μόλις 150 δολάρια την εβδομάδα. Πολύ αργότερα του άνοιξε τα μάτια ένα στέλεχος της Γουόρνερ, που του είπε να διαπραγματεύεται ατζέντης την αμοιβή του. Προηγουμένως τον κατέκλεψε και ο σκηνοθέτης Χάουαρντ Χοκς. Οπως λέγεται τουλάχιστον, ενώ ο Τζακ Γουόρνερ έδωσε στον Χοκς 50 χιλιάδες δολάρια για να διαπραγματευθεί την τιμή για τη μεταφορά του «The big sleep» (1946) στο σινεμά, εκείνος έδωσε στον συγγραφέα μόλις τις πέντε χιλιάδες και τα υπόλοιπα τα κράτησε για τον εαυτό του! Η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία (μεταξύ των σεναριογράφων ήταν και ο νομπελίστας Γουίλιαμ Φόκνερ) και ο Τσάντλερ κατάλαβε ότι όντως χρειαζόταν έναν καλό ατζέντη! Μόλις τον προσέλαβε, και χρήματα έβγαλε, και δικαιώματα σταρ απέκτησε. Οταν πλησίαζαν οι ημερομηνίες που έπρεπε να παραδώσει τα κείμενά του, είχε υπό τις υπηρεσίες του έξι γραμματείς που δούλευαν ολόκληρο εικοσιτετράωρο, ενώ ο σοφέρ και η Κάντιλακ περίμεναν έξω από το σπίτι για να μεταφέρουν κείμενα και διορθώσεις στο στούντιο παραγωγής.

Δεν τον σήκωνε το Χόλιγουντ

Ο Χοκς, όπως και οι αδελφοί Γουόρνερ ή ο Σέλζνικ, είχαν μια ευχέρεια να αλλάζουν σενάρια, πρόσωπα και διαλόγους κατά το δοκούν. Το έκαναν και στα σενάρια του Τσάντλερ (στο «The big sleep» ενίσχυσαν κατά πολύ τον ρόλο της Λορίν Μπακόλ εις βάρος της πλοκής) αλλά κυρίως στα σενάρια ενός άλλου μεγάλου της εποχής, του Τζέιμς Μάλαχαν Κέιν. Αν το όνομα δεν σας λέει τίποτα, ο Κέιν είναι ο συγγραφέας της νουβέλας «The double indemnity», απ' όπου και το σενάριο του Τσάντλερ αλλά και του «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές». Μετέφερε δε στο σινεμά μια άλλη του νουβέλα, το «The roof of his evil». Ομως, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του από απόφοιτος του Χάρβαρντ έγινε... πιανίστας, καθώς το συμβόλαιο της πρωταγωνίστριας όριζε ότι έπρεπε να πει οπωσδήποτε ένα τραγούδι! Ο ίδιος ο Κέιν το πληροφορήθηκε αυτό όταν... είδε την ταινία. Τελικά δεν άντεξε αυτή τη συμπεριφορά, ούτε και κατάφερε να διαπρέψει στο Χόλιγουντ. Αλλά ούτε το Χόλιγουντ άντεχε τύπους σαν τον Κέιν που πληγώνονταν, γι' αυτό και δεν του ανέθεσε να γράψει τα σενάρια των μεγάλων του έργων που έγιναν και παγκόσμιες επιτυχίες. Το 1947 ο συγγραφέας επέστρεψε στη γενέτειρά του στο Μέριλαντ. Πολύ αργά, λένε οι κριτικοί του έργου του. Ποτέ δεν έγραψε βιβλία ανάλογης αξίας με αυτά της προ Χόλιγουντ περιόδου του.

Ο Τσάντλερ δεν ενοχλούνταν, ο Τζέιμς Κέιν τρελαινόταν, ο Ντάσιελ Χάμετ αδιαφορούσε για τις αλλαγές, σε βαθμό, όπως είχε ο ίδιος πει, ευθέως ανάλογο με το νούμερο της επιταγής που ελάμβανε. Ιδρυτής της λεγόμενης σκληροτράχηλης σχολής του αστυνομικού μυθιστορήματος, ανταλλάσσει τα δύσκολα χρόνια της καθιέρωσης στον χώρο με την επιτυχία που μόνο το Χόλιγουντ ξέρει να προσφέρει. Χρήμα και μεγάλη ζωή με τη γυναίκα της ζωής του, τη συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν. Ιδιωτικός ντετέκτιβ στα νιάτα του με εισόδημα της πείνας, ζει στα πενήντα του όλ' αυτά που ονειρευόταν χάρη στο «Γεράκι της Μάλτας» και τα υπόλοιπα βιβλία του που έγιναν όλα ταινίες. Ασυνεπής στην παράδοση των κειμένων του, συναινεί πολλές φορές, κυρίως στα ραδιοφωνικά σίριαλ, να χρησιμοποιηθούν απλώς οι ήρωες και το όνομά του.

Τι άλλο μπορεί να ήθελαν από έναν πετυχημένο συγγραφέα, οι ηγέτες των στούντιο εκείνης της εποχής, οι οποίοι πλην του Σέλζνικ ήταν σχεδόν αγράμματοι; Ηθελαν να μην είναι κομμουνιστής! Ο άνθρωπος που έγραψε «Το γεράκι της Μάλτας» καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση γιατί στην επιτροπή αντιαμερικανικών υποθέσεων, στην οποία εκλήθη να καταθέσει, είπε μόνο ότι ονομάζεται Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ. Εξέτισε την ποινή του άρρωστος και δεν συνήλθε ποτέ!

Για να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα δούλεψαν ως σεναριογράφοι στο Χόλιγουντ την εποχή του νουάρ, οι καλύτεροι αμερικανοί συγγραφείς του αστυνομικού μυθιστορήματος, όλα τα ονόματα που έγραψαν τα πρώτα τους διηγήματα στο pulp περιοδικό «Η μαύρη μάσκα». Και ο Κορνέλ Γούλριτς («Προτού χαράξει η αυγή», «Ταξίδι του τρόμου», «Ματωμένα χέρια») και ο W. Burnett που έγραψε τον «Δραπέτη της Σιέρα» και τη «Ζούγκλα της ασφάλτου», τα οποία σκηνοθέτησε ο Χιούστον. Το Χόλιγουντ δεν τους έκανε ευτυχέστερους· ο Μπέρνετ πέρασε και από την επιτροπή Μακάρθι. Ως συγγραφείς τελείωσαν τη θητεία τους χάριν των σεναρίων, όπως ακριβώς και ο Κλίφορντ Οντετς, ο οποίος σημειωτέον ενέπνευσε τους αδερφούς Κοέν να γράψουν το «Μπάρτον Φινκ». Πήγε στο Χόλιγουντ ως διάσημος θεατρικός συγγραφέας και έκλεισε την καριέρα του γράφοντας μιούζικαλ για τον Ελβις Πρίσλεϊ (Wild the country)! Ακόμα και ο Φόκνερ δεινοπάθησε: τον πλήρωναν χωρίς να του δίνουν δουλειά κι αναγκάστηκε να φύγει. Εφυγε «αποτυχημένος» και μετά πήρε Νόμπελ!


7 - 15/10/2006


Το όνομά μου είναι style. Lifestyle



Της ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Ολοι οι 007, ανεξαρτήτως των διαφορών τους, επιμένουν σε ορισμένα πράγματα γιατί είναι άντρες, γιατί είναι Βρετανοί, γιατί είναι στιλάτοι, ή γιατί απλά... έτσι τους είπε η εταιρεία παραγωγής. Ορισμένες μάρκες ταυτίστηκαν από την αρχή με τον Μποντ.

Ο Σον Κόνερι φορούσε το Rolex Submariner, το πρωτοφόρεσε μάλιστα με λουράκι, το «ΝΑΤΟ strap», και όχι το κλασικό μπρασελέ, όπως αργότερα ο Ρότζερ Μουρ στο «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν». Το 1977 πάντως, όταν η τεχνολογία quartz ήταν στο φόρτε της, ο 007 απίστησε στην ελβετική ωρολογοποιία και στο «Η κατάσκοπος που με αγάπησε» φόρεσε Seiko. Το 1995 η επιλογή είχε άλλα κριτήρια- μια διαφημιστική συναλλαγή: Μέχρι το «Πέθανε μια άλλη μέρα» ο Πιρς Μπρόσναν επιδείκνυε με περηφάνια το Omega Seamaster κάθε φορά που ανασήκωνε το χέρι για να πιει το αγαπημένο του Martini dry. Το ίδιο θα πιει και ο Ντάνιελ Κρέιγκ στη νέα ταινία του Τζέιμς Μποντ, με άφθονη βότκα Smirnoff, ενώ στις πιο λάιτ στιγμές της ταινίας θα ρεύσει η Heineken.

Στο «Πέθανε μια άλλη μέρα» ο Μπρόσναν έπινε το Martini του με βότκα Finlandia. Αγνωστο παραμένει αν μέσα στις προτιμήσεις του θα παραμείνει η σαμπάνια Bollinger ή θα αλλάξει γευστικές συνήθειες ο νέος Μποντ, ο οποίος άλλοτε έπινε και Ντομ Περινιόν. Τώρα που με το «Casino Royale» επιστρέφουμε στα πρώτα βήματα του 007, το στιλ έχει μελετηθεί απ' την αρχή: απ' τους διαφημιστές! Ετσι ο Μποντ οδηγεί την Aston Martin DBS, το νέο μοντέλο της μάρκας με την οποία συνδέθηκε από το 1964, στην «Επιχείρηση Χρυσοδάκτυλος». Ο Ντάνιελ Κρέιγκ, μάλιστα, εκπαιδεύτηκε στην έδρα της εταιρείας στο Ουοργουικσάιρ.

Ομως, επειδή λίγοι ανήκουν στο τάρκετ γκρουπ της Aston Martin, στην ίδια ταινία θα κάνει «πασαρέλα» και το νέο Ford Mondeo. Αυτό νοικιάζει ο 007, ακολουθώντας έναν τρομοκράτη στις Μπαχάμες. Συμπτωματικά η Αστον Μάρτιν... ανήκει πια στην αυτοκινητοβιομηχανία Ford Motor. Λέγεται ότι η τελευταία την εποχή τού «Πέθανε μια άλλη μέρα» έκανε συμφωνία 70 εκατομμυρίων δολαρίων για να οδηγεί ισοβίως ο 007 αυτοκίνητα των συμφερόντων της. Κάποια από τα αυτοκίνητα του Μποντ δημοπρατήθηκαν από τους Κρίστις ή από άλλους μεγάλους οίκους. Το 1998 δημοπρατήθηκαν και έγιναν ανάρπαστες ακόμα και μινιατούρες των αυτοκινήτων του 007, με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές αγοριών και παρηγορήθηκαν στρατιές ενηλίκων.

Απ' έξω εμφάνιση...

Κατά τα άλλα, η ιταλική φίρμα Brioni ντύνει τους δύο τελευταίους 007, ενώ τα ζιβάγκο τους είναι Ballantyne. Ο Σον Κόνερι ντυνόταν «διά χειρός» Αντονι Σίνκλερ, ο οποίος ήταν ο ράφτης του σκηνοθέτη των πρώτων ταινιών της σειράς, του Τέρενς Γιανγκ. Αυτός έδωσε τη γραμμή και την κομψότητα που ακόμη και σήμερα θαυμάζουν όλοι στα μονόπετα σακάκια έως το «Τα διαμάντια είναι παντοτινά».

Στο «Thunderball» πάντως ο Κόνερι παραχώρησε τις σπορτίβ στιγμές του στα Fred Perry polo. Από πουκάμισα, αγαπημένη φίρμα του 007 είναι η λονδρέζικη Turnbull & Asser. Ο Τίμοθι Ντάλτον έκανε μόδα το 1987 στο «Living daylights» το μαύρο βραδινό μάλλινο πενιέ κοστούμι με τα σατέν πέτα , το οποίο έραψε ο βιεννέζικος οίκος Lampert Hoffer (όλοι οι λαϊκοί βάρδοι στις μεγάλες πίστες είχαν αντιγράψει, για όσους θυμούνται, το στιλ του!). Οι γραβάτες του Μποντ είναι χειροποίητες, μεταξωτές, και δεν αποσπούν την προσοχή από το πρόσωπο.

Ο νέος Μποντ, όπως και ο αμέσως προηγούμενος, έχουν προσθέσει στα αξεσουάρ τους επώνυμα γυαλιά. Και οι δύο «προτιμούν» τα Persol. Επίσης φορούν παπούτσια Church και συγκεκριμένα το «Presley style» ή τα «Oxfords», πάντα γυαλισμένα, κατάλοιπο του στρατιωτικού τους παρελθόντος. Τέλος... δεν έχει τέλος ο κατάλογος με όλα αυτά που συνθέτουν το μαγικό κόσμο του Τζέιμς Μποντ, ενός εκ των χειρότερων αλλά και πιο γοητευτικών προτύπων του ψυχροπολεμικού κόσμου που επιβίωσε έως τις μέρες μας: με στιλ.


7 - 12/11/2006



Για τα μάτια τους μόνο;


Της ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ




Οι σύζυγοι του Πίτερ Σέλερς, του Ρίνγκο Σταρ, καθώς και η μνηστή του... Σούπερμαν ήταν μερικά μόνο από τα κορίτσια του Τζέιμς Μποντ που περίμεναν υπομονετικά να πέσουν στην αγκαλιά του, ενώ ανάμεσα σ' εκείνους που προσπάθησαν να τον σκοτώσουν ήταν η... σύζυγος του Κουρτ Βάιλ, η περίφημη Λότε Λένια.

Κατά τα άλλα ο 007 δεν υπηρετεί μόνο τη βασίλισσα, τη γλεντάει τη ζωή του! Είναι δεινός γυναικοκατακτητής κι αυτό δεν αλλάζει. Αλλαξαν όμως οι γυναίκες στο πέρασμα των δεκαετιών. Μια από αυτές είναι πια προϊσταμένη του (Τζούντι Ντεντς). Ιδού μια σύντομη περιήγηση στις πιο απρόσμενες ανάμεσά τους:

Η ΚΥΡΙΑ ΜΠΟΝΤ: «Στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος» ο Μποντ ερωτεύεται και παντρεύεται την κοντέσα Τρέισι Ντι Βιτσέντσο (Νταϊάνα Ρινγκ), αλλά η νύφη σκοτώνεται στο τέλος! Αρχικό σχέδιο ήταν η δολοφονία της κυρίας Μποντ να αποτελέσει την εναρκτήρια σκηνή της επόμενης ταινίας («Τα διαμάντια είναι παντοτινά-1971»), αλλά τελικώς την είδαμε το 1969. Γεννημένη το 1938 στο Γιόρκσαϊρ, η μοναδική κυρία Μποντ είχε προλάβει να παίξει στη βρετανική τηλεόραση την Εμα Πιλ στο δημοφιλές σίριαλ «The Avengers», και μετά να κάνει θέατρο και σινεμά όπως τα επιθυμούσε! Η βασίλισσα Ελισάβετ την έχρισε Dame της Βρετανικής αυτοκρατορίας για την προσφορά της στο θέατρο. Τον γάμο της με το Μποντ μάλλον δεν τον θυμάται.

Η ΚΥΡΙΑ ΒΑΪΛ: Η Λότε Λένια, ως Ρόζα Κλεμπ, μας έδωσε έναν από τους ωραιότερους γυναικείους χαρακτήρες του Μποντ. Εχθρός του, στην υπηρεσία της Σοβιετικής Ενωσης στο «Από τη Ρωσία με αγάπη», επιχειρεί να τον σκοτώσει με τα φονικά παπούτσια της. Τι γύρευε η ερμηνεύτρια της «Οπερας της πεντάρας», μια ηθοποιός και τραγουδίστρια με αριστερή κουλτούρα, σύζυγο τον στενό συνεργάτη και φίλο του Μπρεχτ, σε μια ψυχροπολεμικού χαρακτήρα ταινία, μόνο αυτή το ξέρει! Μετά τον θάνατο του συζύγου της (το 1950), η Λένια αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη διάσωση του έργου του και στην ερμηνεία έργων του Μπρεχτ στο Μπρόντγουεϊ! Και το 1963 αποφασίζει να κάνει τη Ρόζα.

ΚΥΡΙΕΣ ΑΛΛΩΝ ΚΥΡΙΩΝ: Η Μπάρμπαρα Μπαχ, ως ταγματάρχις Ανια Αμάσοβα στο «Η κατάσκοπος που με αγάπησε», υπηρέτησε όπως και η Λότε Λένια στον ρωσικό στρατό, υποκύπτοντας βεβαίως -αυτή- και στις κρυφές χάρες του 007. Ομως δεν έμεινε γνωστή στην ιστορία ως το κορίτσι του Μποντ, αλλά ως το κορίτσι του Μποντ που παντρεύτηκε έναν Μπιτλ. Το 1981 την ερωτεύθηκε ο Ρίνγκο Σταρ και από τότε άρχισαν να ζουν μαζί στο σπίτι τους στο Μονακό.

*Διάσημη για συζύγους και εραστές έγινε άλλη μια αγαπημένη του 007, η Μέρι Γκούντναϊτ, κατά κόσμον Μπριτ Εκλαντ. Ο Γουόρεν Μπίτι, ο Ράιαν Ο' Νιλ και ο Ρον Στιούαρτ την ερωτεύθηκαν, ο Πίτερ Σέλερς την παντρεύτηκε! Αυτή ήταν 20, αυτός 37, αυτή party animal των 70' s, αυτός όχι! Ο γάμος έληξε μετά από πέντε χρόνια, ο Πίτερ Σέλερς πέθανε, η Εκλαντ εξακολουθεί να περιφέρεται στα κοσμικά σαλόνια του Λονδίνου!

*Η Τέρι Χάτσερ, κατά το πέρασμά της από την ταινία «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει», στον ρόλο της Πάρις Κάρβερ, ήταν ήδη αρραβωνιασμένη. Ηταν η Λόις του «Λόις και Κλαρκ», ήτοι η αιώνια αγαπημένη του Σούπερμαν. «Φταίει κάτι που έχω πει;» ρωτάει ο Τζέιμς Μποντ την παλιά του αγαπημένη, που δείχνει να μην τον θέλει πια. «Τι θα λεγες για κείνο το επιστρέφω αμέσως;» απαντά η Πάρις, δηλαδή η Τέρι, το κορίτσι του Μποντ με τα περισσότερα πτυχία. Το περιοδικό «People» την κατέταξε μεταξύ των 50 πιο ωραίων γυναικών του κόσμου. Και δεν έλαβε καν υπόψη του ότι σπούδασε ανώτερα μαθηματικά και έχει πτυχίο πολιτικού μηχανικού. Τώρα κάνει νέα καριέρα ως «Νοικοκυρά σε απόγνωση».

ΤΑ ΝΕΑ BONDGIRLS: Η Εύα Γκριν, το νέο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ είναι το πρόσωπο σύμβολο του Αρμάνι. Γεννημένη στο Παρίσι το 1980, ονειρευόταν πάντα κάτι περισσότερο από το μόντελινγκ, γι' αυτό και θεωρεί καθοριστικό επαγγελματικό της βήμα τη συμμετοχή της, το 2003, στην ταινία του Μπερτολούτσι «The dreamers». Πέρυσι την είδαμε στο «Kingdoms of heaven» του Ρίντλεϊ Σκοτ, στο πλευρό του Λίαμ Νίσον και του Ορλάντο Μπλουμ.

*Η Κατερίνα Μουρίνο, η δεύτερη εκ των συντρόφων του Ντάνιελ Κρέιγκ, στο «Casino Royale», υποστηρίζει ότι ο καινούριος Μποντ είναι πολύπλευρος χαρακτήρας. Η πανέμορφη Ιταλίδα υποδύεται τη γυναίκα του εχθρού του Μποντ. Καλύτερή της σκηνή; Αυτή στην οποία ιππεύει το λευκό της άλογο σε μια ακρογιαλιά στις Μπαχάμες. Γεννημένη στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας το 1977, νιώθει πολύ τυχερή που ξεκινάει τόσο δυναμικά τη διεθνή της καριέρα. Το 1994 κατέλαβε την τέταρτη θέση στον διαγωνισμό για τη Μις Ιταλία και από τότε προσπαθεί να καθιερωθεί στο μόντελινγκ και στο σινεμά, μέχρι τώρα όμως είχε καθιερωθεί μόνο στις διαφημίσεις της Μερσεντές και του Νεσκαφέ.

ΚΟΡΙΤΣΙΑ; Ακόμη κι ένας Μποντ θα δυσκολευόταν να απαντήσει στο ερώτημα τι φύλου είναι τελικώς η Μέι Ντέι (Γκρέις Τζόουνς) του «Α view to kill» και η Πούσι Γκαλόρ (Ονορ Μπλάκμαν) του «Goldfinger». Γυμνασμένη, με βαθιά φωνή, η Πούσι είναι πιλότος του Goldfinger και μισεί τους άντρες. Το μίσος μίσος, αλλά για τα μάτια του Μποντ το πούλησε το αφεντικό της! Λέγεται ότι οι παραγωγοί έκαναν τα αδύνατα δυνατά για μη λογοκριθεί το όνομά της (χαϊδευτικό για το αιδοίο):

Πούσι: «Το όνομα μου είναι Πούσι».

Μποντ: «Μήπως ονειρεύομαι;»

Οσον αφορά την Τζαμαϊκανή Γκρέις Τζόουνς, ήταν όντως η πιο ξεχωριστή γυναικεία φιγούρα που πέρασε ποτέ από τις ταινίες του 007. Το «πέταγμά» της από τον πύργο του Αϊφελ έχει μείνει στην ιστορία. Τι λέει τώρα για την ερμηνεία της; «Ημουν πιο σκληρή απ' όσο ήθελε ο ρόλος, κι αυτό μου κόστισε». Δεν το πήρε πολύ βαριά όμως, συνέχισε να τραγουδάει με αυτή τη δηλητηριώδη σεξουαλική φωνή της ντίσκο και σήμερα ζει με τον καλό της, έναν ισπανο-αλγερινό συγγραφέα, μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισιού.

ΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΕΣ: Πόση είναι η απόσταση από «Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» του Μπουνιουέλ μέχρι το «Για τα μάτια σου μόνο»; Η Καρόλ Μπουκέ, πάντως, τη διένυσε το 1981 προκειμένου να υποδυθεί τη Μελίνα Χέβελοκ, μια ελληνίδα βιολόγο της οποίας η οικογένεια δολοφονήθηκε από τους αντιπάλους του Μποντ. Ολα αυτά πλέον αποτελούν παρελθόν, το πανέμορφο τότε κορίτσι της Σανέλ επέστρεψε στη Γαλλία και ασχολείται στα 49 της μόνο με την εγχώρια σόου μπιζ.

Αστέρι του γαλλικού σινεμά είναι και η Σοφί Μαρσό την οποία μάθαμε κυρίως από τις ταινίες του Ζουλάφσκι. Ξαφνικά διαβάσαμε ότι θα έπαιζε την Ηλέκτρα Κινγκ , την κακιά του «The world is not enough», στο πλευρό του Πιρς Μπρόσναν. Κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο από το Αζερμπαϊτζάν, που αναλαμβάνει τον έλεγχο της οικογενειακής επιχείρησης και ονειρεύεται να ελέγξει τον κόσμο όλο. Μια χαρά τα πήγε. Ο Ζουλάφσκι πάντως, με τον οποίο έχει και έναν γιο, δεν πρέπει να ενθουσιάστηκε.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ: Πολλοί λένε ότι το πρώτο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ, η Ελβετίδα Ούρσουλα Αντρες, παραμένει και το καλύτερο. Αξέχαστη σε όλους η σκηνή στο νησί του Dr Νο, όπου ο Μποντ την αντικρίζει ως Χάνι Ράιντερ, με ένα υπέροχο λευκό μπικίνι και ένα μαχαίρι δεμένο στη μέση να μαζεύει κοχύλια.

Ο σκηνοθέτης του «Πέθανε μια άλλη μέρα», της τελευταίας ταινίας με τον Πιρς Μπρόσναν, επανέλαβε τη σκηνή με τη Χάλε Μπέρι.

ΧΡΥΣΟ ΚΟΡΙΤΣΙ: Η Σίρλεϊ Ιτον στον «Χρυσοδάχτυλο» ως Τζιλ Μάστερσον δεν πρέπει να έπαιξε περισσότερα από πέντε λεπτά, αλλά ήταν αρκετά για να γίνει εξώφυλλο στο «Life». Την ώρα που ετοιμαζόταν να προχωρήσει στο... μοιραίο με τον Μποντ, χτυπάει το τηλέφωνο! Ωσπου να επιστρέψει ο 007, η Τζιλ βαμμένη ολόκληρη με χρυσόσκονη έχει πεθάνει από ασφυξία.

Εντυπωσιακός ήταν και ο θάνατος μιας άλλης ωραίας, της δίμετρης Σουηδέζας Μοντ Ανταμς, που υποδύθηκε την Οκτόπουσι στην ομώνυμη ταινία. Τα λέει έξω από τα δόντια στον 007 για το ποιόν του, αλλά στο τέλος ηττάται και αυτοκτονεί αφήνοντας να δαγκωθεί από το δηλητηριώδες χταπόδι που έχει στο ενυδρείο της.

ΟΙ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ: Τα τελευταία χρόνια, ο Μποντ έπρεπε μ' έναν τρόπο να αποδείξει ότι δεν ζει στο χθες. Το καινούριο του αφεντικό, η «Μ» Τζούντι Ντεντς, είναι μια απάντηση σε όσους επιμένουν να τον θεωρούν μισογύνη. Η dame Dench (όπως και η Χάλε Μπέρι), με το Οσκαρ της, την πορεία της στο αγγλικό θέατρο και τη φήμη της, ήλθε να βελτιώσει την εικόνα του 007, που λογοδοτεί πια σε μια γυναίκα! Αυτή, πάλι, βιώνει τη μοναξιά της κορυφής.

Την κατάσταση στο γραφείο ευτυχώς ισορροπεί η αιώνια ερωτευμένη δεσποινίς Μάνιπενι. Κρυφά ερωτευμένη μαζί του, κάνει ό,τι μπορεί για να τον προστατεύσει από το εκάστοτε αφεντικό τους και ονειρεύεται πράγματα που δεν ομολογεί ούτε στον εαυτό της. Η τελευταία, Σαμάνθα Μποντ, αποχώρησε μετά την παραίτηση του Πιρς Μπρόσναν. Οσο για την πρώτη, ακόμη λαμβάνει επιστολές από θαυμαστές της: «Ξέχασέ το το κτήνος».


7 - 12/11/2006.

Μοτέρ, γκάζια, πάμε



της Ελεωνόρας Ορφανίδου, φωτ. ALBUM/APEIRON




Το 1908 ο ιταλός ποιητής Φιλίπο Μαρινέτι έπεσε με την Μπουγκάτι του σε ένα χαντάκι. Το γεγονός ότι δεν τρόμαξε... ήταν η αιτία που το αυτοκίνητο έγινε από μέσο μεταφοράς και απλή μηχανή έργο τέχνης...

Γοητευμένος από την ταχύτητα και την περιπέτεια που έζησε, ο ιδρυτής του κινήματος του φουτουρισμού είπε ότι ένα ωραίο αυτοκίνητο είναι ωραιότερο και από τη Νίκη της Σαμοθράκης, κι αυτή είναι μια άποψη που εύκολα θα συμμερίζονταν πολλοί σύγχρονοι λάτρεις των τεσσάρων τροχών, που γοητεύονται από την ταχύτητα και τη δύναμη.

Η ποπ κουλτούρα, μισόν αιώνα μετά το φουτουρισμό, αποθέωσε με τη σειρά της το αυτοκίνητο, ενώ το σινεμά με δάνεια και αντιδάνεια έπαιξε το δικό του ρόλο στη μυθολογία του. Σε λίγες μέρες δυο νέες ταινίες θα φέρουν στο προσκήνιο το αυτοκίνητο, κατ' ουσίαν τον καταλυτικό του ρόλο στη ζωή μας: οι κωμικές περιπέτειες «The Dukes of Hazzard» και «Κατσαριδάκι για πάντα». Η πρώτη είναι κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου τηλεοπτικού σίριαλ και η δεύτερη άλλη μια συνέχεια των περιπετειών του θρυλικού Χέρμπι, του Φολκσβάγκεν της Ντίσνεϊ.
Το αμερικανικό σινεμά ενέταξε πολύ γρήγορα το αυτοκίνητο στο οπλοστάσιό του, καθώς η αμερικανική κοινωνία μυθοποίησε πρώτη το αυτοκίνητο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, χάρη στη διάσημη «γραμμή παραγωγής» του Τζον Φορντ, που έκανε τους τέσσερις τροχούς προσιτούς στους πολλούς. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε ιστορίες της Νέας Υόρκης ή γκανγκστερικές αντιδικίες του Σικάγου χωρίς ανταλλαγές πυροβολισμών μέσα από αυτοκίνητα, μολονότι όλα υπήρχαν πριν μπει το βολάν στη ζωή των Νεοϋορκέζων ή των μαφιόζικων συμμοριών. Το σινεμά κατασκεύασε πολλούς τέτοιους και άλλους μύθους, αλλά είπε και πολλές αλήθειες. Εβαλε τα αυτοκίνητα και τους οδηγούς τους να αφηγηθούν υπέροχες ιστορίες, να περιγράψουν ανθρώπινα πάθη, να αντιπροσωπεύουν ολόκληρο τον κόσμο των μηχανών στον προβληματισμό για την ανθρώπινη αλλοτρίωση. Μας είπε ότι το αυτοκίνητο είναι παχνίδι, φονική μηχανή, όργανο του διαβόλου, μέσο διασκέδασης, αντικείμενο φετίχ, αποδιοπομπαίος τράγος, μέσο ελευθερίας, φυλακή, φυγή, θάνατος. Μας είπε το πλέον αυταπόδεικτο, ότι είναι κομμάτι της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, το οποίο αξιολογεί και κατατάσσει πια η κοσμοθεωρία του καθενός μας, όπως μας αξίζει!

Το αυτοκίνητο στο σινεμά δεν χρησιμοποιείται μόνο αλλά και χρησιμοποιεί τους ανθρώπους, κυρίως στο χώρο του φανταστικού. Δεν υπάρχει διασημότερη ταινία στο είδος από την «Κριστίν» του Τζον Κάρπεντερ. Μια κόκκινη Plymouth του '58 εκδικείται όσους δεν φέρονται σωστά στον έφηβο ιδιοκτήτη της. Βασισμένος σε μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ, ο Κάρπεντερ κάνει μια ταινία για την ενηλικίωση, για την επανάσταση κόντρα στους γονείς, για τον ανεξέλεγκτο εφηβικό θυμό αλλά και τη μηχανική εξάρτηση του ανθρώπου.

Το 1976 ο Μάρτιν Σκορσέζε βάζει τον Ρόμπερτ ντε Νίρο στον «Ταξιτζή» να πρωταγωνιστήσει σε μια άλλου είδους καταδίωξη. Η κάμερα μέσα στο ταξί, στην κλασική νυχτερινή σκηνή περιπλάνησης του πρωταγωνιστή, σε μια Νέα Υόρκη που καταλαβαίνει ότι δεν είναι η δική του. Ο ταξιτζής καταδιώκει, για λίγο και χωρίς αποτέλεσμα, τα όνειρά του και το μπερδεμένο κουβάρι καλών και κακών. Τι μάρκα ήταν το ταξί; Και ποιος νοιάζεται;

Στο χώρο του φανταστικού όμως υπάρχει και το ανάποδο της Κριστίν. Ναι, υπάρχουν και καλά αυτοκινητάκια, σαν το θρυλικό Φολκσβάγκεν της σειράς «Κατσαριδάκι, αγάπη μου». Το κίτρινο σκαθάρι της οικογένειας Ντίσνεϊ μοιάζει με τα καρτούν ξαδερφάκια του. Ερωτεύεται, διορθώνει, παίρνει πρωτοβουλίες, έχει χιούμορ και πολλά άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Αν ο Μποντ έχει το σούπερ αυτοκίνητο, το «Μπούλιτ» έχει τη σούπερ σκηνή. Η ταινία του Πίτερ Γέιτς πέρασε στην ιστορία χάρη στο οκτάλεπτο κυνηγητό μιας Dodge από τη Mustang του υπαστυνόμου Μπούλιτ-Στιβ Μακ Κουίν στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο. Οι μηχανές των αυτοκινήτων παράγουν τους μοναδικούς ήχους σε ολόκληρη τη σκηνή και κυριολεκτικά καθηλώνουν.

Το ίδιο τέλος επιφύλαξε στις ηρωίδες του και ο Ρίντλεϊ Σκοτ. Η προσπάθεια απόδρασης προς την ελευθερία, με μια Thunderbird, των «Θέλμα και Λουίζ» καταλήγει σε τραγωδία. Η Τζίνα Ντέιβις και η Σούζαν Σάραντον φεύγουν από άντρες και σπίτια για να περάσουν στιγμές ξεγνοιασιάς και ελευθερίας και δεν επιστρέφουν ποτέ.

Αλλού τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο απολαυστικά. Στο «The Blues Brothers» του Τζον Λάντις, το αυτοκίνητο κυριαρχεί είτε ως το Blues Mobile της φοβερής παρέας, είτε ως αυτοκινητοκυνηγητό, είτε ως ενδελεχής παρατήρηση και σχόλιο των ηρώων μπροστά στις βιτρίνες των εκθέσεων αυτοκινήτων.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, το 1971, κάνει στη «Μονομαχία», την «Κριστίν»... νταλίκα. Θέμα της πρώτης του μεγάλης ταινίας, η φονική και αναίτια καταδίωξη ενός μεγάλου φορτηγού (τον οδηγό του δεν τον βλέπουμε ποτέ) εναντίον ενός οδηγού που τον υποδύεται ο Ντένις Γουίβερ. Μήπως ήταν η συνείδησή του;

Το αυτοκίνητο του Μπάτμαν δεν θα μπορούσε να είναι ένα αμάξι του κόσμου τούτου. Διότι οι δρόμοι ή οι ουρανοί της Γκόθαμ Σίτι είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι και οι κακοί δεν τρομάζουν εύκολα. Γι' αυτό και οι δημιουργοί της τελευταίας ταινίας της σειράς, του «Batman Begins», πήραν ως πρότυπα τις Λαμποργκίνι και τα Χάμερ κι έφτιαξαν ένα στρατιωτικού τύπου αυτοκίνητο, το οποίο τη νύχτα θυμίζει Στελθ. Οσον αφορά τα αξεσουάρ; Ε, κλασικά το Batmobile τα κάνει όλα!

Επιστρέφοντας στη Γη, οι άνθρωποι ζουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο τα όνειρά τους. Οπως στην ταινία του 1968 «Τσίτι τσίτι, μπανγκ μπανγκ», όπου η οικογένεια ενός ιδιόμορφου εφευρέτη συμμετέχει με τη σακαράκα της σε έναν αγώνα αυτοκινήτων γεμάτο περιπέτειες και απρόοπτα ή στο «Υπέροχοι άνθρωποι ιπτάμενες σακαράκες» με τον Τζάκ Λέμον, τον Τόνι Κέρτις κ.ά.

Η ομώνυμη ταινία έκανε το ζευγάρι Μπόνι και Κλάιντ μύθο συνεχίζοντας την παράδοση ταινιών όπως το «Σαν Φρανσίσκο ώρα μηδέν» του Ρίτσαρντ Σαράφιαν, που, μέσα από την ταχύτητα, τη φυγή και την παρανομία εξύμνησαν την ελεύθερη ζωή. Εδώ, ο πρωταγωνιστής Μπάρι Νιούμαν με την Dodge του οδηγεί ασταμάτητα, προσπαθώντας να κερδίσει ένα στοίχημα. Τραγικό τέλος, ο θάνατος.

Καθόλου φανταστικό δεν είναι το αυτοκίνητο στη φανταστική ταινία «Alphaville» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Στον πλανήτη Αλφαβίλ, λοιπόν, που μοιάζει πάρα πολύ με το Παρίσι, ο μυστικός πράκτορας Λέμι Κόσιον δεν κινείται με κάποιο φανταστικό όχημα αλλά με μια Ford Galaxy.

Το 1971 ο θρόνος του Γέιτς κινδύνεψε από τον Γουίλιαμ Φρίντκιν και την ταινία του «Ο άνθρωπος από τη Γαλλία». Φόντο της δικής του σκηνής καταδίωξης η Νέα Υόρκη σε ώρα αιχμής. Η Λίνκολν του Τζιν Χάκμαν κυνηγάει τον δικό του κακό, που έχει καταλάβει ένα τρένο. Στο πέρασμά του γκρεμίζονται όλα και στο τέλος και η Λίνκολν, που δοκίμασε στ' αλήθεια πολλά από τα τρακαρίσματα της σκηνής. Ο Χάκμαν πήρε το Οσκαρ για την ερμηνεία του και η Λίνκολν πήγε σε ένα καλό νεκροταφείο αυτοκινήτων.

Μέσα από την ιστορία του αυτοκινήτου μεγάλοι Αμερικανοί μίλησαν για τη δύση του αμερικανικού ονείρου. Στο μέτριο «Τάκερ», ο Κόπολα μιλάει για έναν άνθρωπο της αυτοκινητοβιομηχανίας, τον Πρέστον Τάκερ, εφευρέτη ενός επαναστατικού οχήματος που καταδίωξαν μέχρι τελικής πτώσεως οι μεγάλοι βιομήχανοι του Ντιτρόιτ.

Τα αυτοκίνητα όμως αποκτούν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό σε ταινίες σαν το «Γλυκό πεπρωμένο» του Ατόμ Εγκογιάν και το «Crash» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή της γιορτής στο «Γλυκό πεπρωμένο». Στη μικρή πόλη της ιστορίας, παλιά αυτοκίνητα συγκρούονται μέχρι την τελική επικράτηση του ενός. Οσον αφορά το «Crash», που δίχασε κοινό και κριτική, περιγράφει την ιστορία ανθρώπων που ικανοποιούνται σεξουαλικά μόνο μετά από τροχαία δυστυχήματα. Φετιχισμός αλλά και φόβος μπροστά στην αλλοτρίωση του ανθρώπου από τις μηχανές. Οι ήρωες του Κρόνενμπεργκ ξεπερνούν κάθε όριο και σοκάρουν πραγματικά.

Τα πιο διάσημα κινηματογραφικά αυτοκίνητα, τα αυτοκίνητα φετίχ, είναι αυτά που κατά καιρούς οδήγησε ο Τζέιμς Μποντ. Ξεκίνησε με μια Μπέντλεϊ του '33 και συνέχισε με την ίδια φίρμα έως το «Goldfinger», οπότε και χρησιμοποίησε την ασημί Aston Martin DB5, ένα αυτοκίνητο με πολλά κρυφά όπλα, όπως εκτοξευτές λαδιού και καπνού, εκτινασσόμενα καθίσματα, πολυβόλα -μόνο καφέ δεν έψηνε... Κι αυτό, όχι μετά βεβαιότητος. Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή. Η Lotus Esprit, που ακολούθησε, ήταν και... υποβρύχιο και εκτόξευε πυραύλους εδάφους-αέρος. Εως τις BMW, του που εκτοξεύουν πυραύλους stinger, μεσολάβησε μια Ρολς Ρόις και ένα σούπερ τζιπ. Οι παραγωγοί με το αζημίωτο φρόντιζαν για τις μεταγραφές των αυτοκινήτων του «απόλυτου» πράκτορα που -πώς να το κάνουμε, για τους φετιχιστές- οδηγούσε το «απόλυτο» αυτοκίνητο. Κάπως έτσι στα πόδια του Μποντ σφάζονταν και σφάζονται οι βιομηχανίες αυτοκινήτων.

Αντιθέτως, στο «Μπόνι και Κλάιντ» η μάρκα μάς ενδιαφέρει. Διότι το διάσημο ζευγάρι των ληστών είχε στείλει επιστολή στον Χένρι Φορντ, ευχαριστώντας τον που έβγαλε το περίφημο πια V8, με το οποίο και πραγματοποιούσε τις ληστείες του. Είναι το αυτοκίνητο που τρυπήθηκε από 100 και πλέον σφαίρες, την ώρα, όπως δείχνει και η ταινία, που έπεσε στο μπλόκο των αστυνομικών.

Στον μελλοντικό κόσμο του Τζορτζ Μίλερ, το ταξίδι προς την ελευθερία ταυτίζεται με το ταξίδι προς την επιβίωση, και το αυτοκίνητο, εφιαλτικά μεταβιομηχανικό, είναι το μόνο μέσο για να κρατηθείς στη ζωή. Οι ταινίες του, «Μαντ Μαξ» 1, 2 και 3, φιλοξενούν αυτοκίνητα ενός άλλου κόσμου, αλλά κι εδώ οι συμμορίες των κακών, όπως και στις γκανγκστερικές ταινίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, επιτίθενται πάντα πάνω στα αλλόκοτα τροχοφόρα τους.

Το σινεμά δεν φιλοσοφούσε μόνο. Εκανε και ταινίες σαν το «Μαχητή των δρόμων» 1 και 2, γι' αυτούς που θέλουν σκηνές με «τέρμα τα γκάζια», ή το «Σε 60 δευτερόλεπτα» με τον Νίκολας Κέιτζ και την Αντζελίνα Τζολί. (Ο τίτλος της ταινίας είναι ο χρόνος που υποτίθεται ότι χρειάζεται για την κλοπή ενός αυτοκινήτου). Εκανε και άλλα πολλά, αρκεί να φέρουμε στο νου ταινίες με θέμα τα γκραν πρι ή σκηνές από τις ταινίες του Λουί ντε Φινές, όπου σχεδόν πάντα δυο καλόγριες συμμετέχουν σε σκηνές καταδίωξης με τα ράσα και τα χαρακτηριστικά τους καπέλα να ίπτανται! Ομως το 1955 μας τα είπε και τραγικά αλλιώς, εκτός οθόνης. Τότε που ο Τζέιμς Ντιν, μόλις 24 ετών, πέταξε με την Σπάιντερμαν Πόρσε του στους ουρανούς, προσγειώνοντας τον κόσμο μακριά απ' όλη τη μυθολογία, στη σκληρή πραγματικότητα. Ακόμη μία φορά το σινεμά ήταν άλλο και η ζωή άλλο!



7 - 28/08/2005