Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Ζιγκολό:ένας παρακμιακός μύθος



Οι “Blondie” τραγουδούν το “Call me” και ο Τζούλιαν (Ρίτσαρντ Γκιρ), στην πρώτη σκηνή του «American Gigolo», οδηγεί το σπορ αυτοκίνητο του- φορώντας φυσικά Αρμάνι-κατευθείαν στο πεπρωμένο του: μια πλούσια κυρία που τον χρηματοδοτεί με αντάλλαγμα το κορμί του.
Η ταινία «Επάγγελμα ζιγκολό» ,ήταν μια προσπάθεια του σκηνοθέτη Πολ Σρέιντερ να βγάλει το 1980 στο φως τα άπλυτα των αστών της Αμερικής! Απέτυχε παταγωδώς στο σκοπό της κι απλώς έκανε διάσημους τον Γκιρ, τους Blondie και τον Αρμάνι.
Προηγήθηκε ο ζιγκολό Πολ , στο “Πρόγευμα στο Τίφανις», κι ακολούθησαν ο Μάικι στο «Δικό μου Αϊντάχο» κι
ο Τζο στην « Α.Ι. Τεχνητή νοημοσύνη»!

Το…επάγγελμα όμως επανήλθε φέτος δυναμικά στο προσκήνιο χάρη στην παγκόσμια οικονομική κρίση και στον Άστον –με θέλουν όλες-Κάτσερ! Ο νεαρός σύζυγος της Ντέμι Μουρ υποδύεται τον Νίκι, έναν πανέμορφο απατεώνα τον οποίο τρέφουν πλουσιοπάροχα ώριμες κυρίες της καλής κοινωνίας του Λος Άντζελες. Η ταινία «Ζιγκολό» (“Spread”) του σκοτσέζου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μακένζι που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Sundance τον περασμένο Ιανουάριο προβλήθηκε και στους ελληνικούς κινηματογράφους! Παράλληλα στην Αμερική αλλά και σε κανάλι της ελληνικής συνδρομητικής τηλεόρασης προβάλλεται με τρομερή επιτυχία το «Hunk», ένα σίριαλ με πρωταγωνιστή άλλον ζιγκολό, τον Ρέι (Τόμας Τζέιν), ενώ το αρχαιότερο επάγγελμα ασκείται από άντρες και στις πασίγνωστες σειρές «Nip/Tuck”, “Dollhouse” και “Gossip girl”.

* Στο “Spread” ο Νίκι γνωρίζει ένα από τα θύματα του, τη Σαμάνθα (Αν Χεκ), σε κάποιο κλαμπ του Λος Άντζελες! Σύντομα θα εγκατασταθεί στην πολυτελή βίλα της στο Χόλιγουντ αλλά όλα θα ανατραπούν όταν μετά από λίγο καιρό θα ερωτευτεί μια γκαρσόνα, την Χέδερ (Μαργκαρίτα Λίβιεβα).
*O Ρέι του “Hunk”από την άλλη, είναι τελείως διαφορετικός! Προπονητής του μπάσκετ σε ένα Λύκειο, ευνοημένο από τη φύση αρσενικό, γίνεται ζιγκολό εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα του τον έχει χωρίσει, το σπίτι του έχει πάρει φωτιά, τα παιδιά του αδιαφορούν για την ύπαρξη του και το μόνο που του απομένει είναι μια φίλη που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας αλλά προς το παρόν εκτελεί χρέη …τσατσάς. Ο Ρέι δένεται συναισθηματικά με τις πελάτισσες του!
Ο Νίκι κι ο Ρέι έχουν διαφορετική στάση απέναντι στο επάγγελμα αλλά και πολλά κοινά. Για παράδειγμα , η Αν Χεκ, η κινηματογραφική ώριμη πελάτισσα του πρώτου είναι η τηλεοπτική πρώην σύζυγος του δεύτερου.
*Με τον Ρέι μοιάζει και ο Μάρκο, ο ήρωας της ταινίας ¨Η πελάτισσα¨ της Ζοσιάν Μπαλασκό, που βγήκε στις αίθουσες την ‘Άνοιξη επιχειρώντας αναφορές σε δύο κρίσεις, και στην οικονομική που οδήγησε και τον δικό της ήρωα στην πορνεία αλλά και στην κρίση της μέσης ηλικίας.

Η κριτική την αποδοκίμασε αλλά η κοινωνιολογία την δικαίωσε!
«Η κυρία Μπαλασκό και οι υπόλοιποι σκηνοθέτες επανέφεραν στο προσκήνιο ένα αντρικό πρότυπο που συνδέεται με την οικονομική ύφεση» δήλωσαν σοβαρότατοι πανεπιστημιακοί στον Αμερικανικό τύπο και ερμήνευσαν το φαινόμενο ως προϊόν της χειμαζόμενης οικονομίας, από την οποία πλήττονται κατά πρώτον οι χειρώνακτες, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι άντρες. Ιστορικοί του κινηματογράφου υποστήριξαν ότι σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας το σινεμά εστιάζει στους ανθρώπους που δέχονται την πίεση. Στο Κραχ, οι κινηματογραφικοί ήρωες έπαιρναν τα Τόμιγκαν και λήστευαν τράπεζες και μαγαζιά. Τώρα η οικονομική δυσπραγία βγάζει τους άντρες του σινεμά στο πεζοδρόμιο!

Το χειρότερο πεζοδρόμιο και η καλύτερη ταινία με πρωταγωνιστή ζιγκολό πάντως, έγιναν την εποχή της αμφισβήτησης και για λόγους όχι οικονομικούς! Ο Τζό Μπακ (Γιον Βόιτ) βγήκε στους δρόμους της Νέας Υόρκης, γιατί ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσιντσερ, ήθελε εν έτει 1969,να κλείσει με το «Midnight cowboy» τους λογαριασμούς του με το Αμερικανικό όνειρο, επιθυμία την οποία πολλοί συνάδελφοι του έκαναν ταινία εκείνη την εποχή. «Ο καουμπόι του μεσονυχτίου» σόκαρε τους Αμερικανούς, κυρίως λόγω θέματος και όχι σκηνών. Ο Τζόι εξάλλου απεδείχθη ο χειρότερος ζιγκολό του κόσμου. Έφτασε από το χωριό του στο Τέξας στη μεγαλύτερη πόλη της Αμερικής για να βγάλει λεφτά και να γνωρίσει την καλή κοινωνία, και αντ’ αυτού εξαπατήθηκε και από τους πελάτες και από την πόλη! Έμεινε όμως στους σινεφίλ όλου του κόσμου η εικόνα του, ψηλός και ηττημένος να περπατά δίπλα στον κοντό και κουτσό Ντάστιν Χόφμαν , ο οποίος εκνευρισμένος που τον στριμώχνει ένα ταξί στο δρόμο, το χτυπάει φωνάζοντας την ιστορική και επαναλαμβανόμενη στο σινεμά ατάκα «Hey… I’m walking here! I ‘m walking”!


Για το "American gigolo" βλ http://www.youtube.com/watch?v=VRSvVc48-Rk

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Οι αναλώσιμοι της Αμερικής






Όταν ο Στίβεν Σόντεμπεργκ, ο διάσημος σκηνοθέτης της “Έριν Μπρόκοβιτς” , της “Συμμορίας των 11” και του “Τσε” , ανακοίνωσε πέρυσι οτι θα ξεκινήσει τα γυρίσματα της νέας του ταινίας “Girlfriend experience”, όλο το ενδιαφέρον εστιάστηκε στην πρωταγωνίστρια του, την Σάσα Γκρέι. Mια ελληνικής καταγωγής σταρ της βιομηχανίας του πορνό, (της οποίας η αμέσως προηγούμενη ταινία είχε τον αποκαλυπτικό τίτλο “Blow me sandwich 11”), θα υποδύονταν περίπου τον εαυτό της. Μιας συνοδού πολυτελείας στελεχών της Γουόλ Στριτ που αναζητούν επί πληρωμή κάτι παραπάνω από σεξ και κάτι λιγότερο από οικογένεια.
Το φιλμ έπρεπε να βγει στο Φεστιβάλ της Τριμπέκα , στο Μανχάταν, για να επισημάνουν τα αμερικανικά μέσα οτι στο φόντο της ταινίας είναι παρών ο οικονομικός κατήφορος της Γουόλ Στριτ και η Αμερική της οικονομικής κρίσης. “Είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ” είπε ο δημιουργός του και εξέφρασε την ικανοποίηση του που είδε στο Φεστιβάλ ταινίες για την οικονομία και τις συνέπειες της κρίσης στη ζωή των ανθρώπων, όπως το ντοκιμαντέρ “American Casino” των Λέσλι και Άντριου Κόκμπερν, η το “The Good guy” του Τζούλιο Ντε Πιέτρο, μια εκ των έσω ματιά στην κουλτούρα της Γουόλ Στριτ και στο τι σημαίνει καλοσύνη στον κόσμο των μπρόκερς.
Την παράσταση όμως έκλεψε , σε εντυπώσεις και προβολή, η ταινία του ζεύγους Κόκμπερν, το οποίο παρουσίασε μια ενδελεχή έρευνα στον κόσμο των στεγαστικών δανείων, δηλαδή στο σημείο μηδέν της κρίσης: όταν η αγορά έπαιξε ρουλέτα στην αγορά κατοικίας το σύστημα έπεσε.
Η Λέσλι Κόκμπερν , δημοσιογράφος του CBS με μεγάλη πείρα στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ, προείδε το μέγεθος αυτού που ερχόταν και ξεκίνησε με τον παραγωγό σύζυγο της να ετοιμάζει το “American casino” από τον Ιανουάριο του 2008, τότε που απλώς είχε διαπιστωθεί πόσο μακριά βρισκόταν η Γουόλ Στριτ από τους υπόλοιπους εμπορικούς δρόμους της Αμερικής, όπου καθημερινοί άνθρωποι και όχι χρηματιστές έβγαζαν λίγα ή πολλά χρήματα.
Συνηθισμένη σε δημοσιογραφικές αποστολές στο Αφγανιστάν ή τη Βοσνία, η δημοσιογράφος αδυνατούσε να πιστέψει αυτά που κατέγραφαν οι κάμερες. Ολόκληρες κομητείες στην Καλιφόρνια μισοερειπωμένες , με άδεια σπίτια, γεμάτα τεράστια ποντίκια, ακριβώς όπως στο Μογκαντίσου. Με τις πισίνες να έχουν μετατραπεί σε βρώμικα βαλτόνερα γεμάτα μολυσματικά κουνούπια ,φίδια και βατράχια.
Το ρεπορτάζ στην ταινία ξεκινάει από τους πρώην ιδιοκτήτες αυτών των σπιτιών και κλιμακώνεται προς τα άνω. Μιλούν για την κρίση αυτοί που έχασαν το σπίτι τους, στη συνέχεια αυτοί που έχασαν τις δουλειές τους, αυτοί που ήταν χρηματιστές και δεν είναι πια, οι τραπεζίτες που προώθησαν τα τοξικά ομόλογα και τέλος οι ανέγγιχτοι της κορυφής , αυτοί που έχουν ετήσιο εισόδημα πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια. Οι φτωχοί κοιτούν το φακό, οι πλούσιοι μιλούν “πλάτη” , διότι για πρώτη φορά στις ΗΠΑ μετά το Μεγάλο Κραχ, ο πλούτος έγινε πρόκληση. Οι συζητήσεις που άνοιξαν για το “American casino”, αφορούν κυρίως μια υποψία που κατέστη βεβαιότητα στα ρεπορτάζ της Βαλτιμόρης. Στο μεγάλο λιμάνι του Ατλαντικού, στην πολιτεία του Μέριλαντ, που ζούσε κάποτε από τις κατασκευές αλλά τώρα πια της έχει μείνει μόνο η φήμη για τις μεγάλες της χαλυβουργίες και τους μεθυσμένους ναύτες, η κρίση είναι «μαύρη». Στατιστικά καταγεγραμμένο, και με κυβερνητική επιβεβαίωση, η ταινία διαπιστώνει οτι οι μαύροι της μεσαίας τάξης που έχασαν τα σπίτια τους χάρη στα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου είναι τέσσερις φορές περισσότεροι από τους λευκούς, γιατί στοχοποιήθηκαν από την αρχή ως αναλώσιμα θύματα. Όλα τα μέσα ενημέρωσης έφεραν στο προσκήνιο το ντοκιμαντέρ των Κόκμπερν εξαιτίας αυτής της αποκάλυψης που θορύβησε το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον, το οποίο νόμισε οτι οι Ομπάμα έλυσαν το φυλετικό ζήτημα της Αμερικής, απλώς και μόνο επειδή είναι εδώ. Φυσικά οι αλήθειες ήταν πάντοτε πιο σκληρές από τους μύθους, ακόμη και στην Αμερική, όπου από την εποχή του τυφώνα Κατρίνα οι φυσικές καταστροφές επέλεγαν τάξεις και φυλές.
Το “American casino” χάρη στην ιστορία της Βαλτιμόρης, βρήκε διανομέα και θα παίξει στις αίθουσες της Αμερικής. Πιθανόν να βρει το δρόμο του και προς την Ευρώπη, όπως οι ταινίες του Μάικλ Μουρ. Θα σοκαριστούμε κι εμείς, όχι από τον κυνισμό του χρηματιστή που χαρακτηρίζει ηλίθιους όλους αυτούς που ο ίδιος δανειοδότησε γνωρίζοντας οτι είναι χαμένοι, αλλά , όπως λέει η δημιουργός του, από τη βεβαιότητα του οτι αυτό που έκανε ήταν και το σωστό. Η αγορά οφείλει μια παραδεκτή ηθική, το είχε πει και ο Άνταμ Σμιθ, αλλά πάντοτε οι μπρόκερ μάθαιναν μόνο τη βασική του θεωρία, ότι έπρεπε δηλαδή να είναι ελεύθερη!

Το Αιγαίο είχε και ζόμπι!








Η Νία Βαρντάλος ήταν φυσικό να καταλήξει το καλοκαίρι που μας πέρασε στο “Έρωτας αλά Ελληνικά”, ξεναγός στην Ακρόπολη! Το επώνυμο της αλλά , κυρίως, τα εκατομμύρια δολάρια που κέρδισε με την πρώτη της ταινία, το «Γάμος αλά ελληνικά», μας είχαν προϊδεάσει ότι θα ερχόταν στην Ελλάδα για να κάνει το «νταμπλ». Στο πλευρό του Πούπι, κατά κόσμο Αλέξη Γεωργούλη, ήλπιζε ότι ο κόσμος δεν βαρέθηκε ούτε τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, ούτε τις ελληνικές αρχαιότητες, τις οποίες ο σκηνοθέτης της ταινίας Ντόναλντ Πέτρι κινηματογράφησε υπουργική αδεία. Πολύς και καλός κόσμος εξάλλου έχει περάσει από δω κάνοντας γκραν σουξέ, ήδη από το 1957, τότε που η Σοφία Λόρεν γινόταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες της εποχής για τα γυρίσματα στην Ύδρα της ταινίας «Το παιδί και το δελφίνι»! Ή όταν ο «Ναύτης του Γιβραλτάρ» με τη Ζαν Μορό στον Πειραιά γινόταν θέμα, το 1967, στα Κινηματογραφικά Επίκαιρα, κι ο Άντονι Κουίν έφτανε με τρένο στην Αθήνα λίγο πριν πάει στη Ρόδο για τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» ή στην Κρήτη για το «Ζορμπά»! Η Μύκονος ήταν το νησί της «Σίρλεϊ Βαλεντάιν», η Κεφαλονιά έγινε τουριστικός προορισμός χάρη στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και η Αμοργός αγαπήθηκε διεθνώς χάρη στο «Απέραντο γαλάζιο»! Πέρυσι έγιναν διάσημες η Σκιάθος και η Σκόπελος με το «|Mama mia».
Αλλά... αν από το Παναθηναϊκό στάδιο πέρασε η Τζέιν Μάνσφιλντ (“Συνέβη στην Αθήνα”) στη Σέριφο έζησε ένας εκ των διασημοτέρων ανθρωποφάγων του λεγόμενου «καλτ» κινηματογράφου! Και στη Μύκονο, εκτός από τα πάθη της μεσήλικης Βρετανίδας με το όνομα Σίρλεϊ, άνθισε και ο μεγάλος έρωτας ενός από τα πιο καυτά κινηματογραφικά ζευγάρια του Μπόλιγουντ! Στη Ρόδο του Κουίν κατέληξε για να βρει τον ψαρά πατέρα του , και νεαρός Σουηδός με το ορεκτικό- όνομα Τσατσίκι!
Και αυτό το σινεμά φιλοξενήθηκε στο Αιγαίο! Λιγότερο γνωστό, λιγότερο εκλεκτό;
Στο Μπόλιγουντ θα διαφωνούσαν! Το “Chalte Chalte” μια ταινία από την Ινδία γυρισμένη σχεδόν ολόκληρη στην Ελλάδα , απέφερε στην παραγωγό εταιρία το 2003 εκατομμύρια δολάρια και στους πρωταγωνιστές της, Shahrukh Khan και Rani Mukerji, λεφτά και δόξα. Οι κριτικές για τις ερμηνείες ήταν μέτριες, αλλά αν κατοικείς δυτικά της Βομβάης δεν νοιάζεσαι καθόλου! Η υπόθεση ήταν το κλασικό ινδικό θέμα των παρεξηγήσεων που εμποδίζουν έναν έρωτα να έχει αίσια έκβαση, υπήρχε πολύ μουσική , ινδικός χορός με φόντο τη Μύκονο, την Πάρο και τους Δελφούς ! Ακούγεται κιτς;
Υπήρξε και χειρότερη εκδοχή, από συμπαραγωγή τω Σκανδιναβικών χωρών, με το όνομα “Tsatsiki”. Αν το μυαλό ενός Έλληνα πηγαίνει κατευθείαν στο γνωστό έδεσμα, το μυαλό μιας Σουηδέζας κάνει το τζατζίκι όνομα και το δίνει στο γιό της, παιδί του καλοκαιρινού της έρωτα με έναν ψαρά χταποδιών από τη Ρόδο. Πολλές Σουηδέζες το έπαθαν αυτό τη δεκαετία του '80, είκοσι χρόνια αργότερα η σκηνοθέτης Ella Lemhagen το έκανε ταινία με τεράστια επιτυχία στη χώρα της και πολλά διεθνή βραβεία. Ο “Tsatsiki” ήρθε στη Ρόδο να βρει το μπαμπά και το ταξίδι αυτό έγινε τόσο δημοφιλές στη Σκανδιναβία που γυρίστηκε και δεύτερη ταινία με τον χαριτωμένο μπόμπιρα να αναζητεί με χιούμορ τις ρίζες του την ώρα που η μαμά του προσπαθούσε να κάνει καριέρα στο σουηδικό ελαφρό τραγούδι.


Οι χαριτωμένες περιπέτειες του μικρού Τσατσίκι Γιόχανσον στη Ρόδο είναι παντελώς άγνωστες σ' εμάς όπως και οι τρομακτικές περιπέτειες στη Σέριφο, της Τζούλι, του Άντι και της Μάγκι, των πρωταγωνιστών της ταινίας “Antropophagus” του Τζο Ντ' Αματο, του “πιο κακού σκηνοθέτη του κόσμου”. Μια παρέα, κατά το σενάριο, επισκέπτεται ένα νησί του Αιγαίου το οποίο κατοικείται μόνο από μια τυφλή γυναίκα, που υποστηρίζει οτι όλοι οι κάτοικοι έγιναν γεύμα ενός ανθρωποφάγου. Οι υπέροχες ακρογιαλιές πράγματι αποτελούν το ιδανικό κοντράστ με τον τρόμο που γεννά το θέμα της ταινίας, η οποία όμως δικαιώνει απολύτως όσους έχουν χαρακτηρίσει τον Ιταλό σκηνοθέτη τελείως άτεχνο, “καλό μόνο για να γυρίζει τσόντες”. Όλο αυτό το χάλι του “Ανθρωποφάγου¨όμως, αποτελεί διεθνώς σημείο αναφοράς για τους λάτρεις του λεγόμενου πατριάρχη του Ιταλικού trash φιλμ. Το Ίντερνετ είναι γεμάτο με αγγελίες θαυμαστών που αναζητούν ακόμη την πρωτότυπη , χωρίς κοψίματα , εκδοχή της ταινίας , η οποία περιέχει εκτός των άλλων και ανθρωποφαγία εμβρύου.
Όλοι αυτοί , έχουν δει στην αρχή της ταινίας, πριν το πρώτο αίμα και χωρίς άδεια, σε μακρινό πλάνο την Ακρόπολη. Όπως το 1989 το mainstream κοινό, την είδε «νομίμως» στο “New York Stories”, υπό την καλλιτεχνική ματιά του Κόπολα, και όπως το καλοκαίρι που μας πέρασε την είδαμε όλοι έξοχα και νόμιμα κινηματογραφημένη, αλλά εντός μιας αδιάφορης ταινίας!

PS. Για τον "Ανθρωποφάγο" βλ. http://www.youtube.com/watch?v=JFUgqt9yrAw

«Singin’ in the rain» στο Μπάντμιντον



Το 1952 ο Τζιν Κέλι, δημιούργησε και ερμήνευσε το πιο διάσημο νούμερο στην παγκόσμια ιστορία του μιούζικαλ: το χορευτικό του “Singin’ in the rain”! Η πασίγνωστη μελωδία που χόρεψε υπό βροχή, στην ομότιτλη ταινία που συνσκηνοθέτησε με τον Στάνλεϊ Ντόνεν, συνόδεψε τα θεσπέσια βήματα του προς την αθανασία!

Ο Κέλι ήταν σαράντα ετών, είχε σαράντα πυρετό στο γύρισμα και δεν κατάλαβε ότι η εικόνα του σ’ εκείνη τη σκηνή θα γινόταν σημαίνον κομμάτι της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης. Πάντα έλεγε εξάλλου ότι ήταν καλύτερος όχι στο «Ένας αμερικανός στο Παρίσι» όπως θα μπορούσε να εικάσει κάποιος, αλλά στο «Τρία κορίτσια και τρεις ναύτες» («On the town»), την πρώτη κοινή σκηνοθετική του δουλειά με τον Ντόνεν και συμπρωταγωνιστές το Φρανκ Σινάτρα και τη Μέριλιν Μονρό. Η αλήθεια είναι ότι το “Τραγουδώντας στη βροχή” άρεσε αλλά δεν ενθουσίασε το κοινό ( 8o στο box office εκείνη τη χρονιά) και δεν πήρε κανένα Όσκαρ. Η ιστορία όμως αποκατέστησε τα πράγματα. Θεωρείται πλέον το καλύτερο μιούζικαλ όλων των εποχών, και η καλλιτεχνική του αξία αναγνωρίστηκε με την ύψιστη για τους Αμερικανούς διάκριση, την ένταξη του στον κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Αμερικανικού κογκρέσου με τους εθνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς.





57 χρόνια μετά την πρώτη του προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες, το «Τραγουδώντας στη Βροχή» στη θεατρική του εκδοχή, έρχεται στην Ελλάδα. Στις 21 Οκτωβρίου ανεβαίνει για οκτώ παραστάσεις στο θέατρο «Μπάντμιντον» με πρωταγωνιστή τον αμερικανό Τιμ Φλέιβιν , ο οποίος μένει πιστός στις χορογραφίες του Τζιν Κέλι και στο άρωμα της ταινίας του ’52. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι σε σκηνοθεσία της Άλισον Πόλαρντ. Η σκηνοθέτης πάτησε πάνω στην αλυσίδα των θεατρικών μεταφορών του μιούζικαλ που έχει την αρχή της στη δεκαετία του ’80, τότε που ένας δικηγόρος από το Σικάγο, ο Μορίς Ρόζενφιλντ έπεισε την Metro-Goldwyn-Mayer να του παραχωρήσει τα δικαιώματα της ταινίας προκειμένου να ανεβάσει μια θεατρική της εκδοχή στο Μπρόντγουεϊ. Τελικά το μιούζικαλ ανέβηκε στο Λονδίνο υπό την εποπτεία του συγγραφικού διδύμου της ταινίας, των Betty Comden και Adolph Greene. Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης του 1983, Τόμι Στιλ, είχε παρακολουθήσει την ταινία 130 φορές, οι συγγραφείς έκαναν μόνο τις απαραίτητες μετατροπές και κάπως έτσι το θεατρικό “Singin’ in the rain” έμεινε γνήσιο τέκνο του κινηματογραφικού αριστουργήματος.

Η υπόθεση φυσικά είναι η ίδια: Πρωταγωνιστικό ζευγάρι του βωβού κινηματογράφου καλείται να περάσει με επιτυχία στον ομιλούντα. Πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος σταρ Ντον Λόκγουντ ( στην ταινία ο Τζιν Κέλι, στη θεατρική εκδοχή ο Τιμ Φλέιβιν), ο οποίος μετατρέπει την τελευταία του βουβή ταινία σε ομιλούσα με μεγάλη επιτυχία εν αντιθέσει με τη συμπρωταγωνίστρια του Λίνα Λαμόντ (Τζιν Χάγκεν στο σινεμά, στην παράσταση η Έιμι Γκρίφιθς) η οποία έχει απαίσια φωνή και χρειάζεται ντουμπλάρισμα. Αυτό το ρόλο αναλαμβάνει η καλλίφωνη Κάθι Σέλντεν, την οποία ερμήνευσε στο πλευρό του Τζιν Κέλι η Ντέμπι Ρέινολντς, δεκαεννιά ετών τότε και πρωτοεμφανιζόμενη. Στο θέατρο θα δούμε την ανερχόμενη βρετανίδα Τζέσικα Παντς! Η Κάθι και στο σινεμά και στη σκηνή ανατρέπει τη συναισθηματική ισορροπία των πρωταγωνιστών, κοινώς κάνει τη Λίνα να καταλάβει ότι δεν είναι ερωτευμένη με τον Ντον και τον Ντον να καταλάβει ότι είναι ερωτευμένος με την Κάθι.

Η κινηματογραφική εκδοχή είχε και μια δεύτερη ανάγνωση, όπως άλλωστε πολλά αριστουργήματα που στο πίσω πλάνο διηγούνται τις μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων. Το «Τραγουδώντας στη βροχή» αποτελεί μια εξαιρετική σπουδή πάνω στην αλλαγή που φέρνει η τεχνολογία στη ζωή, όχι μόνο στην ανάγκη προσαρμογής του ανθρώπου σε αυτήν για βιοποριστικούς λόγους, αλλά και στην αλλαγή του έσω κόσμου του. Όλη αυτή η προβληματική ξετυλίγεται μέσα από μια υπέροχη ιστορία, που υμνεί τη χαρά, την παιδικότητα που έχει χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ένα δυνατό μύθο. Που έχει επίσης χαριτωμένες εκτός σκηνής ιστορίες, όπως ότι ο Τζιν Κέλι βρεχόταν την ώρα που χόρευε και τραγουδούσε το Singin’ in the rain όχι μόνο με νερό αλλά και με γάλα για να γράφει καλύτερα η βροχή στην κάμερα και να κολλάει το κοστούμι του.

Η βροχή έγραψε και θεατρική ιστορία. Σε μία από τις παραστάσεις του Singin’ in the Rain στο θέατρο London Palladium χάλασε ο μηχανισμός και οι τεχνικοί εμφανίστηκαν στη σκηνή με μάνικες, κάνοντας αναγκαστικά ..παπί τον Τόμι Στιλ, την ώρα που τραγουδούσε το «Singin’ in the rain», το οποίο , για την ιστορία , δε γράφτηκε για την ταινία! Αντιθέτως η ταινία γυρίστηκε γι αυτό και γι άλλα τραγούδια που ο παραγωγός της Άρθουρ Φριντ είχε γράψει μαζί με τον συνθέτη Νάτσιο Χερμπ Μπράουν , είκοσι χρόνια πριν. Ακούστηκε δε, πρώτη φορά, στην ταινία «Hollywood revue” το 1929, ενώ το τραγούδησε και η Τζούντι Γκάρλαντ το 1940 στην ταινία «Little Nellie Kelly”. O Τζιν Κέλι , το έκανε το ‘52 συνώνυμο της χαράς και του έρωτα. Και το ’71 ο ιδιοφυής Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» ( ένα δοκίμιο για τη βία) του έδωσε κόντρα ρόλο. Το “Singin’ in the rain” το τραγούδησε- και το χόρεψε- ο πρωταγωνιστής του , Άλεξ, στην περίφημη σκηνή του βιασμού!