Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η Ελεωνόρα Ορφανίδου στο eyedoll: 'Tο σινεμά, η ιστορία και η ζωή, συναντώνται πάντα'.



Αναδημοσίευση


25/10/2012

Συνέντευξη στον Απόστολο Καζάκο.




Η γνωριμία μου με την Ελεωνόρα, ξεκίνησε με ένα Ομηρικό καυγά, πριν το "Καλημέρα σας" και το "Χαίρω πολύ" που ακολουθεί τις αρχικές συστάσεις.

Κάνοντας την κουβέντα που ακολουθεί, απόρησα για μια ακόμη φορά, πού στο καλό βρέθηκε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να διαφωνήσω με την Ελεωνόρα Ορφανίδου.













Ελεωνόρα, έχεις επιλέξει επαγγελματικά να ασχοληθείς με έναν δύσκολο συνδυασμό ιστορίας και (κινηματογραφικής) τέχνης. Πώς πιστεύεις μπορούμε να ωφεληθούμε έχοντας εφόδιο αυτή τη μίξη, για να προχωρήσουμε και να ξεπεράσουμε τις παρούσες δυσκολίες;



Αγαπούσα πολύ τις ταινίες και την ιστορία, για να σκεφτώ πώς θα μπορούσα να τις κάνω επάγγελμα.

Όπως όλα τα ωραία πράγματα, τα έφερε η τυχαιότητα με την οποία ζει κανείς τη ζωή του στα είκοσι.

Ήμουν φοιτήτρια στη Νομική, έβλεπα σινεμά φανατικά κι ένα ευρωπαϊκό σεμινάριο δημοσιογραφίας αποτέλεσε την αρχή μου σ’ ένα κόσμο για τον οποίο μπορούσα απλώς να απαριθμήσω πολλές ταινίες και πολλές ημερομηνίες.

Όμως στην πορεία αποφάσισα να το μάθω καλά και νομίζω πως το έκανα (και το κάνω ακόμα) με διάφορους τρόπους: σπούδασα, διάβασα, συνάντησα ανθρώπους.
Το σινεμά, η ιστορία και η ζωή, συναντώνται τη στιγμή που ο θεατής μπαίνει στη σκοτεινή αίθουσα και μού δίνει το χρόνο να τον παρατηρήσω και να μετρήσω.

Ως λαϊκό θέαμα είναι ο πρώτος αποδέκτης των κοινωνικών αλλαγών, η ιστορία έπεται (γράφεται με τον τρόπο τού Μπροντέλ, με αργές διαδικασίες αποτυπώνοντας δομές).

Βλέπω λοιπόν τι βλέπει, πότε το βλέπει, σε τι ανταποκρίνεται.

Αναφέρω ένα αμερικανικό παράδειγμα: μετά τη Lehmann Brothers οι άνθρωποι επέστρεψαν στη θρησκευτικότητα, γυρίστηκαν κι έκοψαν εισιτήρια δεκάδες ταινίες με μεσσιανικό χαρακτήρα.

Ή, πηγαίνοντας πίσω στο Κραχ του ’29. Εντός του γεννήθηκε το μιούζικαλ και γέμισε τις αίθουσες!

Αυτό που βλέπω λοιπόν, είναι το σινεμά ως αποτύπωμα μιας κοινωνικής τάσης εντός ιστορικών πλαισίων- το ότι στην πετρελαϊκή κρίση (ξαναγεννήθηκε) ο Κινγκ Κονκ (1976), με κακό της υπόθεσης στέλεχος πετρελαϊκής εταιρίας, δεν είναι τυχαίο.
Το σινεμά και η ιστορία -η οποία να το πούμε εδώ, δεν είναι κυκλική, δεν επαναλαμβάνεται- δεν μπορούν να μας βγάλουν απ’ την κρίση, μπορούν όμως να μιλήσουν για μας, να μάς θυμίσουν αλλοτινά αδιέξοδα και συμπεριφορές, να μάς βοηθήσουν να ονομάσουμε τον «εχθρό».

Στο τελευταίο Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, το οποίο είχα την τύχη να παρακολουθήσω, αποτυπώθηκε ήδη αυτό που μας συμβαίνει. Πεισιθανάτια φιλμάκια 20χρονων παιδιών, ανεργία, ξενοφοβία, δεν είχε να δεις μια κανονική κωμωδία!

Όσον αφορά τον εχθρό, εκτός εισαγωγικών και αναφέρομαι στο ΔΝΤ, έχουν γυριστεί φοβερές ταινίες για το ρόλο του και στην Αργεντινή, αλλά και στην Αφρική -σινεμά δεν είναι μόνο το Χόλιγουντ.



Με τη συμμετοχή σου σε όλες τις μορφές μέσων, τηλεόραση, διαδίκτυο, ραδιόφωνο και έντυπα, πού συναντάς το "σκεπτόμενο" κοινό; Σε ποιο ΜΜΕ υπάρχει παραγωγή και όχι απλά αναπαραγωγή απόψεων;



Έχω κάνει πολλά χρόνια τηλεόραση, αλλά μια μόνο εκπομπή, με διαφορετικούς τίτλους: «Είκοσι χρόνια επίκαιρα-είκοσι επίκαιρα χρόνια, 1947-1967», «Το σίριαλ των σίριαλ» και «Ριμέικ».

Πάντα είχαμε σκεπτόμενο κοινό, δεν μπορείς να ασχοληθείς με τις θεωρίες του Φουκουγιάμα και του Ρίφκιν άμα βλέπεις το τούρκικο στην πράιμ τάιμ.

Ωστόσο, το «Ριμέικ» δεν είναι η τηλεόραση. Γι αυτό και νομίζω ότι το χειρότερο κοινό είναι το τηλεοπτικό.
Για τις εφημερίδες τι να πω -τόσα χρόνια στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία- τις αγαπώ πολύ ως μέσο και πιστεύω στον κόσμο που τις αγοράζει, ακόμη και για ένα σι-ντι.
Το ραδιόφωνο το σέβομαι. Στους σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς, αποδεικνύει τη δύναμη του -ωστόσο, εν πολλοίς έχει αλωθεί από την ίδια τηλεοπτική νομενκλατούρα που πιέζει τον κόσμο να αποδεχθεί την ήττα του.
Το πιο καλλιεργημένο κοινό έχει καταφύγει στο διαδίκτυο. Εδώ, είμαι κοινό κι εγώ.

Γράφω στο τουίτερ πολλές βλακείες και λίγες εξυπνάδες, συμπεριφέρομαι πολύ δημοκρατικά και μετά μπλοκάρω κάποιον που με εκνευρίζει, συμπαθώ πολύ κι αντιπαθώ πολύ.

Ένας ολόκληρος κόσμος έξυπνων ανθρώπων απομονώνεται εδώ και πιστεύει ότι αλλάζει τον κόσμο.



Στην Ελλάδα ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι από αυτό που ονομάζουμε "τέχνη". Στον καιρό των μνημονίων, εκτός από τη θρυμματισμένη βιτρίνα, τι έχει απομείνει από αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε αληθινή "τέχνη";



Η τέχνη ως προβολή της στον κόσμο, είναι η αντίληψη του καθενός μας γι αυτήν.

Μοιάζει με την προϊστορία, ο καθένας έχει και μια θεωρία την οποία η απουσία γραπτών πηγών επιτρέπει να υπάρχει: να μην αρχίσω με τις θεωρήσεις για το φύλο, τη Μαύρη Αθηνά κλπ. Τέλος πάντων, ο καθένας μας λέει το μακρύ και το κοντό του για την τέχνη.

Εγώ λοιπόν που έχω μια εγγύτητα με την Σχολή Καλών Τεχνών, λέω το δικό μου κοντό και μακρύ, πιστεύω απολύτως ότι μια νέα δημιουργική γενιά έρχεται χωρίς να έχει κλείσει τον κύκλο της η προηγούμενη.

Και δεν μιλώ -ιδού η παρεξήγηση περί την τέχνη- για όλον αυτόν τον σφιχτό εναγκαλισμό κάποιων καλλιτεχνών με το κράτος.

Αυτή η σχέση υπάρχει διότι η τέχνη παράγει ιδεολογία, αυτό που κοιτάς ποτέ δεν είναι «αθώο». Υπάρχει μνημείο πιο φορτισμένο ιδεολογικά στον κόσμο από τον Παρθενώνα;

Οι παραστάσεις του στη ζωφόρο και τα αετώματα, δεν είναι η ιστορία της Αθήνας, είναι το πολιτικό της πρόταγμα την εποχή του αθηναϊκού imperium.



Οι άνθρωποι των γραμμάτων και κατ' επέκταση και των τεχνών, ειδικά οι πλέον αναγνωρίσιμοι, μοιάζουν επαναπαυμένοι, αποστασιοποιημένοι έως και αδιάφοροι ή μήπως δεν είναι σωστή εικόνα αυτή που έχουμε; Έχεις να αναφέρεις περιπτώσεις ενεργής συμμετοχής/δράσης, κάποιων;



Έχω την ίδια απογοήτευση με σένα, αλλά όχι τόσο με τους λογοτέχνες, όσο με τους ανθρώπους που διακονούν π.χ. την πολιτική φιλοσοφία, την κοινωνιολογία κλπ. Θα ήθελα ν’ ακούσω την άποψη του Θ. Ζιάκα για παράδειγμα.

Για κάποια απ' τα πρόσωπα που είναι στη δημοσιότητα, έχω απαντήσεις: είναι με το σύστημα που εξακολουθεί να τους χαρίζεται και να τους τιμά. Για τους άλλους δεν ξέρω, δεν έχω καν αναρωτηθεί γιατί δεν είναι εδώ, μαζί μας.

Τουλάχιστον, δεν είναι με την ξεφτίλα των ρεσώ.



Στο σινεμά υπάρχουν οι ήρωες που στην ώρα της κρίσης σώζουν τη χώρα, τον πλανήτη. Είναι δυνατό μέσα από την κρίση να δημιουργηθεί ένα νέο αυθεντικό ρεύμα, να αναδειχθούν μέσα από αυτό ακόμη κι οι νέοι ηγέτες, όπως συνέβη σε άλλες δύσκολες εποχές;



Εγώ που μπερδεύω μετά βραβείων και επαίνων το σινεμά με τη ζωή, επιμένω επίσης ότι άλλο οι (αμερικανικές) ταινίες, άλλο η πραγματικότητα. Μόνο εκεί ο Πρόεδρος σκοτώνει εξωγήινους, πιλοτάρει αεροπλάνα και ταυτόχρονα ακούει τις στριγκιές του φαγκότο του Στραβίνσκι.

Έχει έναν κοινωνικό πρωτογονισμό η πίστη στον ήρωα, που έρχεται από το πουθενά όπως ο Άλαν Λαντ στον «Άνθρωπο της χαμένης κοιλάδας»(1959).

Όμως οι εποχές γεννούν κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα κι από αυτά αναδύονται και προσωπικότητες που θα μπουν μπροστά.

Μας λείπει χρόνος -ιστορικός χρόνος εννοώ- η γεγονοτολογία δεν είναι ιστορία αλλά ένα παρακατιανό χρονικό. Πολλά γεγονότα μαζί, απλωμένα στον πραγματικό χρόνο θ αλλάξουν την κοινωνία –τις δομές και τους ανθρώπους.



Ας κάνουμε μια υπόθεση. Σκηνοθετείς μια ταινία με θέμα τη σημερινή μας πραγματικότητα. Τι είδους έργο θα ήταν;

Ποιος θα έγραφε το σενάριο(ίσως εσύ;) Ποιους ηθοποιούς θα ήθελες στο καστ σου και ποιο ρόλο θα έπαιζε ο καθένας;



Είδα ένα ταινιάκι στη Δράμα, που δεν βραβεύτηκε, αλλά με συγκλόνισε. Άνθρωποι που μιλούν μια πρωτόγονη γλώσσα και ζουν υπό προβιομηχανικές συνθήκες, προσπαθούν να διασώσουν κάποιες μαγικές πέτρες -νομίζεις ότι όλα είναι προϊστορία.

Σε μια τελετή που γίνεται σε έναν πανέμορφο λόφο, οι πέτρες βγάζουν ολογράμματα. Είναι σκηνές από το μέλλον κι όχι από το παρελθόν και ο λόφος είναι η Ακρόπολη αλλά -ουαί... πλέον, χωρίς τον Παρθενώνα.

Η ταινία είναι το Evergreen της Ιφιγένειας Κοτσώνη, με τη Δήμητρα Δουμένη, έφηβη πια.

Αυτή την ταινία θα ήθελα να σκηνοθετήσω τώρα-είμαι εκεί, sorry!





Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο www.eyedoll.gr

http://www.eyedoll.gr/ngine/article/586/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%B1-%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%BF-eyedoll-t%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AC-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1




Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αθανασία (της νεότητας) έσβησε χθες στη Δράμα


O μικρός-μα στ' αλήθεια γενναίος κόσμος που στήθηκε στη Δράμα την εβδομάδα 17 με 22 Σεπτεμβρίου ετοιμάζει αποσκευές για την Αθήνα με στόχο να γεμίσει την καθημερινότητα μας με τις πιο φρέσκες κινηματογραφικές εικόνες της χρονιάς. Το 35ο Φεστιβάλ ελληνικών ταινιών μικρού μήκους πριν δύσει ανέδειξε ένα νέο κινηματογραφικό αστέρι, τον Νεριτάν Ζιντζιρία – το παιδί του καφέ της Ταινιοθήκης που ονειρεύτηκε να κάνει μια μέρα σινεμά. Και έκανε! Το “Χαμομήλι”1 που κέρδισε τον Χρυσό Διόνυσο δεν ήταν ούτε η πρώτη ταινία, ούτε το πρώτο βραβείο(είχε πάρει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στο ίδιο φεστιβάλ πριν από λίγα χρόνια).Αλλά ήταν αυτό που έκανε τη μητέρα του, μια μετανάστρια από την Αλβανία, να παραμιλά από χαρά: “ήθελα να τον κάνω δικηγόρο, δεν καταλάβαινα τι σήμαινε να κάνει το παιδί σου ταινία”. Η Δράμα μια πόλη βουτηγμένη στην ανεργία και στην ύφεση υποδέχθηκε μια διοργάνωση που η θεματογραφία της έδειχνε με σαφήνεια το κοινωνικό αποτύπωμα της κρίσης. Το πρώτο βραβείο αλλά και αρκετές ακόμη ταινίες είχαν ως θέμα το θάνατο, (ασύνηθες για τη θεματογραφία νέων σε ηλικία δημιουργών), την οικονομική κρίση, το μεταναστευτικό, τον εγκλεισμό, την παράλληλη πραγματικότητα , τη σύγχυση του ανθρώπου εντός του αβέβαιου κόσμο που τον περιβάλλει. Ο κοινωνικός πεσιμισμός που αποτυπώθηκε στο πανί ισορρόπησε πάνω στη ταινία από τη Βραζιλία «Η κότα που νίκησε το σύστημα» του Quico Meirelles (δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας του Διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος, την ιστορία μιας κότας σε μια φάρμα που βλέπει ένα όραμα: αντιλαμβάνεται τα δεσμά που ορίζουν τη ζωή και το πεπρωμένο της. Αν και απομονωμένη ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες κότες που δεν μοιράζονται την αγωνία της, πιστεύει ότι μια διαφορετική ζωή είναι εφικτή. Και κάνει το άλμα προς την ελευθερία. Αποτιμώντας τη διοργάνωση δεν μπορείς παρά -να εκτιμήσεις την μείωση στο ήμισυ του φετινού προϋπολογισμού (400 χιλιάδες ευρώ). -να εκφράσεις πολλές αντιρρήσεις για την απόφαση να συμμετάσχουν στο ελληνικό τμήμα τόσες ταινίες (από μερικές έλειπε ακόμη και η τεχνική αρτιότητα). - να σχολιάσεις τη βράβευση του Φωκίωνα Μπόγρη για το “Family tree”2 με το Ειδικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη “Ντίνος Κατσουρίδης” καθώς δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος. Το 2009 γύρισε την μεγάλου μήκους ταινία «Κάθαρση»! 11 με 18 Οκτωβρίου η Ταινιοθήκη της Ελλάδας θα φιλοξενήσει τις βραβευμένες ταινίες. Είναι μικρές – έχουν ως προαπαιτούμενο την εκφραστική οικονομία – αλλά απαντούν επιτυχώς στο τεθέν ερώτημα “How big is Short?”