Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Βετεράνοι πίσω από τις κάμερες


της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Τα απαραίτητα ένσημα της σύνταξής του σαφώς και τα έχει συμπληρώσει! Από δόξα έχει χορτάσει... Φήμη και χρήματα του περισσεύουν!
Παρ' όλα αυτά, ένας εκ των παππούδων της περίφημης «νουβέλ βαγκ» συνεχίζει να ζωγραφίζει ιστορίες ανθρώπινων σχέσεων στο σελιλόιντ, αρνούμενος να μετατραπεί ακόμη και στα 82 του σε άλλο ένα ιερό τέρας του σινεμά που ζει για να αφηγείται τα χρόνια της πρωτοπορίας και για να παίρνει τιμητικά βραβεία. Ο Ερίκ Ρομέρ είναι εδώ, στη σκηνή, και σε λίγο στις αίθουσες θα απολαύσουμε την τελευταία του ταινία «Η Αγγλίδα και ο δούκας», μια από τις λιγοστές ιστορίες εποχής με τις οποίες καταπιάστηκε ποτέ: Στο Παρίσι, στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης, μια νεαρή αριστοκράτισσα από τη Σκοτία ερωτεύεται τον εξάδελφο του βασιλιά της Γαλλίας. Δύο άνθρωποι συνδέονται με έρωτα αλλά τους χωρίζουν οι πολιτικές τους επιλογές, καθώς ο δούκας έχει ψηφίσει για το θάνατο του βασιλιά, ενώ η Γκρέις Ελιοτ είναι φιλομοναρχική.Αλλη μια φορά, ο Ρομέρ παραμένει πιστός στην αλά Μπαλζάκ θεματική του, άλλη μια φορά καταπιάνεται με ιστορίες νέων ανθρώπων, βάζει τον έρωτα στην κρίση μιας εποχής, από τη μια το εξιδανικευμένο συναίσθημα, από την άλλη η πεζή πραγματικότητα. Το αν θα υπερισχύσει και εδώ η συνήθως αισιόδοξη ματιά του δημιουργού της «Νύχτας με τη Μοντ», θα το δούμε όλοι στην οθόνη...Το ότι ο Ρομέρ κάνει ταινίες στα 82 του που μπορούν να «μιλήσουν» στο κοινό είναι χωρίς αμφιβολία ένα αισιόδοξο μήνυμα σε μια κοινωνία που έχει περιχαρακώσει τη νεότητα μεταξύ του 0 και του 50.Ο Γάλλος δημιουργός δεν είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας πολλών εποχών. Το σινεμά έχει να επιδείξει και άλλους «χαλκέντερους» ακροατές των σφυγμών του κόσμου. Κοντά στον Ρομέρ δηλώνουν παρόντες άλλοι δύο γάλλοι δεινόσαυροι, ο Γκοντάρ που έσβησε τα 72 του κεράκια πάνω στην κόπια του «Eloge de l' amour» και ο Ζακ Ριβέτ με το «Va Savoir», μια ιστορία για τη διαπλοκή ζωής και θεάτρου την οποία γύρισε πέρυσι.

*Στην άλλη πλευρά της Μάγχης, ζει και βασιλεύει άλλος ένας ταλαντούχος παππούς, ο σερ Ρίτσαρντ Ατένμπορο, ο δημιουργός του «Γκάντι». Γεννημένος το 1923, μας έδωσε ακόμη και το 1998, σε ηλικία 75 ετών, μια αριστουργηματική ερμηνεία στην«Ελίζαμπεθ» στο πλευρό της Κέιτ Μπλάνσετ. Ο σερ του βρετανικού σινεμά είχε τα κότσια να συμμετάσχει πριν από δύο χρόνια ως ηθοποιός και σε μιούζικαλ του Αντριου Λόιντ Βέμπερ.

*Ενας άλλος γηραιός, από τη μακρινή Απω Ανατολή, είχε το θάρρος-θράσος να αγγίξει το θέμα-ταμπού της κοινωνίας του. Πρόκειται για τον Ιάπωνα Ναγκίσα Οσιμα που τόλμησε πέρυσι στα 70 του να μιλήσει για την ομοφυλοφιλία των σαμουράι. Τα πανέμορφα, σχεδόν γυναικεία χαρακτηριστικά του νεαρού πρωταγωνιστή του ασκούν μια επικίνδυνη γοητεία σε αξιωματικούς και εκπαιδευόμενους, προκαλώντας φρίκη στην ιαπωνική κοινωνία που αρνήθηκε να πάει στις αίθουσες να δει την απομυθοποίηση του μύθου των γενναίων. Η ταινία ήταν το «Ταμπού» και συνοδεύτηκε από τη φράση του Οσιμα «Εχω περάσει όλη μου τη ζωή καταρρίπτοντας ταμπού», φέρνοντας στη μνήμη μας ταινίες όπως «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων» και «Η αυτοκρατορία του πάθους», τις οποίες γύρισε το 1976 και το 1978, σε ηλικίες που το ρηξικέλευθο δεν εκπλήσσει.

*Στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, βασιλεύει ακόμη ο θρύλος Νόρμαν Τζούισον. Γεννημένος το 1926 παρακαλώ, έστειλε τα αντιρατσιστικά του μηνύματα προς τη συντηρητική Αμερική το 1999 με το «The Hurricane». Ενα χρόνο μεγαλύτερος του Τζούισον, είναι ο Ρόμπερτ Αλτμαν, ο δημιουργός των «Στιγμιότυπων», ο οποίος μας χάρισε πρόσφατα το αριστουργηματικό «Gosford Park», αποδεικνύοντας ότι μπορεί στα 77 η πορεία ενός ανθρώπου να είναι ακόμη ανοδική.

*Μπροστά στους προαναφερθέντες μοιάζει παιδάκι ο Μίλος Φόρμαν, ο τσεχοσλοβάκος σκηνοθέτης της «Φωλιάς του κούκου» που γεννήθηκε το 1932 και μας χάρισε σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον «Ανθρωπο στο Φεγγάρι». Η έμπνευση στο σινεμά ταιριάζει στους εβδομηντάρηδες, και η πορεία δεν είναι πάντα φθίνουσα! Ο Φόρμαν «παίζει» ακόμα στο χρηματιστήριο του σινεμά, όπως και ο γείτονας του, ο Πολωνός Αντρέι Βάιντα, βραβευμένος με Οσκαρ για την προσφορά του στο σινεμά, η οποία ωστόσο συνεχίζεται, με τελευταία του ταινία το «Pan Tadeusz», μόλις πριν από δύο χρόνια.Και τι να πει κανείς για τον μόλις φέτος βραβευθέντα στις Κάνες συμπατριώτη του, Ρομάν Πολάνσκι, ο οποίος ούτως ή άλλως γεννημένος το 1933 μοιάζει νεοσσός μπροστά στα άλλα ιερά τέρατα. Από την εποχή του «Μωρού της Ρόζμαρι» κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, αλλά το ποτάμι δεν παρέσυρε τον «Πειρατή» στο περιθώριο. Αντιθέτως, μας έδειξε, μαζί με όλους τους άλλους «συνταξιούχους» των σκοτεινών αιθουσών, ότι το νεανικό - κατά τις στατιστικές-κοινό του σινεμά, μπορούν να το εμπνεύσουν καλογυμνασμένα μυαλά και όχι απαραιτήτως καλογυμνασμένα, λαδωμένα κορμιά που περιφέρονται στα γυμναστήρια και στις διαφημίσεις οδοντόκρεμας και προϊόντων διαίτης. Αφήστε δε που, διαπιστωμένο πια, πολλά συντηρητικά μυαλά κατοικούν σε νεανικά, γεμάτα σφρίγος και νιότη σώματα.
7 - 21/07/2002

Από τη μεγάλη οθόνη στη γκαρνταρόμπα μας




Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στον παραληρηματικό κόσμο του θεάματος, ούτε ο έρωτας, ούτε το χρήμα: ο μικρόκοσμος των ανθρώπων με τα φανταχτερά κοστούμια ζει για τη στιγμή που θα ανάψουν τα φώτα της σκηνής.

Κι αυτο φαίνεται στο «Μουλέν Ρουζ», που θα προβάλλεται από την ερχόμενη Παρασκευή.Σταρ της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν, η Νικόλ Κίντμαν βεβαίως. Μαζί της, όμως, περιμένει να ανέβουν οι κουίντες και να ακουστεί η πρώτη μουσική νότα από την ορχήστρα άλλος ένας μικρόκοσμος, των ανθρώπων που περιφέρονται γύρω από την πρώτη χορεύτρια και τον κλόουν, θαμπωμένοι από το φως που εκπέμπουν τα χιλιάδες λαμπιόνια και τη ζωή που ξετυλίγεται στο ημίφως των παρασκηνίων τα ξημερώματα. Αυτός ο «άλλος κόσμος» της συνωμοσίας του 20ού αιώνα, που έρχεται μαζί με το ηλεκτρικό ρεύμα, τραγουδάει και χορεύει μέχρι τελικής πτώσεως, ντύνεται προκλητικά, ρίχνει το γάντι στον άγγλο ποιητή Κριστιάν, που διαπιστώνει έκπληκτος ότι οι βικτοριανές αρχές του δεν έχουν καμία θέση στο λαμπερό νέο κόσμο που εκπροσωπεί το διάσημο παρισινό καμπαρέ και η χορεύτριά του, η Σατίν.

Η οποία σαν την Λουίζ Βέμπερ, την περίφημη Γκουλί (goulue: φαγού) του Λοτρέκ, αγκαλιάζει με τα χέρια της τον έναν της μηρό και επιδεικνύει τις μακριές, λεπτές της γάμπες και τα φανταχτερά της εσώρουχα, κάτω από τις πολυποίκιλτες φούστες της, κάνοντας ολόκληρο το καμπαρέ να ζαλίζεται από επιθυμία και πόθο. Αυτό το «Μουλέν Ρουζ», της πρωτοπορίας, του Λοτρέκ, και του κανκάν, το «Μουλέν Ρουζ» του 1890 το κουβαλάει ο Λούρμαν στο σήμερα, γεμίζοντάς το αναχρονισμούς, χρώματα και μουσικές του τώρα. Θα μπορούσε να αποτύχει οικτρά αλλά δεν απέτυχε. Κι αφού ζάλισε το κοινό του με τους καταιγιστικούς ρυθμούς της μουσικής και των φώτων έβαλε τα σημερινά κορίτσια να φορούν τα κορσάζ της Σατίν πάνω από τα τζιν τους και να ξανατραγουδούν το «Diamonds are a girl's best friend», παράλληλα με το «Lady Marmalade» της Κριστίν Αγκιλέιρα.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ποια θα ήταν η επιρροή της μόδας χωρίς το σινεμά. Από την εποχή που τα κοστούμια της Μέρι Πίκφορντ ράβονταν από τη μητέρα της έως τους κορσέδες της Νικόλ Κίντμαν που έγιναν από το σχεδιαστικό δίδυμο Catherine Martin-Angus Strathie, οι γυναίκες μιμούνταν το στιλ της Μάρλεν Ντίτριχ, της Βερόνικα Λέικ, της Τζιν Χάρλοου, της Πόλα Νέγκρι, της Γκρέτα Γκάρμπο, της Οντρεϊ Χέπμπορν, της Τζέιν Φόντα, της Μπριζίτ Μπαρντό και της Μαντόνα. Λίγα έχουν αλλάξει, η ουσία για το κοινό παραμένει η ίδια: θέλει να μιμηθεί τα είδωλά του. Οσον αφορά τους άντρες, ράβονταν σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ και... ακόμη φορούν την γκαμπαρντίνα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Κι όσο κι αν ακούγεται περίεργο, τις μεγαλύτερες αλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι ντύνονταν και χτενίζονταν τις έφεραν οι ταινίες εποχής.Το «Οσα παίρνει ο άνεμος», που αναφέρεται στην περίοδο του αμερικανικού εμφυλίου, είναι η ταινία που επηρέασε περισσότερο απ' όλες το χώρο της μόδας, μαζί με τον «Υπέροχο Γκάτσμπι», τα κοστούμια του οποίου φιλοτέχνησε η «δική μας», Θεώνη Ολντριτζ. Μόδα του 2002Για το «Μουλέν Ρουζ» οι επιρροές είναι εύκολα αναγνωρίσιμες στα περιοδικά μόδας και στις μπουτίκ. Τα χρωματιστά μποτίνια με τα κορδόνια, τα μπλουζάκια με τα παλαιομοδίτικα πλην άκρως αποκαλυπτικά κορσάζ, τα βικτοριανά βολάν, οι κορσέδες που από εσώρουχα γίνονται μπλουζάκια, οι σκουρόχρωμες σέξι δαντέλες και τα μακριά κολιέ, το κόκκινο χρώμα της φωτιάς σε ρούχα και παπούτσια. Διάσημοι οίκοι μόδας και εταιρείες καλλυντικών «αντιγράφουν» το ντύσιμο, το μακιγιάζ και τα μαλλιά της Σατίν, προτείνοντας στις γυναίκες του 21ου αιώνα να αφήσουν τα ταμπού στα καμαρίνια και να 'ρθουν στο μαγικό κόσμο τους, όπου οι κοινωνικές τάξεις δεν υφίστανται, όλα είναι υπόθεση χρημάτων, ακριβώς όπως στη μεγάλη σάλα του κανκάν.Μια από τις πολυβραβευμένες σχεδιάστριες κινηματογραφικών κοστουμιών, η Εντίθ Χεντ, όταν κέρδισε το 1954 το Οσκαρ για τα κοστούμια της ταινίας «Σαμπρίνα», δήλωσε ότι έπρεπε να το μοιραστεί με τον Ζιβανσί, που έντυσε την πρωταγωνίστριά της, Οντρεϊ Χέπμπορν. Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη αναγνώριση του Χόλιγουντ προς τα μεγάλα γαλλικά ατελιέ. Οπως ήταν και η ευκαιρία του Ζιβανσί να γνωριστεί με το αμερικανικό κοινό, που λάτρεψε τα άψογα καπέλα και τα μαύρα φορέματα της ηθοποιού. Μετά τη «Σαμπρίνα», η Χέπμπορν δεν ξαναφόρεσε ρούχα που δεν υπέγραφε ο διάσημος σχεδιαστής.Ο Ζιβανσί δεν ήταν φυσικά ο πρώτος. Πριν από αυτόν αλλά και μετά, όλοι οι μεγάλοι της υψηλής ραπτικής, οι οποίοι κατάλαβαν τη δύναμη του σελιλόιντ, σχεδίασαν για τον κινηματογράφο.* Η πρώτη σχεδιάστρια κοστουμιών για το σινεμά ήταν η μαμά της Λίλιαν Γκις, που έφτιαξε το 1915 τα ρούχα της κόρης της για τη «Γέννηση ενός έθνους» του Γκρίφιθ.Οι δημιουργίες της δεν επηρέασαν τα πλήθη αλλά δεν έγινε το ίδιο το 1946 με το φόρεμα που σχεδίασε ο Γάλλος Ζαν Λουί για τη Ρίτα Χέιγουορθ, στη «Γκίλντα».* Το 1951 ο Κριστιάν Ντιόρ σχεδίασε το νέο λουκ της Μάρλεν Ντίτριχ και τα κοστούμια της για το σινεμά. Τη μιμήθηκε όλη η Αμερική.* Μεγάλη ήταν και η απήχηση στα λαϊκά στρώματα, των ρούχων που σχεδίασε ο Οσκαρ ντε λα Ρέντα, ενώ ο Μπαλμέν άφησε τα δικά του αποτυπώματα με κοστούμια για 73 ταινίες!!* Ο Πάκο Ραμπάν, η Μέρι Κουάντ ακόμη και οι Ιβ Σεν Λοράν και Τζιάνι Βερσάτσε σχεδίασαν για το σινεμά με επιτυχία.* Ο Γκοτιέ σχεδίασε για τις κινηματογραφικές εμφανίσεις της Μαντόνα κι έγινε ο αγαπημένος σχεδιαστής της νεολαίας.* Αντιθέτως, απέτυχε η μεγάλη κυρία της μόδας, η Κοκό Σανέλ. Τα κοστούμια της για την Γκλόρια Σβάνσον το 1931 δεν έγιναν trendy.* Εν αντιθέσει με τα ρούχα της Χέπμπορν στο «Πρόγευμα στου Τίφανι», της Φάροου στον «Υπέροχο Γκάτσμπι», της Στριπ στο «Πέρα από την Αφρική» και φυσικά τη φούστα μίντι της Φέι Ντάναγουεϊ στο «Μπόνι και Κλάιντ». Σήμερα, η Νικόλ Κίντμαν με τους κορσέδες της είναι σε πολύ καλό δρόμο. Αν μη τι άλλο, τα μποτίνια της είναι ήδη trendy.

ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 04/11/2001

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Μεταξύ εκδίκησης και λύτρωσης

της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Οταν το «Heaven» προβλήθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ του Βερολίνου, η κριτική μετρούσε πόσος Κισλόφσκι μπορεί να χωρέσει σε έναν Τομ Τίκβερ. Οι απαντήσεις που δόθηκαν, πολλές και αντιφατικές.


Στο «Heaven», που θα προβάλλεται από την Παρασκευή και στην Αθήνα, ο γερμανός σκηνοθέτης αποτολμά μαζί με τον συνσεναρίστα του Κισλόφσκι, Κριστόφ Πιέσιεβιτς, να επαναλάβει μια τριλογία σαν αυτή των «Τριών χρωμάτων». Η ηρωίδα είναι χήρα σαν την πρωταγωνίστρια του «Μπλε», αλλά αυτό αρκεί για να απελευθερωθεί;

Η Φιλίπα Πάκαρντ (Κέιτ Μπλάνσετ), μια βρετανίδα δασκάλα που ζει στην Ιταλία, παίρνει το νόμο στο χέρια της για να εκδικηθεί το θάνατο του συζύγου της από ναρκωτικά. Βάζει μια βόμβα στο γραφείο του εμπόρου που πουλά ηρωίνη και σε αρκετούς μαθητές της, θεωρώντας περίπου νόμιμη την αυτοδικία, αφού η αστυνομία δεν άκουσε ποτέ τις καταγγελίες της. Ομως όλα αλλάζουν μέσα της όταν η βόμβα σκοτώνει αθώους πολίτες. Η αποφασισμένη γυναίκα συντρίβεται από τις ενοχές, συλλαμβάνεται από την αστυνομία και περνάει από την κάθαρση που ήλπιζε ότι θα της φέρει ο θάνατος του εμπόρου στην Κόλαση των τύψεων και του άτεγκτου κρατικού μηχανισμού. Ομως, αυτή η κόλαση της φέρνει αναπάντεχα τον Παράδεισο· ένας αστυνομικός μπαίνει στη ζωή της (τον υποδύεται ο Τζιοβάνι Ριμπίζι) την παίρνει από το χέρι και της δείχνει το δρόμο προς την ελευθερία!

Το αν ο γερμανός σκηνοθέτης μπορεί να αποδώσει την πτώση και την άνοδο του ανθρώπου, το ταξίδι προς τη γνώση και την ελευθερία, ο θεατής θα το κρίνει κυρίως στο δεύτερο μέρος της ταινίας, εκεί όπου αφήνεται σε σχεδόν ονειρικά πλάνα της ιταλικής εξοχής, στην οποία καταφεύγει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι.

Ο κριτικός των «Λος Αντζελες Τάιμς» γράφει ότι όλη αυτή η φιλολογία δεν είναι το ζητούμενο! Επειδή όμως οι σινεφίλ θα αναζητήσουν τον Κισλόφσκι, έστω και λόγω νοσταλγίας, δεν πρέπει να μπερδευτούν. Πηγαίνουν σινεμά για να δουν μια ταινία του Τομ Τίκβερ.


7 - 13/10/2002

Στον πυρετό του χρυσού



της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Τον Ιανουάριο του 1848 ένας ξυλοκόπος από το Νιου Τζέρσεϊ, ο Τζέιμς Μάρσαλ, άλλαξε την αμερικανική ιστορία, ανακαλύπτοντας λίγους κόκκους χρυσού σε ένα πριονιστήριο στην Καλιφόρνια.

Ενα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα της ανθρωπότητας πλημμύρισε την περιοχή, «άρρωστοι» από τον «πυρετό του χρυσού». Ο Τζέιμς Μάρσαλ εν αγνοία του σύστησε στον κόσμο την Καλιφόρνια!

Στα απάτητα βουνά της Σιέρα Νεβάδα έφθασαν όχι μόνο Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αλλά και τυχοδιώκτες από την Κίνα και την Αυστραλία, οι οποίοι, αψηφώντας τις κακουχίες διεκδίκησαν μια καλύτερη ζωή. Ενας στους έξι χρυσοθήρες πέθανε, οι περιουσίες που φτιάχτηκαν με κόπους χρόνων άλλαξαν χέρια στα τραπέζια του τζόγου εν μια νυκτί, οικογένειες και φιλίες διαλύθηκαν, ο γηγενής πληθυσμός εξολοθρεύτηκε. Η Αμερική στη Σιέρα Νεβάδα ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο και με τις δύο όψεις του αμερικάνικου ονείρου. Οι αιώνες κάλυψαν με σκόνη τους ηττημένους των βουνών, αυτούς που νεκρανασταίνει ο Μάικλ Γουίντερμποτομ στην ταινία του «Στα χρόνια της απληστίας», που θα προβάλλεται από την Παρασκευή.

Ο βρετανός σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία του στο 1869. Ηδη το 1862 το Κογκρέσο έδωσε άδεια σε δύο εταιρείες σιδηροδρόμων να κατασκευάσουν τη γραμμή που θα συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση, και οι κινέζοι εργάτες έχουν πληρώσει βαρύ φόρο αίματος για να φθάσει το τρένο στις πόλεις των χρυσοθήρων, όπως η Κίνγκτον Καμ, που έστησε από την αρχή ο Γουίντερμποτομ στα καναδικά όρη Φόρτρες. Εκεί «βασιλεύει» ο ήρωάς του, ο Ντάνιελ Ντίλον (Πίτερ Μάλαν), ένας χρυσοθήρας που αψήφησε τις δυσκολίες των βουνών και έγινε ιδιοκτήτης του ορυχείου, της τράπεζας και του ξενοδοχείου της πόλης. Ο Ντίλον συνδέεται συναισθηματικά με την ιδιοκτήτρια του τοπικού πορνείου, τη Λουσία (Μίλα Γιόβοβιτς), και κρατάει καλά κρυμμένο στην ψυχή του το «τίμημα» του πλούτου του: πριν από 20 χρόνια αντάλλαξε τη γυναίκα του και την κόρη του με δικαιώματα σε ένα ορυχείο.

Ομως τρεις ξένοι θα έρθουν για να διαλύσουν το σταθερό του σύμπαν. Η γυναίκα του (Ναστάζια Κίνσκι), άρρωστη από φυματίωση, η κόρη του Χόουπ (Σάρα Πόλεϊ) και ο κ. Νταλγκλίς (Γουές Μπέντλι), ο νεαρός εκτιμητής ο οποίος θα αποφασίσει αν θα περάσει από κει η σιδηροδρομική γραμμή, που θα διατηρήσει και θα αυξήσει τα πλούτη του κυρίου Ντίλον ή θα αφήσει την πόλη να πεθάνει!

Οσο παράξενο κι αν ακούγεται, η ιστορία βασίζεται στη νουβέλα του Βρετανού Τόμας Χάρντι την οποία ο συγγραφέας του «Τζουντ» (το οποίο επίσης μετέφερε στο σινεμά ο Γουίντερμποτομ) έγραψε το 1889. Ο σεναριογράφος Φρανκ Κότρελ Μπόις μετέφερε τη δράση στην αμερικάνικη Δύση, αλλά κράτησε, όπως τουλάχιστον λέει ο ίδιος, τα κύρια χαρακτηριστικά των ηρώων και τον προβληματισμό του συγγραφέα γύρω από την απόδοση δικαιοσύνης, την εκδίκηση και την απολύτρωση.

Οσον αφορά το σκηνοθέτη, μας έδωσε ένα πολυεθνικό Ουέστ, κόντρα στο δίπολο Αγγλοσάξονες -Ινδιάνοι. Ο κ. Ντίλον είναι Ιρλανδός, η γυναίκα του Πολωνέζα, η Λουσία Πορτογαλέζα, ενώ η ζωή στη μικρή πόλη διέπεται από τη χαοτική συνύπαρξη διαφορετικών λαών.

Το στοιχείο αυτό εγκωμιάστηκε από τη διεθνή κριτική, αν και η ταινία δεν εισέπραξε μόνο θετικά σχόλια. Οπως υπογραμμίζει, όμως, ο διάσημος αμερικανός κριτικός Ρότζερ Εμπερτ, η δύναμή της είναι αλλού: ο Γουίντερμποτομ διασταυρώνει τους δρόμους των Ντίλον και Νταλγκλίς. Κι ενώ ο «διαβολικός» άρχοντας της πόλης αποκτά δικαίωμα στη λύτρωση, ο νεαρός, σχεδόν αθώος, εκτιμητής ξεκινά την κάθοδο προς την Κόλαση.


7 - 01/09/2002

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται!


Οταν το αεροπλανοφόρο «Στένις» έφθασε στο ναύσταθμο του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη , στις 20 Μαΐου, οι θαλασσινοί σύντροφοί του, του στόλου του Ειρηνικού , σφύριξαν για να το υποδεχθούν, όπως επιβάλλουν οι κανόνες που γνωρίζει και ο τελευταίος αμερικανός ναύτης από τη Γιούτα.
Ο οποίος ναύτης, σε αυτό το ταξίδι του Στένις, πήρε αυτόγραφο από τον Μπεν Αφλεκ και τον Αλεκ Μπόλντουιν, είδε λαμπερές σταρ και πανέμορφα μοντέλα και βεβαίως ήπιε τζάμπα μπίρα.

Βλέπετε, ο παραγωγός Τζέρι Μπρουκχάιμερ είχε φροντίσει να «εξαγοράσει » για πέντε εκατομμύρια δολάρια τον αμερικανικό στόλο, προκειμένου να προβάλλει πρώτη φορά την ταινία του «Περλ Χάρμπορ» πάνω σε ένα αεροπλανοφόρο στο ίδιο σημείο που άρχισαν, ή, κατ' άλλους, που τέλειωσαν όλα. Στις 31 του μηνός, το «Περλ Χάρμπορ» προβάλλεται και στη χώρα μας, φιλοδοξώντας να συνεχίσει την εισπρακτική επιτυχία που έχει στις ΗΠΑ.

Περίεργη διαπλοκή

Η ταινία του Μάικλ Μπέι («Αρμαγεδδών», «Ο βράχος», «Τα κακά παιδιά»), λεν οι κριτικοί, δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Αλλά εκεί στην Αμερική το σινεμά -δηλαδή το Χόλιγουντ- ο στρατός και το έθνος βρίσκονται από την εποχή της «Γέννησης ενός Εθνους» του Γκρίφιθ σε μια περίεργη διαπλοκή: η «βαριά» κινηματογραφική βιομηχανία και ο νούμερο 1 αξιοσέβαστος θεσμός νίπτουν το ένα το χέρι του άλλου και οι δύο μαζί το πρόσωπο της πολυπολιτισμικής Αμερικής, κάνοντάς την έθνος δυναμικό.

Στην πραγματικότητα, η Χαβάη του Περλ Χάρμπορ ποτέ δεν εξέφρασε τη χαρά της που αποτελεί κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών. Και πολλοί στο Τέξας θρηνούν τη μέρα του Αλαμο, όταν όλη η υπόλοιπη Αμερική ανοίγει σαμπάνιες για την προσάρτηση της πολιτείας του πετρελαίου.

Η Λουιζιάνα και η Μοντάνα έχουν τους δικούς τους οπαδούς υπέρ της ανεξαρτησίας. Σε όλο το νότο υπάρχουν πόλεις που στις 4 Ιουλίου πενθούν για τη νίκη των βορείων.

Και ναι μεν την τελική λύση την έδωσε ο στρατός, αλλά την ουσιαστική ένωση την ανέλαβαν μερικές δεκαετίες αργότερα η «Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» και το σινεμά.

*Οι κινηματογραφικές εικόνες ποτέ δεν ήταν αθώες, ακόμη και την εποχή του Γκρίφιθ που δείχνει τον αμερικανικό εμφύλιο μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας λευκών που κινδυνεύουν από τους μαύρους. Το όλο θέμα «διευθετεί» διά του απαγχονισμού, η οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν.

*Και στο «Οσα παίρνει ο άνεμος» του Βίκτορ Φλέμινγκ η ματιά είναι «λευκή», απλώς εδώ ο ρατσισμός λειτουργεί απ' την ανάποδη: Οι καλοί, και ανίκανοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, μαύροι αγαπούν ακόμη και ελεύθεροι τα λευκά αφεντικά τους.

Η διαφορά της κινηματογραφικής οπτικής είναι απλώς η αλλαγή της πολιτικής ματιάς πάνω στο θέμα.

*Δεν υπάρχει, δε, χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτό της εμπλοκής της Αμερικής στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ θέλει να συμμετάσχει, αλλά το εξαιρετικά δημοφιλές στους πολίτες δόγμα Μονρόε καθιστά ανεδαφική κάθε προσπάθεια επέμβασης.

Ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ωστόσο, βρήκε τη συνταγή και ο Σεσίλ ντε Μιλ έκανε την επιθυμία του ταινία.

*Με τη «Ζαν ντ' Αρκ» του, ο διάσημος σκηνοθέτης και παραγωγός τάχθηκε υπέρ της επέμβασης, ενώ το ίδιο έπραξε και ο Γκρίφιθ με τις «Καρδιές του κόσμου».

Η καταβύθιση του «Λουζιτάνια» έδωσε την αφορμή και η Αμερική κατέκτησε τον κόσμο. Οχι με τον στερεότυπο ευρωπαϊκό τρόπο, προσαρτώντας εδάφη, αλλά εξάγοντας πολιτική και σινεμά, πολλές φορές τα δύο σε ένα.

Ο αμερικανικός στρατός ήταν κι εδώ ο μεγάλος φίλος του Χόλιγουντ, που έκανε τους μύθους του ιστορία προς εσωτερική και διεθνή κατανάλωση.

Το Φαρ Ουέστ και τα γουέστερν άρεσαν στους κουρασμένους από τον πόλεμο ευρωπαίους στρατιώτες, όσο και στους αμερικανούς μετανάστες που αναζητούσαν ρίζες σε έναν τόπο μακριά από τη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Ιταλία.

Τα γουέστερν

Ομως, οι κινέζοι πιονέροι των σιδηροδρόμων απουσιάζουν από τις ταινίες αυτές. Οι ιθαγενείς Αμερικανοί είναι άγριοι. Οι μαύροι είναι ελάχιστοι, ταπεινοί και δευτεραγωνιστές, ενώ οι κυρίαρχοι Αγγλοσάξονες της Ομοσπονδίας λάμπουν πάνω στ' άλογά τους.

*Ο Τόμας Χάρπερ Λινς (και στη συνέχεια ο Τζον Φορντ) είναι ο σκηνοθέτης που κάνει με το γουέστερν την Αγρια Δύση παρελθόν όλων των Αμερικανών και την επέλαση του ιππικού μέσα στη σκόνη των αλόγων άγγελμα σωτηρίας των καλών λευκών από τους κακούς Ινδιάνους. Ταινίες τέτοιου είδους ήταν η χαρά και του μεσοπολέμου για το Χόλιγουντ, που είχε αποβάλει από τους κόλπους του ανθρώπους που θα μπορούσαν να ανανεώσουν το σινεμά, και να προβληματίσουν, σαν τον Ορσον Ουέλς και τον Τσάρλι Τσάπλιν.

*Ο κώδικας Χέιζ μεσουρανούσε με τις απαγορεύσεις του και ο Σαρλό επέκρινε πολύ τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι για να είναι αρεστός σε μια πολιτική τάξη που θεωρούσε εχθρούς τους μπολσεβίκους περισσότερο από τον φασισμό.

*Μόλις δύο εβδομάδες μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, ο πρόεδρος Φρανγκλίνος Ρούσβελτ διόρισε κυβερνητικό εκπρόσωπο για την οργάνωση ταινιών πολέμου. Το Χόλιγουντ ανταποκρίθηκε, δίνοντας στο έθνος ένα από τα πιο πολύφερνα παιδιά του, τον Φρανκ Κάπρα.

*Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης δημιούργησε μια σειρά ντοκιμαντέρ με το γενικό τίτλο «Γιατί πολεμάμε», προβάλλοντας τον άτρωτο αμερικανικό στρατό και εξηγώντας με τον πιο απλοϊκό τρόπο κάθε συμμαχική ήττα.

*Ακόμη και η «Καζαμπλάνκα» που γυρίστηκε το 1942 εντάσσεται, από μια πλευρά, σε αυτό το πλέγμα των ταινιών που εξηγούν στο λαό γιατί πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του.

*Ο Ζορζ Σαντούλ, στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου, υπογραμμίζει ότι την ίδια εποχή γυρίζονται και ταινίες με έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο, διότι και εκεί η θρησκεία πήγαινε πάντα με την πατρίδα. Οσο για τον πόλεμο, για το σινεμά δεν τελείωσε το 1945. Απλώς διεκόπη: Το 1949 η «Ιβοζίμα» υπενθυμίζει ότι οι κίτρινοι πρέπει να πεθαίνουν από καλούς αμερικανούς στρατιώτες.

*Βεβαίως, όσο το σινεμά ενηλικιωνόταν τόσο πιο δύσκολο γινόταν, ακόμη και για το Χόλιγουντ, να πει με εικόνες «πολέμα και μη ρωτάς». Ομως οι όποιες διακριτικές φωνές σκεπάζονταν από τα γιούπι των αμερικανών στρατιωτών της Κορέας μπροστά στην αιώνια γυναίκα, την Μέριλιν Μονρόε, που επισκέπτεται το 1954 το στρατό που πολεμά τον κόκκινο εχθρό δυό χιλιάδες μίλια μακριά από την Καλιφόρνια, στον 38ο παράλληλο, για την «ελευθερία του κόσμου» όπως λέει ο Τζον Γουέιν στα «Πράσινα μπερέ» σε έναν μικρούλη Κορεάτη.

Ο καουμπόι έγινε πια στρατιώτης, μόνο που το Ουέστ ήταν πολύ μακριά και όλοι οι Ινδιάνοι είχαν αποδεκατιστεί από χρόνια. Είχαν απομείνει μόνο κάτι ιθαγενείς σύμμαχοι σαν εμάς...

*Αλλος ένας διάσημος «κάουμποϊ», ο εξαιρετικός Τζον Φορντ, γύρισε το προπαγανδιστικό φιλμ «Αυτή είναι η Κορέα». Η Κορέα του Τζον Φορντ ήταν η Κορέα των Αμερικανών. Αλλά το Βιετνάμ τους έγινε συνώνυμο της απίστευτα μεγάλης ήττας...

Στο Βιετνάμ

Οχι ότι δεν πήγε ο Μπομπ Χόουπ να διασκεδάσει με τα ανέκδοτά του τους φαντάρους, ούτε ότι δεν γυρίστηκαν ταινίες που προσπαθούσαν να πείσουν ότι η επόμενη κίνηση των Σοβιετικών θα είναι η κατάληψη του χωριού Μάντεν στη νότια Καρολίνα - το Χόλιγουντ έκανε ό,τι μπορούσε και πάλι στις υπηρεσίες του προέδρου Νίξον.

*Αλλά οι νεκροί Αμερικανοί ήταν πολλοί. Στρατός και Χόλιγουντ απέτυχαν μαζί, πρώτη φορά, κι ορκίστηκαν να μην ξανακάνουν το ίδιο λάθος.

Κι ο Ρίτσαρντ Γκιρ όταν πήγε στο Κόσοβο για να ενισχύσει το φρόνημα των Αμερικανών, ήξερε ότι οι «παράπλευρες απώλειες» θα αφορούσαν την άλλη πλευρά.

Διασχίζοντας μαζί τον κόσμο, οι φορείς της αμερικανικής κουλτούρας έμαθαν να μην εκτίθενται. Για το Χόλιγουντ, εξάλλου, «it's only a moovie».

Ακριβώς όπως και για τις οθόνες των σύγχρονων αμερικανικών βομβαρδιστικών.


ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 19/08/2001

Ψηλά τα χέρια!

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Ληστέψανε την τράπεζα, και τι με νοιάζει εμένα, δεν είμαι με κανένα», τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος το 1991. Οσον αφορά το σινεμά, το κοινό ήταν πάντα με τον ληστή. Μ' αυτόν ήταν και ο σκηνοθέτης. Θυμόσαστε καμιά μεγάλη ταινία με ήρωα τον διευθυντή της τράπεζας ή τον μεγαλοκαταθέτη;

Στη ζωή τα πράγματα είναι αλλιώς, αλλά στο σινεμά οι τραπεζίτες έχουν τα λεφτά και τα καθάρματα τη γοητεία και το ωραίο κορίτσι. Μεγάλοι σκηνοθέτες με προοδευτικές ιδέες έκαναν σπουδαίες ταινίες ληστειών εις βάρος του κεφαλαίου και πάντοτε υπέρ του ληστή. Τελευταίο παράδειγμα, ο Σπάικ Λι, και η ταινία του «Insideman-ο υποκινητής» που προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Μια ομάδα τεσσάρων ανδρών υπό τον Κλάιβ Οουεν, μπαίνει σε μια τράπεζα και κάνει την τέλεια (;) ληστεία! Απ' έξω τους περιμένουν ο Ντένζελ Ουάσιγκτον και η Τζόντι Φόστερ. Το μπέρδεμα ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι έγινε ληστεία, αλλά δεν υπάρχουν κλοπιμαία! Τα υπόλοιπα όμως επί της οθόνης, διότι εδώ το σασπένς είναι πάνω απ' όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κινηματογραφικά σκήπτρα κρατούν ταινίες σαν το «Ριφιφί», το «Ληστεία αλά ιταλικά», το «Heat» και το «Υπόθεση Τόμας Κράουν», όπου το σασπένς σου έκοβε την ανάσα!

* Ακόμη και η καλύτερη κωμωδία με ληστεία, ο «Ροζ Πάνθηρ», στο αμιγώς αστυνομικό κομμάτι της κλοπής του διαμαντιού από τον «Φάντομ» Ντέιβιντ Νίβεν, έχει υπέροχο σασπένς.

* Μια πλειοψηφία σινεφίλ θεωρεί, και όχι αδίκως, ότι ο Ζυλ Ντασσέν, με το «Ριφιφί» το 1955, τα είπε όλα για τις ταινίες με ληστείες... διά της απολύτου σιωπής. Στη σκηνή του ριφιφί, επί 33 λεπτά δεν ακουγόταν τίποτα! Ο Σκορσέζε θεωρεί αυτή τη σεκάνς ως την πιο κλασική του σασπένς, ενώ ο Τριφό είχε χαρακτηρίσει το «Ριφιφί» ως το καλύτερο νουάρ που έγινε ποτέ. Αλλωστε από τότε η ληστεία με διάρρηξη πέρασε στην καθομιλουμένη ως ριφιφί.

Απέναντι στο αριστούργημα του Ντασσέν, υπάρχουν εξίσου σπουδαίες ταινίες, διότι το σινεμά αγάπησε πολύ τη θεματογραφία των heist movies.

* Το «Ληστεία αλά ιταλικά» έχει έναν υπέροχο Μάικλ Κέιν, το τέλειο κόλπο στο Τορίνο την ώρα του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των εθνικών ομάδων της Αγγλίας και της Ιταλίας, τη διαφυγή με τα mini Cooper, και για τα εκπαιδευμένα μάτια τον Μπένι Χιλ και τον Ρόμπερτ Πάουελ (τον μετέπειτα Χριστό του Τζεφιρέλι)...

* Η «Σκυλίσια μέρα» του Σίντνεϊ Λιούμιτ έχει τη συνταρακτική ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, την ανατρεπτική ματιά της Αμερικής του '75 που έζησε το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ αλλά και τη δύναμη των μίντια... Οσον αφορά το κίνητρο, θυμηθείτε... γιατί ο Σόνι κάνει τη ληστεία; Γιατί θέλει να πληρώσει την εγχείρηση αλλαγής φύλου του αγαπημένου του!

* Η «Συμμορία των 11» του Στίβεν Σόντεμπεργκ έφερε την ανανέωση του είδους στο νέο αιώνα. Η παλιά «ρατ πακ» των Φρανκ Σινάτρα, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, Αντζι Ντίκινσον, έδωσε τη θέση της στο νέο cool, των Τζορτζ Κλούνεϊ, Μπραντ Πιτ, Ματ Ντέιμον.

* Η «Ενταση» του Μάικλ Μαν, έχει τον ληστή Ρόμπερτ Ντε Νίρο και το είδωλό του, τον αστυνομικό Αλ Πατσίνο. Και πάνω απ' όλα την αδυναμία και των δύο να δεσμευτούν συναισθηματικά, όμηροι της ζωής και μόνοι.

* Η «Υπόθεση Τόμας Κράουν» έχει ... ομώνυμο ληστή τον Στιβ Μακ Κουίν και διώκτη του τη Φέι Ντάναγουεϊ. Εδώ ο ληστής είναι πάμπλουτος και κλέβει μόνο για να ανεβάσει την αδρεναλίνη του!

* Το «Reservoir dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο σπάει όλους τους κανόνες του είδους. Βλέπουμε την αποτυχημένη ληστεία από το τέλος, οι άγριοι ληστές έχουν αστεία ψευδώνυμα. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ είναι ο κύριος Ασπρος, ο Στιβ Μπουσέμι ο κύριος Ροζ, κάνει μάλιστα σκηνή για το χρώμα του διότι το βρίσκει... απαράδεκτα θηλυπρεπές! Ο κατάλογος είναι ατελείωτος: Αφήσαμε το «Getaway», τους «Δυο ληστές», το «Μπόνι και Κλάιντ»! Κι ένα σωρό άλλους που τελικά τα πήραν τα λεφτά και φύγαν.


7 - 02/04/2006

Στο πλατό με τον Κιούμπρικ


55ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ



της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Αγνωστα ντοκουμέντα από τις ταινίες του μεγάλου σκηνοθέτη σε αφιέρωμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου και του Μουσείου «Μάρτιν Γκρόπιους Μπάου»

Αν ηχεί ακόμα στ' αφτιά σας η απειλητική φωνή του Τζακ Νίκολσον, που λέει «Here is Johny...» την ώρα που κυνηγάει στη «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ τη γυναίκα του και το γιο του με το τσεκούρι, είστε στον σωστό δρόμο για το Βερολίνο. Επίσης είστε στον σωστό δρόμο αν σας λένε ακόμη κάτι τα γυαλιά-καρδιές της «Λολίτας» ή η ατομική βόμβα που καβαλούσε ο καουμπόι στο «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα».

Επίσης, αν στο χιούμορ σας ταιριάζουν ανέκδοτα σαν αυτό: «Πεθαίνει, λέει, ο Σπίλμπεργκ και επιχειρεί να μπει στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος του αρνείται την είσοδο, λέγοντας ότι έχει ρητή εντολή να μην μπει ποτέ κανείς σκηνοθέτης. Βλέπει όμως από μακριά τον Κιούμπρικ παρέα με τους αγγέλους και ρωτάει: "Ο Κιούμπρικ γιατί μπήκε;" -"Α", του απαντά ο Αγιος Πέτρος "αυτός δεν είναι ο Κιούμπρικ, είναι ο Θεός που νομίζει ότι είναι ο Κιούμπρικ"!» Το ανέκδοτο θα το ακούσετε στα πηγαδάκια, τα υπόλοιπα θα τα δείτε στην έκθεση του Μουσείου Μάρτιν Γκρόπιους Μπάου που θα διαρκέσει έως τις 11 Απριλίου, πραγματοποιείται δε στο πλαίσιο της 55ης Μπερλινάλε, που αρχίζει την Πέμπτη.

Φωτογραφίες από την εποχή που εργαζόταν ως φωτογράφος του περιοδικού, προσωπικές φωτογραφίες μα και άλλες από τα γυρίσματα των ταινιών του, σενάρια, σημειώσεις, σκηνικά, κοστούμια (όπως τα φουστανάκια των κοριτσιών της «Λάμψης» ή οι διαστημικές στολές της «Οδύσσειας») επιχειρούν να φωτίσουν άγνωστες πλευρές ενός δημιουργού που σημάδεψε το σινεμά, μακριά από τα χολιγουντιανά φώτα. Από τα τέλη του '60 έως το θάνατό του το 1999, ο Κιούμπρικ μόνασε κάπου στο Χέρντφορσαϊντ, ένα λονδρέζικο προάστιο, αφήνοντας 13 λαμπρές ταινίες μεγάλου μήκους για τους σινεφίλ και μπόλικο μυστήριο για τους ιστορικούς.

Στην έκθεση δεν υπάρχει φυσικά αυτή η απάντηση, υπάρχουν όμως άλλες. Κάποιες που υποψιαστήκαμε όλοι κοιτώντας στη μεγάλη οθόνη τη διαστημική περιστρεφόμενη ρόδα του «2001: Η οδύσσεια του Διαστήματος», και κάποιες που δεν τις φανταζόμασταν. Θα πειστούμε ότι αγαπημένη του ταινία ήταν αυτή που τελικώς δεν έκανε, για τον Μεγάλο Ναπολέοντα. Είναι τόσες πολλές οι ιδιόχειρες σημειώσεις του, τα σκίτσα, οι σελίδες των σεναρίων, τα βιβλία με όλες τις λεπτομέρειες για την εποχή και τους Ναπολεόντειους πολέμους που δεν αφήνουν και πολλές αμφιβολίες ότι από το '60 που το έβαλε στο μυαλό του, αυτό ήταν το μεγάλο πρότζεκτ της ζωής του. Δημοσιογράφος της «Ντέιλι Μίρορ» που επισκέφτηκε το σπίτι του Κιούμπρικ, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, ανέφερε ότι το υλικό για τον Ναπολέοντα έπιανε ένα ολόκληρο δωμάτιο καθώς και ότι, όπως του εκμυστηρεύτηκε στενός συνεργάτης του, ο σκηνοθέτης μπορούσε εύκολα να σου πει με κάθε λεπτομέρεια τι έκανε οποιαδήποτε ημέρα της ζωής του ο μεγάλος στρατηγός.

Οχι ότι τα έργα που τελικώς έκανε είχαν λιγότερη προεργασία! Ο Κιούμπρικ προετοίμαζε επί μήνες ή και χρόνια καθεμιά από τις ταινίες του, εξουθένωνε ηθοποιούς και συνεργεία και έφτανε στα όριά της την παραγωγό εταιρεία Γουόρνερ! Ο Ράιαν Ο' Νιλ, πρωταγωνιστής του «Μπάρι Λίντον», είχε δηλώσει, με εμφανή την απόγνωση και τον τρόμο από αυτά που πέρασε, ότι γύριζε κάθε σκηνή πάνω από 25 φορές. Κάποιοι άλλοι ανέφεραν και τον αριθμό... 76! Λέγεται ότι το ζεύγος Κρουζ - Κίντμαν άντεξε δύο χρόνια τα γυρίσματα του «Μάτια ερμητικά κλειστά» μόνο χάρη στην ιατρική επιστήμη και τα Λεξοτανίλ.

Τίποτα δεν ήταν τυχαίο στις ταινίες του Κιούμπρικ. Στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» επέλεξε τον κρατήρα «Κλάβιο» της Σελήνης ως σκηνικό για το γύρισμα στο διάστημα και ζήτησε πλήρη αναπαράσταση. Στην ίδια ταινία, λένε ειδικοί επιστήμονες, η περίφημη περιστρεφόμενη ρόδα του είναι αποτέλεσμα μελέτης της διαστημικής τεχνολογίας της εποχής. Και αυτή τη μελέτη την έκανε ο ίδιος! Στην έκθεση του Βερολίνου υπάρχουν σημειώματα που αντάλλασσε με τον συγγραφέα Αρθουρ Κλαρκ (σε βιβλίο του οποίου βασίστηκε η ταινία) με θέμα τη σύγχρονη διαστημική.

Το μέλλον ήταν και το αγαπημένο θέμα συζήτησής του με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Μια φορά την εβδομάδα τον καλούσε (και τον χρέωνε με πολύωρα υπερατλαντικά τηλεφωνήματα) για ανταλλαγή απόψεων. Στον Σπίλμπεργκ είχε δώσει και το «Ο.Κ.» , το 1994, για να υλοποιήσει το δικό του σχέδιο για το «Α.Ι. Τεχνητή νοημοσύνη». Η προεργασία που έκανε γι' αυτή την ταινία είναι μεταξύ των εκθεμάτων του Βερολίνου.

Οπως εξομολογήθηκε ο Σπίλμπεργκ στην εφημερίδα «Ελ Παΐς» (αφότου έκανε την ταινία ), ο Κιούμπρικ ήταν τέλεια ενημερωμένος για τις εξελίξεις της τεχνητής νοημοσύνης. «Με βομβάρδιζε», είπε «συνεχώς με νέες πληροφορίες. Θυμάμαι ότι ήταν ο πρώτος που προέβλεψε το διαδίκτυο. Μου μιλούσε για το πώς θα άλλαζε η επικοινωνία με τους υπολογιστές, από τον καιρό που γύριζα τον "Ε.Τ.". Ηταν προφητικός».

Ο Σπίλμπεργκ είχε ανταμώσει τον Κιούμπρικ πολύ λίγες φορές και πάντα στην Αγγλία. Η απομόνωσή του διακόπηκε μόνο μια φορά, το 1997, όταν βραβεύτηκε από την Ενωση Αμερικανών Σκηνοθετών. Μη φανταστείτε ότι έβαλε το σμόκιν του και πήγε στο κοκτέιλ πάρτι... Απλώς έστειλε μια βιντεοκασέτα για να θυμηθούν το πρόσωπο και τη φωνή του! «Είμαι κατά πάσα πιθανότητα αυτή την ώρα μες στο αυτοκίνητο, πηγαίνοντας προς το στούντιο», έλεγε στο μήνυμά του. «Κι όπως ξέρετε... το πιο δύσκολο όταν γυρίζεις μια ταινία, είναι να βγεις από το αυτοκίνητο!»
7 - 06/02/2005