Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Σουβλίστε τους!




Της ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Ο Ντάνιελ Κρεγκ σήμερα θεωρείται ο πιο πετυχημένος Τζέιμς Μποντ. Ομως στην αρχή είχε δεχθεί τέτοιο διαδικτυακό ανάθεμα για την δήθεν ανικανότητά του να οδηγεί, να πυροβολεί, να πίνει... που κοντέψαμε να πιστέψουμε ότι αυτοί που τον επέλεξαν ήταν άσχετοι!



Η ζωή έδειξε τα ανάποδα και ο Κρεγκ απέδειξε ότι δικαιούτο να κριθεί αφού τον δούμε επί το έργον. Ομως ο θαυμαστός κόσμος του Διαδικτύου έχει τη δική του ζωή και συχνά άλλη άποψη. Εδώ, όλοι αγαπούν να μισούν! Χρήστες που απεχθάνονται κάποια διασημότητα ή ένα προϊόν, η μια χώρα, ή τη μάνα τους, φτιάχνουν μια σελίδα και αναζητούν ομοϊδεάτες για να μισήσουν παρέα! Το ευχαριστιούνται δε τόσοι πολλοί, που τα σάιτ στο Ιντερνετ είναι αμέτρητα! Και σήμερα, που είναι η γιορτή της αγάπης, έχουν την τιμητική τους.

Μια επίσκεψη στο www.ihate.com ή στο www.ihate.org.uk αρκεί για να δεις ότι πολλοί σπαταλούν χρόνο και ιδέες μόνο για να πουν «μισώ τη Μπρίτνεϊ Σπίαρς». Ή ότι υπάρχουν κάποιοι που διατρανώνουν ότι μισούν ακόμη και τον Σέξπιρ ή τον Παζολίνι. Αντιγράφουμε από βρετανική ιστοσελίδα: «Ξέρω ότι ήταν σπουδαίος σκηνοθέτης (ο Παζολίνι), αλλά μισώ το Σαλό, κυρίως το δεύτερο μέρος, αυτό με τα σκ... Δεν έχω χειρότερο, και πρέπει και να το ξαναδώ για επαγγελματικούς λόγους».

Οι διαδικτυακοί εχθροί του Παζολίνι, βεβαίως, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Λιγότεροι αλλά υπαρκτοί και εκείνοι που μισούν τον Σέξπιρ: «Είναι», γράφει ένας καταφανώς αμερικανός χρήστης του Ιντερνετ, «μέγας βασιλόφρων και ας βλέπει ότι οι βασιλιάδες είναι επικίνδυνοι για το λαό». Αλλος υποστηρίζει ότι «ο Αμλετ, ο Ερρίκος και ο Λιρ αποδεικνύουν πόσο καλή ιδέα ήταν... οι Ηνωμένες Πολιτείες».

Οι Αμερικανοί δεν φείδονται σχολίων και για τους διάσημους ομοεθνείς τους. Ακόμη και το σύγχρονο σύμβολο του αμερικανικού ονείρου, ο Μπιλ Γκέιτς, «με τόσα δισ. δεν μπορεί να πετύχει ένα σωστό κούρεμα», σύμφωνα με έναν χρήστη με το ψευδώνυμο Sam. Οσον αφορά το απόλυτο πρότυπο της σύγχρονης Αμερικανίδας, την Τζούλια Ρόμπερτς, «έχει το πιο άσχημο στόμα. Είχα να δω στο σινεμά τόσα πολλά δόντια σε ένα στόμα από την εποχή που γυρίστηκαν τα "Σαγόνια του καρχαρία"» γράφει ένας μπλόκερ.

*Στα Τάρταρα και το πιο καυτό ζευγάρι της παγκόσμιας σόου μπιζ, ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί. «Πώς γίνεται να υιοθέτησαν την κόρη τους τον Απρίλιο αλλά να άρχισαν να βγαίνουν τον Ιούλιο;» αναρωτιέται κάποιος καχύποπτος που θεωρεί ότι το ζευγάρι είχε κάνει την Τζένιφερ Ανιστον τάρανδο! Αλλος πιστεύει ότι όλα, αγαθοεργίες, παιδιά, εξωτικά ταξίδια, τα κάνουν -για τι άλλο;- για να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

*Ι hate-paris-hilton-sex-tape: Με αφορμή την κασέτα που δείχνει την Πάρις Χίλτον να κάνει σεξ, διάφοροι επισκέπτες της ιστοσελίδας τη λούζουν με τα καλύτερα: «Είναι μια μικρή πουτ..., κοκαλιάρα και χωρίς στήθος» γράφει κάποιος. Και άλλος: «Κανείς δεν θα πήγαινε μαζί της αν δεν ήταν τόσο πλούσια» Τα χειρότερα είναι ακατάλληλα δι' ανηλίκους.

*Το αυτό ισχύει για τις Μπρίτνεϊ Σπίαρς και Κριστίνα Αγκιλέρα. Στο σάιτ κατά της Μπρίτνεϊ, κάποιος γράφει: «Δεν τραγουδάει, δεν ξέρει καν να μιλάει, μόνο να καπνίζει σαν τσιμινιέρα. Προσπαθεί να μας πείσει ότι ήταν παρθένα στα 18! Αυτό κι αν είναι ανέκδοτο». Ετερος: «Είναι ένα λευκό σκουπίδι που παντρεύτηκε ένα άλλο λευκό σκουπίδι από την πιο κοντινή γειτονιά. Νομίζει ότι είναι η επόμενη Μαντόνα. Τι ηλίθια!».

*Και τι γίνεται με τη Μαντόνα; «Είναι γριά», «Δεν ξέρει να παίζει», «Εχει ηλίθιο άντρα», «Τα τραγούδια της δεν αξίζουν μία», «Εχει κάνει πλαστικές». Είναι μόνο μερικές από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσω Ιντερνετ, συν τη δωρεάν διαφήμιση του βιβλίου «The Ι hate Madonna Handbook», που φαίνεται ότι τις κάνει τις πωλήσεις του στο εξωτερικό!

«Είναι γριά» γράφουν και για τη Μέλανι Γκρίφιθ. «Κάνει τα πάντα για να μην της φύγει ο Αντόνιο Μπαντέρας», υποστηρίζει επισκέπτης ενός μπλογκ. Ανταγωνιστής του προηγούμενου γράφει ότι η Μέλανι Γκρίφιθ θυμίζει σε όλους πόσα λάθη γίνονται στις υποψηφιότητες των Οσκαρ.

*Στη λίστα του www.ihate.com και ο Ρόμπι Γουίλιαμς, με φανατικούς μάλιστα εχθρούς. Ενας εξ αυτών θεωρεί ότι τον θαυμάζουν οι άνθρωποι που δεν ξέρουν από μουσική, που δεν έχουν παρακολουθήσει την πορεία της ποπ ή τα νέα ρεύματα. Ομοϊδεάτης του συναινεί: «Ναι, ο Ρόμπι είναι καλός για να τον ακούς μόνο σε ένα βαρετό οικογενειακό πικνίκ».

*Ο Μάικλ Τζάκσον είναι μισητός, κυρίως για την προσωπική του ζωή. Στο σάιτ, ένας εκ των δηλωμένων εχθρών του παραδέχεται ότι η μουσική του έγραψε ιστορία, αλλά «ένας παιδόφιλος αξίζει μόνο περιφρόνηση και φτύσιμο».

*Στο παγκόσμιο χωριό υπάρχει χώρος για να μισηθούν όλοι. Ακόμη και ο Εμινεμ για τους επισκέπτες του www.ihate.com «ετοιμάζει ένα CD κάθε δύο εβδομάδες και νομίζει ότι είναι ιδιοφυΐα». «Θα μπορούσα», σημειώνει ένας, «να γράφω ένα βιβλίο με την ποίησή του κάθε μέρα και να κολλάω από πίσω αυτά τα ηλίθια μπιτ καλύτερα από αυτόν. Αλλά τότε θα ήμουν μαλ... σαν αυτόν».

*Ο Στινγκ, κατά τους εχθρούς του στο Ιντερνετ, είναι «ένας ηλίθιος που έπρεπε να σταματήσει να τραγουδά μόλις διαλύθηκαν οι Πολίς». Τέτοια και χειρότερα κυκλοφορούν στο Ιντερνετ για τους Νιρβάνα και για τους Στάτους Κβο, για τους οποίους ωστόσο υπάρχει στην ίδια σελίδα και αντίλογος. «Αρχαιολογίες» τούς αποκαλούν οι εχθροί τους, «είναι μύθοι, μην τους αγγίζετε» λένε οι οπαδοί.

*Οι U2, τέλος, έχουν επίσης πολλούς εχθρούς. «Είναι κάτι μάπες από την Ιρλανδία» υποστηρίζει κάποιος. Και ο Μπόνο «είναι ένας μαλ... που νομίζει ότι είναι ο Σούπερμαν». Και κάποιος επαυξάνει: «Δεν είναι μύθοι, είναι απλώς γέροι»!

*Τα ίδια και χειρότερα βρίσκει κανείς στα ελληνικά σάιτ. Αρκούν δύο λέξεις-κλειδιά στη μηχανή αναζήτησης για να ανακαλύψει κανείς πόσο προσωπική υπόθεση χιλιάδων ανθρώπων είναι η κόντρα Βανδή-Βίσση. «Αννα ζούμε για να σε ακούμε» λέει ανώνυμος χρήστης και άλλοι απαντούν: «Βίσση πουτ...».

«Είναι ξοφλημένες και οι δύο. Κοκκίνου! Ολα τα λεφτά».

«Ρε μάζες είστε άρρωστοι; Παλιοαδερφές! Τι κολλήματα έχετε φάει; Η Βανδή και η Βίσση δεν θα ήταν τίποτα χωρίς Φοίβο και Καρβέλα».

*Η όλη υπόθεση δεν αφορά μόνο το εθνικό δίπολο Βανδή-Βίσση! Σε άλλο site με ειδίκευση στη μουσική οι χρήστες συμπληρώνουν μαύρη λίστα με τους τραγουδιστές που δεν θέλουν:

«Τραγουδιστές και δημιουργοί που μου τη σπάνε αυτό τον καιρό ή μου την έσπαγαν ανέκαθεν είναι οι Βανδή, Ρέμος, Πανταζής, Μαχαιρίτσας, Τσακνής, Κότσιρας, Χριστοφόρου και άλλοι.

Αλλος δεν θέλει να ξέρει τους Χατζηγιάννη, Πανταζή, Σφακιανάκη και όλους αυτούς που «δεν ξέρουν τι να κάνουν και ξεφτιλίζουν την ελληνική μουσική».

Ετερος εξειδικεύει: «Μισώ τον Χατζηγιάννη γιατί την έχει ψωνίσει όσο κανένας άλλος, πράγμα που φαίνεται από τις δηλώσεις και το υφάκι του». Αλλά και στο www.say.gr, κάποιος μισεί τον Χατζηγιάννη γιατί «είναι ψώνιο, κοντός και επιτυχημένος».

Σε άλλο site, στο φόρουμ υπό τον κατατοπιστικό τίτλο «Σκ... στα έντεχνα», ο χρήστης nosietronic φιλοδοξεί να ποτίσει καθαρτικό τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, να βάλει στη μηχανή του κιμά τα χέρια του Κότσιρα και να ρίξει την Τσαλιγοπούλου στο γκρεμό αφού πρώτα την φιμώσει μη τυχόν και τραγουδήσει πέφτοντας!

«Η αξία των ανθρώπων είναι ίση με την αξία των πραγμάτων με τα οποία ασχολούνται», είχε πει ο Μάρκος Αυρήλιος. Και δεν είχε σερφάρει σ' αυτά τα σάιτ...




7 - 08/04/2007

Ποιος ήταν ο Dr. Sex





της Ελεωνόρας Ορφανίδου


«Ενας στους δέκα Αμερικανούς είναι ομοφυλόφιλος, το 70% κάνει σεξ με πόρνες, το 35%-45% διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις και ένα 17% των κατοίκων αγροτικών περιοχών κάνει σεξ με ζώα». Αν σοκαριστήκατε, την ευθύνη φέρει ο δόκτωρ Κίνσεϊ.



Κι αν δεν σοκαριστήκατε, υπεύθυνος είναι πάλι αυτός. Διότι ο Αλφρεντ Κίνσεϊ, πολύ λιγότερο γνωστός σε μας από τον Θάνο Ασκητή, άλλαξε για πάντα το 1948 την εικόνα που είχε η Δύση για το σεξ, δημοσιεύοντας την πρώτη έρευνα για τη «Σεξουαλική συμπεριφορά του άντρα».

Η ώρα να γίνει γνωστός παγκοσμίως ο Κίνσεϊ, έξω από τους πανεπιστημιακούς κύκλους, φαίνεται πως ήρθε τώρα, με τη μεταφορά της ζωής του στη μεγάλη οθόνη από τον βραβευμένο με Οσκαρ (σεναρίου) σκηνοθέτη του «Χορού των Τεράτων» Μπιλ Κόντον. Στην ταινία, που θα δούμε τις επόμενες ημέρες και στη χώρα μας, τον ρόλο του διάσημου καθηγητή ζωολογίας που, πριν ασχοληθεί με το σεξ, ασχολούνταν με την... κοινωνική ζωή των μελισσών, υποδύεται ο Λίαμ Νίσον.

Προκάλεσε πριν καν προβληθεί

Πώς το παιδί μιας οικογένειας μεθοδιστών που θεωρούσε το σεξ μεγάλη αμαρτία, έγινε ο ηθικός αυτουργός της σεξουαλικής επανάστασης;

Πολλοί αποδίδουν την ενασχόλησή του με τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων στην ομοφυλοφιλία του. Αλλοι στη γυναίκα του, τη χημικό Κλάρα Μπράκεν Μακ Μίλεν (την υποδύεται η Λόρα Λίνεϊ). Αλλοι στην άσωτη ερωτική ζωή του.

Ο Κόντον στην ταινία του δεν προχωρά σε κρίσεις. Καταγράφει τα γεγονότα χωρίς να τοποθετηθεί ούτε στην πιο προφανή ένσταση εναντίον του ήρωά του: οι στατιστικές έρευνες φτάνουν για να μελετήσεις την ανθρώπινη σεξουαλικότητα;

«Για μένα», δήλωσε ο σκηνοθέτης, «αυτό που κάνει τη ζωή και την έρευνα του Κίνσεϊ τόσο μοναδική είναι η ικανότητα που είχε να κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται και να μιλούν. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ήταν ενδιαφέρον να διηγηθώ την ιστορία του με βάση αυτή την πτυχή. Παράλληλα, μαθαίνουμε πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του».

Ο Κίνσεϊ όντως έβαλε πολλούς ανθρώπους να μιλήσουν: 5.300 άνδρες άνοιξαν την ψυχή τους σε μια εποχή που σχετικά με το σεξ δεν συζητούσε κανείς. Η έρευνά του, που πούλησε διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα, σοκάρισε την αμερικανική κοινωνία.

Αλλά και στη σημερινή Αμερική το «Κίνσεϊ» προκάλεσε αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους πριν καν βγει στις αίθουσες. Ο Λίαμ Νίσον το περίμενε: «Ο Κίνσεϊ ήταν μια προσωπικότητα που διέκρινε ένα πολύ μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη γνώση και αποφάσισε να το γεμίσει, ανεξαρτήτως από τις αμφισβητήσεις και τις επιθέσεις που θα δεχόταν. Αυτό που κατάφερε ήταν να δείξει στον κόσμο ότι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που υποθέτουμε ότι κάνουν».

Το 1953 ο δόκτωρ Σεξ δημοσιεύει την έρευνά του για τη γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά. Το προγαμιαίο σεξ και η ομοφυλοφιλία δεν αποτελούν πια άγνωστη χώρα για τους Αμερικανούς, αλλά αρνούνται να αποδεχθούν ότι οι γυναίκες , οι αδελφές και οι μανάδες τους είχαν σε ποσοστό 50% προγαμιαίες σχέσεις. Κάποιοι άλλοι αδιαφορούν. Η Αμερική είχε μπει για τα καλά στην ψυχροπολεμική περίοδο και είχε άλλου είδους ψυχώσεις και φοβίες! Η υγεία του Κίνσεϊ κλονίζεται και η καριέρα του παίρνει την κάτω βόλτα. Σήμερα, αυτή η δεύτερη έκθεσή του θεωρείται πληρέστερη επιστημονικά.

Η ταινία του Κόντον μιλά μέσα από τον Κίνσεϊ για το μακρύ ταξίδι του ανθρώπου εντός της σεξουαλικότητάς του. Είτε διαφωνείς είτε όχι, το συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει επίσημος ορισμός του φυσιολογικού όταν έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη επαφή» είναι αυτό που ορίζει μέχρι σήμερα όλες τις συζητήσεις για το σεξ.




7 - 30/01/2005

Οι ωραίες και το τέρας




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ



«Τον Κινγκ Κονγκ δεν τον σκότωσαν τα αεροπλάνα. Η Ωραία σκότωσε το τέρας». Με αυτές τις ατάκες του πρωταγωνιστή τελείωνε, το 1933, η πρώτη ταινία-μύθος για τον γορίλα Κινγκ Κονγκ που θα ξαναζωντανέψει σε λίγες ημέρες στη μεγάλη οθόνη διά χειρός Πίτερ Τζάκσον (του λεγόμενου και χρυσωρυχείου του Χόλιγουντ, μετά τη μεγάλη επιτυχία της τριλογίας «Ο Αρχοντας των δαχτυλιδιών»).

Η ταινία έβαζε με δύο γραμμές τα πράγματα στη θέση τους. Για το θάνατο του Τέρατος πάντα θα φταίει η Ωραία, αυτός είναι ο αρχέτυπος μύθος, και πάνω του θα πατήσουν όλες οι εκδοχές της ιστορίας που θα γυριστούν από τότε, μηδέ της αλά Τζάκσον εκδοχής εξαιρουμένης. Η ταινία που θα δούμε σε λίγες μέρες στις σκοτεινές αίθουσες μένει και στην ίδια εποχή, του Μεσοπολέμου , καθώς ο δημιουργός της δηλώνει ότι εξαιτίας της αποφάσισε να κάνει ταινίες, βλέποντάς την ένα βράδυ Παρασκευής στην τηλεόραση. Ηταν μόλις εννιά ετών.

* Το 1933, λοιπόν, ένα συνεργείο κινηματογραφιστών και μια ομάδα επιστημόνων μεταβαίνουν σε ένα μη χαρτογραφημένο νησί, κάπου κοντά στη Σουμάτρα, για να εξερευνήσουν τις αλήθειες πίσω από το θρύλο ενός τεράστιου πιθήκου. Προς μεγάλη τους έκπληξη διαπιστώνουν ότι ο πίθηκος υπάρχει, μαζί με ένα σωρό άλλα προϊστορικά τέρατα. Ο Κινγκ Κονγκ ερωτεύεται την ηθοποιό Αν Ντάροου (την υποδύεται η Ναόμι Γουότς) και για τα όμορφά της μάτια αιχμαλωτίζεται, μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη και δραπετεύει. Η ιστορία είναι γνωστή παγκοσμίως, η σκηνή στο Empire State Building από τις πιο κλασικές του κινηματογράφου και ο θάνατος του τέρατος κάτι παραπάνω από βέβαιος.

Τι ξανάφερε λοιπόν το γιγάντιο γορίλα πίσω; Σίγουρα η επιθυμία του Τζάκσον, η εμμονή του να γυρίσει την ταινία από το 1996, και σίγουρα η βεβαιότητα των παραγωγών ότι θα τους φέρει πολλά λεφτά, όπως το 1933 που έσωσε κυριολεκτικά την RKO, από τη χρεοκοπία, την εποχή του μεγάλου κραχ και της ύφεσης.

Και τι άλλο; Οι ειδικοί λένε, ο φόβος. Οπως τη δεκαετία του '30 η κρίση ευνόησε την άνθηση του φιλμ νουάρ και των ταινιών τρόμου και γέννησε ταινίες σαν τον «Κινγκ Κονγκ», το «Φράνκενσταϊν», τη «Μούμια», το «Νησί του δόκτορος Μορό», κι ένα σωρό άλλες, όπως τη δεκαετία του '70, της πετρελαϊκής κρίσης, του Βιετνάμ και του Γουότεργκεϊτ, ξαναγυρίζεται ο «Κινγκ Κονγκ» και δημιουργείται ο «Εξορκιστής», έτσι και σήμερα η τερατογένεση πατάει καλά πάνω στις ανθρώπινες ανασφάλειες και φοβίες. Οι βεβαιότητες, ελέω τρομοκρατίας και οικονομικής κρίσης, πάλι καταρρέουν, και όπως επισημαίνει ο Ιγνάσιο Ραμονέ, «τα τερατόμορφα δημιουργήματα και πλάσματα των ταινιών αυτών κάνουν την καθημερινότητα να φαίνεται κοινότοπη, σχεδόν φιλόξενη. Αποτελούν πραγματικές τελετές εξορκισμού, ενάντια στις περιβάλλουσες απειλές».

* Οι φόβοι της Ναόμι Γουότς, της νέας γυναίκας του Κινγκ Κονγκ, θα σβήσουν προς στιγμήν τους δικούς μας φόβους για το αύριο, όπως τα διάσημα ουρλιαχτά της Φέι Ρέι, το 1933. Ηταν η πρώτη και μοιραία γυναίκα του τέρατος, που τον νίκησε στο σινεμά αλλά στη ζωή έμεινε πάντα το κορίτσι του, χάνοντας έτσι μια καριέρα.

Οταν της πρότειναν να κάνει την παρτενέρ του πιο δυνατού, ψηλού, μελαχρινού αστέρα του Χόλιγουντ, η Φέι Ρέι είχε κατά νου τον Κάρι Γκραντ. Η ίδια το αφηγείται στην αυτοβιογραφία της, επιμένοντας ότι μόνο μετά την υπογραφή του συμβολαίου της έμαθε ότι ο πανύψηλος μαλλιαρός παρτενέρ της θα ήταν ένας τεράστιος γορίλας. Τα φιλμ τρόμου ήταν ένα είδος στο οποίο είχε ήδη διαπρέψει. Είχε παίξει σε έντεκα ταινίες, μεταξύ των οποίων «The mystery of the Wax Museum», «The Vampire Bat», «Doctor Χ», απ' όπου είχε πάρει και τον τίτλο της «Scream queen», της βασίλισσας των ουρλιαχτών. Οι πιο έγκυροι ιστορικοί και θεωρητικοί του σινεμά συμφωνούν ότι δεν έχει υπάρξει άλλη ηθοποιός από γενέσεως κινηματογράφου που να ουρλιάζει τόσο δραματικά, όσο η Φέι Ρέι, η οποία ειδικά στον «Κινγκ Κονγκ» έδωσε ρέστα. Εκτός οθόνης ούρλιαξε περισσότερο, όταν διαπίστωσε ότι παρά το ελπιδοφόρο ξεκίνημά της (σκηνοθετήθηκε και από τον Στροχάιμ), ο τεράστιος γορίλας την προσγείωσε σε ταινία δεύτερης διαλογής και έσβησε την καριέρα της, αφήνοντάς την να κάθεται επ' άπειρον στην παλάμη του. Οταν πέθανε το 2004 σε ηλικία 96 ετών, τα φώτα του Empire state έσβησαν για δεκαπέντε λεπτά. Οπως έγραψε η ίδια, συμβιβασμένη πλέον με το παρελθόν, κάθε φορά που περνούσε κάτω από τον πύργο ένιωθε ότι εκεί έχασε ένα φίλο και αρκετά πράγματα από τη ζωή της.

Μια κακή ιστορία

* Σαφώς πιο τυχερή στάθηκε το 1976 η Τζέσικα Λανγκ, η επόμενη γυναίκα του Κινγκ Κονγκ, η οποία έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο πάνω στο Κέντρο Εμπορίου, τους δίδυμους πύργους του σημερινού σημείου «μηδέν» της Νέας Υόρκης. Βρισκόμαστε εν μέσω της πετρελαϊκής κρίσης και η Τζέσικα Λανγκ, σε ηλικία 27 ετών και αφού «έζησε τη ζωή της» ως χίπις στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη, αποφασίζει να περάσει στο χώρο του θεάματος. Ηταν τόσο κακή στο ρόλο, τόσο άτεχνη, που μόνο λόγω της ερωτικής σχέσης της με τον Μπομπ Φόσι βρήκε δουλειά τρία χρόνια μετά στο «All that Jazz» και χρειάστηκε να περιμένει έως το 1981 , το «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές», για να γίνει το αστέρι που ξέρουμε.

Πολλοί κριτικοί λένε ότι τη συμπαρέσυραν η κακή ταινία (σε παραγωγή Ντίνο Ντε Λαουρέντις, παρακαλώ), το απλοϊκό σενάριο, ο επίσης μετριότατος Τζεφ Μπρίτζες. Αλλοι ότι ήταν μια απλοϊκή «μπίμπο», ανώριμη να διαχειριστεί το ρόλο. Ο,τι κι αν ίσχυε η Ωραία κυρία Λανγκ νίκησε τελικώς το Τέρας, εντός και εκτός οθόνης. Η Αν της πρώτης ταινίας έγινε Ντουάν και ο παραγωγός της τηλεόρασης πετρελαιάς, διότι είπαμε, ο κόσμος ζούσε βυθισμένος στην πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας. Η Ντουάν λοιπόν, μια ηθοποιός που ναυαγεί με μια θαλαμηγό, βρίσκεται στο νησί του Κινγκ Κονγκ. Ο γορίλας κάνει το ίδιο λάθος με το '33, την ερωτεύεται, και τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Η ταινία δεν έπειθε καν για τον έρωτα του τέρατος, καθώς με τις απίστευτα γελοίες ατάκες της Τζέσικα Λανγκ περί σοβινισμού και ζωδίων που του έλεγε, ακόμη κι αυτός θα έπρεπε να ξενερώσει. Τέλος πάντων, την ακολουθεί στη Νέα Υόρκη και όλο το δράμα παίζεται στους δίδυμους πύργους. Μετά η Τζέσικα Λανγκ το ξέχασε, το αυτό θα επιθυμεί και δι ημάς. Η καριέρα της πάντως εκτοξεύτηκε στα ύψη.

* Ο «Κινγκ Κονγκ» πρωταγωνίστησε και σε άλλες ιστορίες («King Kong Lives» του 1986, «King Kong vs. Godzilla» του 1963). Η Λίντα Χάμιλτον το '86, όμως, δεν συνέδεσε την κινηματογραφική της περσόνα με τον διάσημο γορίλα, διότι της έμελλε να γίνει αρραβωνιαστικιά άλλου... τέρατος. Του «Terminator» Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ.




7 - 11/12/2005

Ο άνθρωπος ως κτήνος





της Ελεωνόρας Ορφανίδου


Θάρρος ή αλήθεια; Το δίλημμα του αθώου παιδικού παιχνιδιού θέτει, αλλά με όρους για μεγάλους, στο κοινό ένας Αργεντινός, εκ Παρισίων ορμώμενος 40ρης, ο Γκασπάρ Νοέ, σκηνοθέτης της ταινίας «Μη αναστρέψιμος», βάζοντάς το να δει -αν έχει θάρρος- τον εννιάλεπτο βιασμό της Μόνικα Μπελούτσι και να συμφωνήσει -αν αντέξει- με τη δική του αλήθεια, ότι ο άνθρωπος είναι ζώο.


Η Αλεξ (Μόνικα Μπελούτσι) τσακώνεται σε ένα πάρτι με τον φίλο της Μάρκους (Βενσάν Κασέλ) και φεύγει μόνη. Σε μια υπόγεια διάβαση βιάζεται από έναν άγνωστο. Ο Μάρκους, μαζί με έναν φίλο του, αποφασίζουν να εκδικηθούν. Η διήγηση ξεκινάει ανάποδα, από το τέλος της ιστορίας.


Ούτε θάρρος, ούτε αλήθεια, λέει ο θεατής βιαστικά, την ώρα που ο Μάρκους εκδικείται. Κι όταν έρχεται η σκηνή του βιασμού, με την κάμερα σε παραλυσία, ακίνητη όπως το παράλυτο από τον τρόμο κορμί της Μπελούτσι, αρνείται επίσης να παραδεχτεί ότι νιώθει συνενοχή, αυτή που του «φορτώνει» ο σκηνοθέτης, επειδή βρίσκεται στην αίθουσα και κοιτάει.

Το σοκ της ταινίας «Irreversible», που θα προβάλλεται από την Παρασκευή, δεν το γεννά μόνο η ωμότητα των εικόνων, η σκληρότητά της, που δίχασε το τελευταίο φεστιβάλ των Κανών. Μάλλον φταίει η υπενθύμιση πίσω από αυτά, ότι κατά βάθος είμαστε όλοι πρωτόγονοι, ότι το λούστρο του πολιτισμού υποχωρεί, όταν πρέπει να φάμε, να αναπαραχθούμε, να εκδικηθούμε.

Ο Γκασπάρ Νοέ άλλα είχε στο νου του όταν πρωτοσυνάντησε τον πρωταγωνιστή του και πραγματικό σύζυγο της Μπελούτσι. Του περιέγραψε ένα σχέδιο για ένα μικρό αισθηματικό πορνό, στο οποίο φανταζόταν ότι θα έπρεπε να παίξει ένα πραγματικό ζευγάρι, όπως αυτό των Κρουζ και Κίντμαν στο «Μάτια ερμητικά κλειστά».

Οταν οι Κασέλ και Μπελούτσι αρνήθηκαν, πρότεινε μια ιστορία βιασμού και εκδίκησης. «Για πολύ καιρό», δήλωσε αργότερα στον τύπο «ήθελα να κινηματογραφήσω έναν βιασμό, όπως δεν τον έχουμε ξαναδεί ή σαν κι αυτούς που μ' έχουν σημαδέψει στο σινεμά. Με μονοπλάνο, σε φυσικό χρόνο, για να προλάβει να γίνει αντιληπτή η αίσθηση, και σ' αυτό να προσθέσουμε μια εκδίκηση που θα είναι σκληρότερη από το έγκλημα».

Επί δύο μερόνυχτα, οι πρωταγωνιστές του γύρισαν έξι φορές τον εννιάλεπτο βιασμό, η δε «θεία» Μόνικα απεκδύθηκε το στέμμα της σταρ και βυθίστηκε στο κολαστήριο της βαμμένης με κόκκινο χρώμα διάβασης.

Οποιος αντέξει τις βίαιες σκηνές, θα δει στη συνέχεια ότι τα χρώματα και το τοπίο αλλάζουν. Το ζευγάρι Κασέλ-Μπελούτσι είχε μια όμορφη ζωή! Κι αν ο σκηνοθέτης βάζει στο σπίτι τους μια αφίσα της «Οδύσσειας του διαστήματος», είναι προφανές ότι θέλει να μας παραπέμψει στη σημειολογία των ταινιών του Κιούμπρικ.

Οπως στα «Μάτια ερμητικά κλειστά», με τους Κρουζ και Κίντμαν, έτσι κι εδώ, χωρίς τους Κασέλ-Μπελούτσι, η ταινία δεν θα είχε, τουλάχιστον εμπορικά, την πορεία που διαγράφει αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, οι σταρ της δεν κατάφεραν να την προφυλάξουν από τα ερωτήματα για το αν η βία της ήταν απλώς το μέσον προς τη δημοσιότητα ή και προς το... τίποτα. Ομως οι απαντήσεις στο «Μη αναστρέψιμος» είναι απλές, σχεδόν πρωτόγονες. Θάρρος ή αλήθεια, την παραδέχεσαι ή την απορρίπτεις.




7 - 22/09/2002

Ξεγελώντας το χρόνο


της Ελεωνόρας Ορφανίδου


Το 1975, όταν οι Αμερικανοί τρόμαζαν στις σκοτεινές αίθουσες με τα «Σαγόνια του καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, οι Ευρωπαίοι γελούσαν ξορκίζοντας τα γηρατειά και το θάνατο.



Επέμεναν να υμνούν το ρέμπελο βίο και τις ανδρικές φιλίες, τη ζωή χωρίς όρια. Υμνογράφος αυτής της αιώνιας επιθυμίας να μείνουμε εδώ, νέοι και αγέραστοι, να περνάμε καλά και να μην αφήσουμε το σαρκίο μας να μας καταβάλει ο Ιταλός Μάριο Μονιτσέλι, ο οποίος σκηνοθέτησε δύο κλασικές ταινίες για τη ζωή και τις απολαύσεις της, το «Εντιμότατοι φίλοι μου» και το «Εντιμότατοι φίλοι μου Νο 2» , οι οποίες προβάλλονται αυτή την περίοδο στις ελληνικές αίθουσες.

Μια παρέα πενηντάρηδων, ο δημοσιογράφος Τζόρτζιο Περότσι, ο αρχιτέκτονας Ραμπάλντο Μελάντρι, ο μπάρμαν Νέκι, ο κόμης Λέλο Μασέτι και ο χειρουργός Σασαρόλι, αρνείται να μεγαλώσει, κάνει πλάκα με τα πάντα, οργανώνει απίστευτες φάρσες και επιμένει σε μια νεότητα κόντρα σε ηλικιακά και φυσικά κριτήρια. Ο Ούγκο Τονιάτσι, ο Φιλίπ Νουαρέ, ο Γκαστόν Μοσκίν, η Ολγα Καρλάτου και η παρέα τους φτάνουν σε ακραία σημεία προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη ζωή με την ελαφρότητα που πιστεύουν ότι της αρμόζει, κάνοντας πλάκα ακόμη κι εκεί όπου η λογική δύσκολα το αποδέχεται, όπως στην κηδεία του κολλητού τους. Το ερώτημα αν οι περιπέτειές τους παραμένουν απολαυστικές και επίκαιρες, παίρνει απαντήσεις μέσα στις αίθουσες. Αλλά η ταινία στο «σοβαρό» σινεμά ήταν πάντα το μέσο. Στο μήνυμα, οι απαντήσεις έχουν δοθεί: η τραγική αγωνία του ανθρώπου που εκ των προτέρων ξέρει ότι δεν μπορεί να κατακτήσει την αιώνια νεότητα και την αθανασία παραμένει εδώ στην πρώτη γραμμή.

Ολα αυτά τα περισπούδαστα ο Μονιτσέλι τα κάνει ανάλαφρα, σαν την αβάσταχτη ελαφρότητα των ηρώων του, οι οποίοι είναι πολύ λιγότερο σοβαροί από τα ίδια τους τα τέκνα. Ο Φιλίπ Νουαρέ, ως δημοσιογράφος Τζόρτζιο Περότσι, έχει ένα γιο με κοινωνική συνείδηση και ανησυχίες, διότι η ταινία εξελίσσεται στα 1960, και οι νέοι αυτή την εποχή είναι στους δρόμους. Οι γονείς τους, μας λέει ο Μονιτσέλι, είναι στον κόσμο τους, μικροαστοί και μεγαλοαστοί που στην καλύτερη των περιπτώσεων σπάνε απλώς τις προσωπικές τους συμβάσεις, ας γίνει η επανάσταση χωρίς αυτούς. Οι ήρωες του Μονιτσέλι αφήνουν πίσω τους ό,τι τους καταπιέζει χωρίς κανέναν ενδοιασμό: τη σύζυγο για τα μάτια μιας μικρούλας, τη δουλειά χάριν της παρέας, την ερωμένη όταν αρχίζει να διεκδικεί ρόλο... όλα αυτά που ονειρευτήκαμε όλοι σε δύσκολες ώρες αλλά ποτέ δεν πραγματοποιήσαμε. Ισως γι' αυτό βρίσκουμε τόσο χαριτωμένους και αστείους τους πρωταγωνιστές.

Το αντρικό κοινό λάτρεψε αυτή την ταινία, τη μοιρασμένη σε δύο μέρη. Στην πρώτη, ο αρχιτέκτονας Μελάντρι καταλήγει στο νοσοκομείο που διευθύνει ο καθηγητής Σασαρόλι και ερωτεύεται τη γυναίκα του. Το γεγονός ότι συνάπτει ερωτική σχέση μαζί της δεν εμποδίζει τον καθηγητή να γίνει το πέμπτο μέλος της τρελοπαρέας.

Αυτή η ελευθεριότητα στον έρωτα, η απαγκίστρωση από τη γυναίκα που αυτή την εποχή διεκδικεί μέσα από το φεμινιστικό κίνημα μεγαλύτερο ζωτικό χώρο, η περιπλάνηση στην Τοσκάνη και όπου αλλού χωρίς συμβάσεις μίλησαν στην αντρική ψυχοσύνθεση κάνοντας την ταινία φετίχ, δημιουργώντας μάλιστα και ένα μύθο για τους πρωταγωνιστές της ανάλογο με αυτόν της αμερικανικής «Συμμορίας των 11». Μόνο που εκεί, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ και οι φίλοι τους, ήταν όντως θιασώτες της «γλυκιάς ζωής», εν αντιθέσει με τους Τονιάτσι και Νουαρέ, που την πραγματική ζωή τους δεν σημάδεψαν τα καζίνα του Μόντε Κάρλο και οι νεαρές στάρλετ.

Οι «Εντιμότατοι» ξανασυναντήθηκαν το 1982 για να γυρίσουν τη συνέχεια της πρώτης ταινίας. Δεν είναι πια πέντε αλλά τέσσερις, καθώς στην πρώτη ταινία ένας φίλος φεύγει (δίνοντας την αφορμή για την καλύτερη φάρσα).

Τίποτα δεν τους σταματά μπροστά στην πρόκληση ενός νέου χοντροκομμένου αστείου προκειμένου να ξορκίσουν όσα τους κυνηγούν, διότι, όπως λέει και ο Εμπειρίκος, «έκαναν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».




7 - 10/07/2005

Κωμωδία που... σκοτώνει



της Ελεωνόρας Ορφανίδου


Τι μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία μια αξιοσέβαστη κυρία στα ογδόντα της; «Το θάνατό της» είναι η κυνική απάντηση του κτηματομεσίτη της κωμωδίας «Duplex», του Ντάνι Ντε Βίτο, που προβάλλεται σε λίγο και στη χώρα μας!



«Κι αν δεν μπορεί, να τη δολοφονήσουμε» προσθέτει το πρωταγωνιστικό του δίδυμο, ο Μπεν Στίλερ και η Ντρου Μπάριμορ.

Ποιος δεν θα αγανακτούσε από τη συμπεριφορά αυτού του ζευγαριού που σχεδιάζει τη δολοφονία μιας ανυπεράσπιστης γηραιάς κυρίας προκειμένου να αποκτήσει το σπίτι των ονείρων του; Μα φυσικά ο δημιουργός της, ο Ντε Βίτο, που το έχει ξανακάνει («Πέτα τη μαμά απ' το τρένο»), τόσο πειστικά μάλιστα, ώστε οι θεατές να συμφωνήσουν. Η φοβερή γριούλα εξάλλου, η μις Κόνελι, την οποία υποδύεται η ιρλανδή ηθοποιός Αϊλίν Εσελ, όχι μόνο αρνείται και να πεθάνει και να δολοφονηθεί, αλλά καταστρέφει τις ζωές του κινηματογραφικού Αλεξ και της γυναίκας του. Τι θέλει να μας πει εδώ ο κύριος Ντε Βίτο; Τίποτα λιγότερο απ' όσα μας είπε σε παλαιότερες σκηνοθετικές του προσεγγίσεις, για την αμερικανική κοινωνία και τον τρόπο ζωής των συμπατριωτών του.

Η σκηνοθετική πλευρά τού πρώην κομμωτή από το Νιου Τζέρσεϊ είναι εξίσου ενδιαφέρουσα με την υποκριτική του παρουσία. Μπορεί να μας είναι οικείες οι εικόνες του από το «Μπάτμαν: Η επιστροφή», «Οι δίδυμοι», «Με τα λεφτά των άλλων», «Ανθρωπος στο φεγγάρι», «Λος Αντζελες Εμπιστευτικό» κ.ά. (έπαιξε έως και στη «Φωλιά του κούκου»), αλλά ποιος θα ξεχάσει την εξαίσια μαύρη κωμωδία του «Ο πόλεμος των Ρόουζ»; Από τον τίτλο της ταινίας, που τον δανείζεται από τον γνωστή εμφύλια σύρραξη της μεσαιωνικής Αγγλίας, έως το τέλος της, τον θάνατο των πρωταγωνιστών, ο Ντε Βίτο κινηματογραφεί μια θαυμάσια πραγματεία για τις ανθρώπινες σχέσεις. Η Μπάρμπαρα (Κάθλιν Τέρνερ) και ο Ολιβερ Ρόουζ (Μάικλ Ντάγκλας) είναι το ζευγάρι που έχει την ιδανική ζωή, τα ιδανικά παιδιά και εξασφαλισμένο το ιδανικό μέλλον. Η ξαφνική απόφαση του ενός να ζητήσει διαζύγιο, ξεσκεπάζει το πέπλο και η ιδανική αυτή ζωή καταλήγει στο σκληρότερο πόλεμο.

Το αυτό γίνεται και στο «Πέτα τη μαμά απ' το τρένο». Εντάξει, γελάσαμε όλοι πολύ με την τρομακτική μαμά του Ντε Βίτο, αλλά πίσω από την κωμωδία ο σκηνοθέτης μας μίλησε για το οιδιπόδειο, μας είπε ότι τον άντρα τον καταστρέφει η μάνα του, φράση που προφανώς δεν αφορά μόνο τις ελληνίδες μάνες. Με σαφή τα δάνεια από τον «Αγνωστο του τρένου» του Χίτσκοκ, ο Ντε Βίτο βάζει τον πρωταγωνιστή του Οουεν (τον ερμηνεύει ο ίδιος) να σκοτώνει τη γυναίκα του καθηγητή του της λογοτεχνίας και να του ζητά ως αντάλλαγμα να σκοτώσει τη μαμά του. Ο καθηγητής Μπίλι Κρίσταλ, παγιδεύεται, όλοι γελάμε πολύ, από τις ανεπιτυχείς του προσπάθειες, κανείς δεν δολοφονείται, αλλά ο Ντε Βίτο μας κλείνει το μάτι, γιατί ο Οουεν τη σκότωσε τη μαμά του, μέσα του, κι επιτέλους είναι ελεύθερος.

Οι γηραιές κυρίες επιζούν μέσα στον χαοτικό κόσμο του σκηνοθέτη Ντε Βίτο, γιατί στο κάτω κάτω κωμωδίες γυρίζει ο άνθρωπος και οι ήρωές του με έναν τρόπο καταφέρνουν να βρουν γαλήνη και ισορροπίες. Και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς, στον «Ροζ Ρινόκερο», τελικώς δεν θα σκοτώσει τον Εντουαρντ Νόρτον, μολονότι τον αντικατέστησε στο παιδικό του σόου με ζώα και του έφαγε και τη γυναίκα. Αλλά και οι μικρές του ηρωίδες, όπως η «Ματίλντα» (1996), το κοριτσάκι με τις ψυχοκινητικές ικανότητες και τους κακούς και επιπόλαιους γονείς, καταφέρνει να βρει το δρόμο του! Στον «Πόλεμο των Ρόουζ» υπάρχει δολοφονία. Διπλή! Το ζεύγος πεθαίνει πέφτοντας από έναν πολυέλαιο, αλλά τα χέρια σμίγουν...




7 - 25/07/2004

«Κάνω τις ανασφάλειες ταινίες»


Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ μιλά για τη δική του εκδοχή της ιστορίας του Βίκτορ Ναβόρσκι


της Ελεωνόρας Ορφανίδου



Η ιστορία του Βίκτορ Ναβόρσκι είναι σαν το διαφημιστικό τρέιλερ γνωστής τηλεοπτικής εκπομπής: «Από τη ζωή βγαλμένη». Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ την πήρε και την έκανε ταινία, προσθέτοντας εκείνη την «εσάνς» που ακόμη κι όταν πρόκειται για μετριότητες. Ο πρωταγωνιστής του «Terminal» είναι ένας πρόσφυγας ανατολικής χώρας που παγιδεύεται στο αεροδρόμιο J.F.K. χωρίς χαρτιά, χωρίς ταυτότητα, χωρίς τη δυνατότητα να πάει μπρος ή πίσω. Παραμένει δε στον χώρο του αεροδρομίου επί εννέα μήνες! Πολύ; Οχι, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο πραγματικός Βίκτορ, έμεινε 14 χρόνια στο «Σαρλ Ντε Γκολ» του Παρισιού, τα περισσότερα δε κατ' επιλογήν του, αφού μόλις λύθηκε το ζήτημα της παραμονής του προτίμησε να μείνει εκεί και να διηγείται την ιστορία του στους ταξιδιώτες. «Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα του Βίκτορ», λέει ο Σπίλμπεργκ, «άλλαξαν κατά μαγικό τρόπο τη ζωή όλων όσοι βρέθηκαν μαζί του στο αεροδρόμιο, ενώ και ο ίδιος ο χώρος έγινε πιο χαρούμενος χάρη στην ύπαρξη αυτού του εκκεντρικού πρόσφυγα».

Τον ρόλο του Βίκτορ Ναβόρσκι ενσαρκώνει ο Τομ Χανκς, ο οποίος μιλάει μια ανύπαρκτη γλώσσα τόσο πειστικά υπαρκτή, ώστε πολλοί θεατές των πρώτων προβολών έβγαιναν με τη βεβαιότητα ότι ο Βίκτορ ήταν Λιθουανός ή Καυκάσιος. «Μόνο ο Τομ θα μπορούσε να το κάνει αυτό», τονίζει ο διάσημος σκηνοθέτης, «γιατί ξέρει να μιλάει όχι μόνο με το στόμα αλλά και με το σώμα του, το οποίο ακολουθεί με τις κινήσεις του ανύπαρκτες λέξεις. Ουσιαστικά το σώμα του, και όχι η γλώσσα του, είναι αυτό που μιλά πειστικά στο κοινό. Γι' αυτό και τον έχω σχεδόν... παντρευτεί».

Ο Σπίλμπεργκ το εννοεί. Εκτός από την περίπτωση του Χάρισον Φορντ στα «Ιντιάνα Τζόουνς», δεν έχει συνεργαστεί δύο φορές με τον ίδιο ηθοποιό. Με τον Σαμ Νιλ έκανε το «Τζουράσικ Παρκ» , με τον Αντονι Χόπκινς το «Αμισταντ», με τον Τομ Κρουζ το «Minority report». Ο Χανκς είναι για δεύτερη φορά πρωταγωνιστής του μετά το «Πιάσε με αν μπορείς», το οποίο κατατάσσει στην ίδια θεματική ενότητα με το «The terminal».

«Επαναλαμβάνομαι», λέει, «μόνο δύο φορές, κατ' επιλογήν. Εκανα τον "Ε.Τ." και το "Στενές επαφές τρίτου τύπου", τη "Λίστα του Σίντλερ" και τη "Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν", το "Α. Ι. τεχνητή Νοημοσύνη" και το "Minority report". Τώρα κλείνω τον κύκλο του "Πιάσε με αν μπορείς" με το "The terminal" και την ιστορία του Βίκτορ Ναβόρσκι». Ο οποίος υποτίθεται ότι γνωρίζει κατά την παραμονή του στο αεροδρόμιο μια από τις ωραιότερες γυναίκες του κόσμου, την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, ντυμένη αεροσυνοδό. Ενα θηλυκό που ζει το δράμα του: εξαιρετικά ανασφαλής, πέφτει πάντα πάνω στους χειρότερους άντρες. Η σχέση τους την κάνει πιο δυνατή...

Ο Σπίλμπεργκ ήταν αυτός που τη σύστησε πριν από έξι χρόνια στο αμερικανικό κοινό. Την είχε δει σε ένα βρετανικό τηλεοπτικό σίριαλ και ως παραγωγός της «Μάσκας του Ζορό» της ζήτησε να συμμετάσχει στην ταινία. «Η Κάθριν», λέει, «ήταν η ιδανική μου πρωταγωνίστρια. Τόσο λαμπερή αλλά και με έμφυτη την ανασφάλεια μέσα της, κάπως σαν εμένα».

Ο Σπίλμπεργκ ανασφαλής; «Κι όμως», τονίζει, «έκανα τους φόβους και τις ανασφάλειές μου ταινίες. Πάρτε ως παράδειγμα τον Εξωγήινο. Τον έκανα για να ξεπεράσω την ανασφάλεια που μου προκάλεσε το διαζύγιο των γονιών μου. Ρώτησα με αυτή την ταινία τον πατέρα μου, γιατί μας εγκατέλειψε. Ο καρχαρίας στα "Σαγόνια του καρχαρία", τα ποντίκια, τα φίδια, οι κατολισθήσεις στον "Ιντιάνα Τζόουνς", όλα είναι δικοί μου εφιάλτες. Το χάος του αεροδρομίου και η παραμονή ενός ανθρώπου στο πουθενά είναι τρομακτικά».

Κάπου βαθιά στα γονίδιά του, ο Σπίλμπεργκ έχει γνωρίσει αυτή την αβεβαιότητα. Την έζησε άλλωστε και ολόκληρη, η οικογένειά του μεταναστεύοντας από τη Ρωσία τον 19ο αιώνα!




7 - 03/10/2004