Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Οδύσσειες του διαστήματος




Ενα ταξίδι στο διάστημα, στο χώρο και το χρόνο, υπόσχεται το «Space story», η ειδική προβολή που οργανώνουν οι «Νύχτες πρεμιέρας» του περιοδικού «Σινεμά» για τους θεατές που θα βρεθούν το ερχόμενο Σάββατο στο σινέ «Δαναός».

Οι ταινίες θα είναι μόνο το μισό αυτού του ταξιδιού. Live μουσικές του 21ου αιώνα, διαχρονικές φράσεις και αποφθέγματα διασήμων, ρήσεις ανώνυμες για το χρόνο και το Διάστημα θα ταιριάξουν μαζί με πρωτοποριακά φιλμάκια των αρχών του περασμένου αιώνα.

* Από τα ογδόντα κινηματογραφικά λεπτά της βραδιάς , εύκολα ξεχωρίζουν τα δεκατρία του «Le Voyage dans la Lune», της ταινίας που σκηνοθέτησε το 1902 ο Ζορζ Μελιές, μια ελεύθερη μεταφορά του βιβλίου του Βερν «Από τη Γη στη Σελήνη». Η εικόνα της δακρυσμένης Σελήνης που πληγώνεται όταν δέχεται μια ρουκέτα αποτελεί μέχρι και σήμερα παγκόσμιο σύμβολο της κινηματογραφικής τέχνης.

Τέσσερα χρόνια πριν, το 1898, ο Μελιές είχε γυρίσει και μία κωμωδία για τη Σελήνη.

Η τριλογία του κλείνει το 1907, καθώς ο σκηνοθέτης βάζει τον αστρονόμο και τους φοιτητές του να παρακολουθούν μια έκλειψη Ηλίου η οποία από το τηλεσκόπιο μοιάζει με ερωτική συνεύρεση της νεαρής Σελήνης με τον γέροντα - σάτυρο Ηλιο!

* Το μεσοδιάστημα Φεγγαριού-Γης, πάντως, είναι σίγουρα του Αμερικανού Εντγουιν Πόρτερ, ο οποίος το 1906 γυρίζει το «Dream of a rarebit fiend», μια δεκάλεπτη ταινία βασισμένη σε δημοφιλές κόμικ.

* Το ίδιο βράδυ θα δούμε στο «Δαναό» και την πρώτη ταινία του διάσημου αμερικανού Τσαρλς Βίντορ «The bridge», ένα δεκάλεπτο φιλμάκι που γύρισε το 1929, προϊδεάζοντας ήδη για το λαμπρό του μέλλον (είναι ο σκηνοθέτης της Τζίλντα).

* Ο Μελιές, οι Αμερικανοί και άλλοι δύο Γάλλοι, ο Μαρσέλ Ντισάν με το σουρεαλιστικό εξάλεπτο Anemic Cinema και ο Ζαν Πανλεβέ με το Le Vampire (όπου αντιπαραθέτει τις νυχτερίδες του με τον «Νοσφεράτου» του Μουρνάου), θα εκπροσωπήσουν την κινηματογραφία των πιονέρων που θα δεθεί με τη μουσική του Διαδικτύου.

Εκπρόσωπός της, επί σκηνής, ο Αγγελος Β', ο καλλιτέχνης του οποίου project είναι οι «Φανταστικοί ήχοι», ψυχεδελική ροκ μουσική με πρωτογενές υλικό από την ελληνική ποπ και ροκ σκηνή, από τους Olympians μέχρι τον Κώστα Χατζή! Διαθέτει τη μουσική του δωρεάν από το Ιντερνετ, όπως και ο Αγγελος Κυρίου, έτερη μουσική διασημότητα του Διαδικτύου, ο οποίος αξιοποιεί μουσικά κρυφές ηχογραφήσεις της μάνας του και των λοιπών συγγενών.

Οι δύο Αγγελοι θα συνομιλήσουν μουσικά με τις ταινίες, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό τους να διαπιστώσει πόσο μικρή είναι η απόσταση από το κινηματογραφικό χθες έως το μουσικό αύριο.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Χαμένοι στο Διαδίκτυο




Οι «Νύχτες Πρεμιέρας» αφιερώνουν μια ειδική ενότητά τους σε ταινίες που εξερευνούν και καταγράφουν ένα παράλληλο σύμπαν τόσο μακρινό και τόσο κοντινό

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

Σε ένα από τα ωραιότερα επεισόδια της αστυνομικής σειράς «CSI: Νέα Υόρκη», ο ντετέκτιβ Μάικ Τέιλορ (Γκάρι Σινίζ) ερευνά το φόνο μιας άσημης επαρχιώτισσας που σκοτώθηκε στο «Μεγάλο Μήλο».

Ο θάνατός της δεν συγκίνησε κανέναν στην πόλη! Συγκλόνισε, όμως, τους κατοίκους του Second Life, του εικονικού διαδικτυακού σύμπαντος που δημιουργήθηκε το 2003 και στο οποίο εκατομμύρια άνθρωποι από τον «πραγματικό» κόσμο «μετακομίζουν» για να στήσουν μια δεύτερη ζωή! Εκεί ζούσε με το άβαταρ της (το διαδικτυακό alter ego της) η πρωταγωνίστρια Venus, εκεί βρέθηκε και ο δολοφόνος της.

Ολο αυτό ήταν απλώς επεισόδιο ενός σίριαλ κι η Venus ένα κορίτσι που δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά το Second Life είναι εκεί, στο Διαδίκτυο, και ένα πολύ καλό ντοκιμαντέρ, το «Ideal World» του Γκλεν Τόμας, είναι εδώ, στις φετινές «Νύχτες Πρεμιέρας» (16-27/9, «Αττικόν», «Απόλλων», «Δαναός») για να μας μυήσει σε έναν κόσμο όχι και τόσο παράλληλο, αλλά αντιθέτως συνεχώς διασταυρούμενο με τον δικό μας.

Διπλή ζωή

Μαζί με το «We live in Public» της Οντι Τίμονερ, το «Talhotblond» της Μπάρμπαρα Σρόντερ και το «Sexual Graphic Horror» των Μπάρμπαρα Μπελ και Αννας Λόρεντσον, το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Αθήνας φέρνει στο προσκήνιο τη διαδικτυακή ζωή, συνθέτοντας την ειδική ενότητα με τίτλο «Internet Space».

* Στο «We live in public» πρωταγωνιστής είναι ο Τζος Χάρις, ο δημιουργός της πρώτης ομάδας ανθρώπων που μοιράζονταν on line τις προσωπικές τους στιγμές στο Ιντερνετ. Ηταν τόσο δεμένη η ζωή του με το Ιντερνετ, που ανακοίνωσε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του ότι δεν θα πάει στην κηδεία της με ένα βιντεάκι στο You Tube!

* Το «Talhotblond» ξεκινά με το ερωτικό τρίγωνο ενός chat room και καταλήγει με μία τραγωδία. Η διαδικτυακή ζωή, λέει, επηρεάζει με τραγικό μερικές φορές τρόπο την πραγματική, διότι οι ανώνυμοι μέσα είναι επώνυμοι έξω.

* Αν η ανωνυμία θεωρείται το μεγάλο πλεονέκτημα του υπόλοιπου Διαδικτύου, σίγουρα είναι ο παράδεισος των επισκεπτών ερωτικών σαδομαζοχιστικών ιστοσελίδων σαν αυτές που αποτελούν το κύριο θέμα του ντοκιμαντέρ «Sexual Graphic Horror». Εικόνες και συνεντεύξεις που σοκάρουν, για ένα θέμα ταμπού, αλλά και για τη διπλή ζωή των ανθρώπων εντός και εκτός...

* Γι' αυτό το δισυπόστατο της ζωής της μιλάει στην ταινία «Ideal World» έξω από το εικονικό ατελιέ της μία διάσημη κάτοικος του Second Life, η σχεδιάστρια εικονικών ρούχων Nephilaine.

Η κατά κόσμον Κέισι Λιούις δημιούργησε την εικονική φίρμα Pixel Dolls και το ανάλογο κατάστημα, φτάνοντας μετά την τεράστια επιτυχία της να την κατοχυρώσει στον πραγματικό αμερικανικό οργανισμό εμπορίου.

Η Κέισι έγινε και πλούσια και διάσημη, τουλάχιστον μεταξύ των κατοίκων μιας χώρας που έχει περιοχές και πόλεις με ονόματα πιο περίεργα και από αυτά του Τόλκιν στον γνωστό «Αρχοντα των δαχτυλιδιών».

Η ταινία του Τόμας δείχνει το «ταξίδι» των ανθρώπων που με το προσωπικό τους άβαταρ εποίκησαν έναν άγνωστο τόπο, άλλαξαν τα εθνικά τους νομίσματα με το τοπικό λίντεν, αγόρασαν σπίτια, έστησαν επιχειρήσεις. Δεν αναφέρεται στο φιλμ, αλλά η οικονομία του SL υμνήθηκε από τους ισχυρούς στο Νταβός το 2007, ενώ έγκυρες οικονομικές εφημερίδες καλωσόρισαν τον πραγματικό «νέο κόσμο».

Στην ταινία του, ο Γκλεν Τόμας, υπηρετώντας την τεκμηρίωση παρουσιάζει και την αντίθετη άποψη. Οτι, δηλαδή, είναι μεν εκατομμύρια οι κάτοικοι του SL, αλλά πόσοι από αυτούς καταναλώνουν τόσο ώστε να αποτελέσουν μετρήσιμο μοντέλο της ζωής έξω από τον υπολογιστή; Η Κέισι Λιούις έχει πολυπληθή πελατεία, αλλά η πλειονότητα των κατοίκων του SL ξοδεύουν μόνο τα 10 δολάρια της συνδρομής.

Το 2006 οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» έγραφαν «Εικονικός κόσμος αλλά πραγματικό χρήμα» και παρουσίαζαν οργανισμούς όπως η Nissan, η Toyota, η Sony BMG και η NASA με δικά τους νησιά στο SL όπου έκαναν μπίζνες ή έρευνα, την ώρα που η Philips δοκίμαζε εκεί νέα προϊόντα ή έπαιρνε ιδέες, όπως η ΝΙΚΕ, με το Reuters να στέλνει ανταποκριτές.

Στον κόσμο του Second Life, βέβαια, δεν κάνεις μόνο μπίζνες. Κάνεις πολύ σεξ, πηγαίνεις σε πάρτι, βλέπεις ταινίες και απατάς τη γυναίκα σου μέχρι διαζυγίου. Αν πάλι είσαι θρησκευόμενος, το «Ideal world» παρουσιάζει και την εκκλησία του SL: Γεμάτη κεριά, αλλά κενή από δόγματα.

Αν, τέλος, είσαι... χώρα, κάνεις πολιτική: Οι Μαλδίβες και η Σουηδία είναι τα πρώτα κράτη που ίδρυσαν εικονικές πρεσβείες. Δεν το λέει η ταινία, αλλά η Wikipedia, η εγκυκλοπαίδεια του Διαδικτύου που επιμένει ότι πρεσβεία στο Second Life έχουν και τα Σκόπια, φυσικά με το όνομα «Μακεδονία»! *

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Ο ράφτης του σινεμά





Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

«Ενα ρούχο δεν είναι τραγωδία, ούτε πίνακας ζωγραφικής», συνήθιζε να λέει η Κοκό Σανέλ, αποκαθηλώνοντας τη μόδα την ίδια ώρα που, ως πρωθιέρειά της, την απογείωνε ως τέχνη με τα τουίντ ταγέρ.

Η Σανέλ είχε το θάρρος να τάσσεται υπέρ του εμπορίου και να ταυτίζεται με τη σημειολογία της δουλειάς της: άλλο να σε θαυμάζουν, άλλο να σε αγαπούν. Κάτι που δυσκολεύονται να αντιληφθούν πολλοί «φασιονίστας» που την είδαν, φέτος, στο σινεμά ως απλή «Κοκό πριν τη Σανέλ».

Αυτή δεν είναι η μοναδική νέα ταινία ούτε για τη Σανέλ, ούτε για τη μόδα. Η Κοκό θα έχει γίνει πια Σανέλ όταν θα ερωτευτεί τον Στραβίνσκι στο «Κοκό Σανέλ και Ιγκόρ Στραβίνσκι» μια άλλη ταινία την οποία θα δούμε προσεχώς.

Στην άλλη άκρη υπάρχει και ο «Μπρούνο», πρώην Μπόρατ, που ήδη προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες, τονίζοντας, έστω κραυγαλέα, ότι δεν πρέπει να παίρνεις τη μόδα στα σοβαρά.

Κάτι που αμφισβητούν, καθεμιά για άλλο λόγο, δύο ταινίες που τελούν εν αναμονή, το «Picture me», για την γκρίζα ζώνη στην οποία διαβιούν τα τοπ μόντελ όταν σβήνουν οι προβολείς της πασαρέλας και το «The September Issue», η ιστορία της διευθύντριας της αμερικανικής «Vogue»- της κυρίας, δηλαδή, που υποδύθηκε η Μέριλ Στριπ στο «Ο διάβολος φοράει Prada».

Οι ταινίες για τη μόδα, όπως το παλιότερο «Pret-Α-Porter» του Ρόμπερτ Αλτμαν, σπανίως κολακεύουν την υψηλή ραπτική και τα στελέχη της. Αντιθέτως υποστηρίζουν συχνά ότι κανένας νορμάλ άνθρωπος δεν μπορεί να φορέσει ρούχο παρισινού ντεφιλέ και εστιάζουν στα δισ. της βιομηχανίας.

Ζιγκολό με γούστο

Από την άλλη πλευρά, το σινεμά αλλά και η τηλεόραση -βλέπε «Sex and the city»- έχουν προωθήσει τάσεις και σχεδιαστές και μάλιστα μέσα από ταινίες που ουδεμία σχέση είχαν με βιογραφίες του Ντιόρ. Σαν το «American Gigolo» του Πολ Σρέιντερ, η οποία μέσα σε μια σεζόν έκανε το όνομα Αρμάνι συνώνυμο της νέας οπτικής της αντρικής ομορφιάς. Ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο ζιγκολό Τζούλιαν του τίτλου, παρουσιάζεται πρώτη φορά εν έτει 1980, να «συνομιλεί» με τα ρούχα του και ο αντρικός ναρκισσισμός αποενοχοποιείται.

* Ο «American Gigolo» ήταν μια μέτρια ταινία που δίχασε την αμερικανική κοινωνία, την εποχή που αναδυόταν το συντηρητικό αστέρι του Ρίγκαν. Οι ενδυματολογικές της επιρροές όμως είναι ακόμη εδώ. Κι ας μεσολάβησαν -δέκα χρόνια μετά- τα υπέροχα αντρικά μαύρα κοστούμια των ηρώων του «Reservoir dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο.

* Το 1992 κοστούμια φορούσαν μόνο οι διάφοροι «Γκέκο-γιάπηδες» της Γουόλ Στριτ. Εως τη στιγμή που εμφανίζονται αυτοί οι κύριοι (Καϊτέλ, Ροθ, Μπουσέμι) με τα ψευδώνυμα «κύριος Ασπρος», «κύριος Μπλε» έως και κύριος... «Ροζ», με τα λευκά πουκάμισα και τα μαύρα γυαλιά και ξανακάνουν τα κοστούμια συνώνυμα του cool. Τους θυμάστε;

Η τεστοστερόνη του φιλμ έπαιξε το ρόλο της, όπως και η κυρία Agnes Β, η σχεδιάστρια του μαύρου κοστουμιού του Χάρβεϊ Καϊτέλ, ο οποίος απουσία χρημάτων ντύθηκε από το... σπίτι του!

* Το κοστούμι του έκανε πάταγο όπως και αυτό του Τζον Τραβόλτα, το 1977, στον «Πυρετό του Σαββατόβραδου», την ταινία σύμβολο των 70'ς. Το κατάλευκο κοστούμι του ήρωά του, του Τόνι Μανέρο, ακόμη υπάρχει σε διάφορες εκδοχές στις ντουλάπες πολλών σημερινών ώριμων κυρίων, που χόρευαν κάθε Σάββατο στην «Μπαρμπαρέλα» της Συγγρού στους ρυθμούς των Bee Gees.

* Ο πρώτος διδάξας στιλ στο σινεμά ήταν φυσικά ο Κάρι Γκραντ. Ολοι τον θυμόμαστε στη «Σκιά των τεσσάρων γιγάντων» του Χίτσκοκ να φορά το υπέροχο γκρι κοστούμι του οίκου Kilgour, στον οποίο ακόμη και σήμερα ράβονται πρίγκιπες και βασιλείς.

Ενα τέτοιο παντελόνι κοστίζει περίπου έξι χιλιάδες ευρώ. Εκείνη την εποχή, δηλαδή το 1959, ο Kilgour είχε πελάτες τους επίσης καλοντυμένους Φρεντ Αστέρ και Ρεξ Χάρισον. Δεκαετίες ολόκληρες οι τζέντλεμεν σε όλο τον κόσμο το αντέγραφαν με τη βοήθεια του ράφτη τους ή του πρετ-α-πορτέ σε φτηνές και ακριβές βερσιόν.

* Αν όλα αυτά δείχνουν μ' έναν τρόπο την επιρροή του κινηματογράφου στην αισθητική και τη μόδα , το «Πρόγευμα στο Τίφανις» του Μπλέικ Εντουαρντς είναι η μόδα αυτοπροσώπως.

Εκτός από το «Κοκό Σανέλ και Ιγκόρ Στραβίνσκι» που περιγράφει τη ζωή της μεγάλης σχεδιάστριας, ταινίες όπως το «American Gigolo», το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» και το «Blow up» άλλαξαν τα δεδομένα στο καθημερινό ντύσιμο της εποχής, εισάγοντας νέες ιδέες. Εκτός από το «Κοκό Σανέλ και Ιγκόρ Στραβίνσκι» που περιγράφει τη ζωή της μεγάλης σχεδιάστριας, ταινίες όπως το «American Gigolo», το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» και το «Blow up» άλλαξαν τα δεδομένα στο καθημερινό ντύσιμο της εποχής, εισάγοντας νέες ιδέες. Η Σανέλ εφηύρε το μικρό μαύρο φόρεμα, αλλά η Χόλι Γκολάιτλι (Οντρεϊ Χέπμπορν) το φόρεσε κάνοντας την εκδοχή του Ζιβανσί το απόλυτο κομμάτι της γυναικείας γκαρνταρόμπας. Επίσης έκανε μόδα και το μακρύ μαύρο φόρεμα, και τις πέρλες (απορρίπτοντας τα διαμάντια πριν τα σαράντα), και τα μεγάλα μαύρα γυαλιά, και τα γάντια... και την μποέμ ζωή της Νέας Υόρκης.

* Οταν η Νέα Υόρκη της Χόλι άλλαξε, στο Μανχάταν εγκαταστάθηκε η Ανι Χολ. Πρωταγωνιστώντας στο «Νευρικό εραστή» του Γούντι Αλεν, η Νταϊάν Κίτον άφησε εποχή ως η ιδανική φιγούρα της μοντέρνας Αμερικανίδας που ζει στο νευρωτικό νεοϋορκέζικο down town.

* Με την Κέιτ Μος να φοράει τα ίδια γιλέκα και να κρατά την Oxford bag της, έχεις την αίσθηση ότι δεν πέρασε ούτε μια μέρα από το 1977, τότε που η Ανι Χολ φόρεσε την ανδρόγυνη Ραλφ Λόρεν γραβάτα της για το ραντεβού με τον αρραβωνιαστικό της Αλβι Σίνγκερ.

Ηταν τόσο επιτυχημένη η ενδυματολογική επιλογή της Κίτον, ώστε εκείνη τη χρονιά η εταιρεία παραγωγής United Artists κυκλοφόρησε σειρά ρούχων υπό τη φίρμα Annie Hall.

Ο Ραλφ Λόρεν χρωστάει μεγάλο μέρος της σημερινής του δόξας σ' εκείνες τις «αντρικά» γυναικείες εμφανίσεις της Ανι Χολ. Μια εικόνα που οι Αμερικανίδες είχαν ξαναδεί προπολεμικά από την Κάθριν Χέπμπορν, στο «Bringing up Baby»!

* Στο μεσοδιάστημα επηρεάστηκαν από μια άλλη βασίλισσα του στιλ. Ηταν ξανθιά, πλατινέ, και την έλεγαν Μέριλιν. Κι εκτός από το μαλλί έκανε μόδα τα ροζ, χάρη σ' ένα τραγούδι!

* Η ταινία ήταν το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» και η Μονρόε ως η ξανθιά του τίτλου τραγουδούσε ντυμένη... κουφέτο το ομώνυμο τραγούδι.

Εκανε τέτοιο πάταγο που πέρα από το ροζ φουστάνι με τα γάντια έκανε μόδα και τις ροζ Κάντιλακ. Λέγεται ακόμη πως η Αμερική επηρεάστηκε τόσο πολύ ώστε οι κουζίνες της αστικής τάξης γέμισαν ροζ ψυγεία που παρήγαγε εξαιτίας της μόδας αυτής η Τζένεραλ Ελέκτρικ. Κορίτσια σαν τη Νικόλ Κίντμαν, την Κάιλι Μινόγκ, την Αν Νικόλ Σμιθ και τη Μαντόνα έχουν κοπιάρει αυτή την εμφάνιση.

* Η Μαντόνα άλλαξε με τη σειρά της την ιστορία της μόδας, γιατί έγινε και αυτή ισχυρό σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Χάρη στις ενδυματολογικές της προτιμήσεις, οι στηθόδεσμοι ξεπρόβαλαν από τα ρούχα και έγιναν βραδινό ένδυμα για το κλαμπ με τη ζώνη Boy Toy απόλυτο αξεσουάρ.

Η φυλή της Μαντόνα

Η ταινία αναφοράς ήταν το «Ψάχνοντας απεγνωσμένα τη Σούζαν», όπου εκτός απ' τα σουτιέν οι γυναίκες έμαθαν το 1985 να σπάνε το total black look με ένα χρυσό πανωφόρι.

Το μαλλί, το σουτιέν, τα λαστιχένια μαύρα βραχιολάκια, οι φιόγκοι, τα τούλια, οι καλτσοδέτες, το μαύρο δερμάτινο μπουφάν και τα υπόλοιπα υιοθετήθηκαν από εκατομμύρια κορίτσια σε ολόκληρο τον κόσμο, και ο τύπος έγραψε για τη λεγόμενη «φυλή» της Μαντόνα.

Ο διάσημος Πολ Γκοτιέ δεν θα ήταν τίποτα αν δεν είχε ντύσει τη Μαντόνα με τα μυτερά σουτιέν και τους κορσέδες του, στην παγκόσμια περιοδεία του '90.

* Η Ευρώπη πέρα από τα αμερικανικά δάνεια έχει και τη δική της ιστορία!

Πριν την παγκοσμιοποιημένη εποχή της Μαντόνα, οι μούσες των Αντονιόνι, Γκοντάρ και Μπουνιουέλ έφτιαχναν το περίφημο στιλ των Swinging Sixties με τις απίστευτες μίνι φούστες της Μέρι Κουάντ και το γυναικείο γυμνό στο «Blow Up» του Αντονιόνι, με το κοντοκουρεμένο μαλλί της Τζιν Σίμπεργκ στο «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ και την «Ωραία της ημέρας» Κατρίν Ντενέβ να φορά το αλά Ιβ Σεν Λοράν αστικό συντηρητικό ένδυμα που υπέκρυπτε τον ερωτισμό μιας πόρνης.

Κι όποιος σαραντάρης δεν θυμάται τη μαμά του με φόρεμα τύπου Α, κοντό αγορίστικο μαλλί και μεγάλα μαύρα γυαλιά, ας ανατρέξει στο οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ... *

Ζητείται νέος μάγος



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (Oimouses.blogspot.com)

Στα πανάκριβα εστιατόρια του Μπέβερλι Χιλς τα στελέχη της χολιγουντιανής βιομηχανίας δεν λένε πλέον ανέκδοτα μόνο για ξανθιές. Τα δημοφιλή αστεία της εποχής έχουν να κάνουν τώρα με την επικείμενη μάχη των εταιρειών στο πεδίο «οικογενειακές ταινίες».

Χρόνια τώρα, ο πόλεμος αυτός είχε νικητή: όχι την Ντίσνεϊ, που ακόμη δεν πιστεύει ότι ηττήθηκε στο βασίλειό της, αλλά την Warner Bros, που χάρη στον «Χάρι Πότερ» έβαλε στα ταμεία της (μέχρι τώρα) τεσσεράμισι δισεκατομμύρια δολάρια!

«Τι θα ήθελε να είναι η Sony αν δεν ήταν η Sony; Η Disney» είναι μια ατάκα στελεχών της Ντίσνεϊ που γελούν, θεωρώντας ότι ήρθε η ώρα να ξανακερδίσουν το έδαφος και τα δολάρια. Ή, μήπως, δεν είναι τόσο απλό; Σε τρεις μέρες η νέα ταινία του μικρού μάγου θα βγει στις αίθουσες. Εξω, στα στούντιο, οι κινηματογραφικοί κολοσσοί ολοκληρώνουν τις προετοιμασίες για τη διάδοχο κατάσταση. Να μερικοί τρόποι:

* Ο «Χάρι Πότερ» πριν γίνει ταινία ήταν ένα παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο. Ανάλογα προσόντα, μικρότερου βεβαίως βεληνεκούς, έχει η σειρά ταινιών που ετοιμάζει η 20th Century Fox με πρωταγωνιστή τον Πέρσι Τζάκσον, ήρωα των βιβλίων «Percy Jackson and the Olympians» του Rick Riordan. Οι περιπέτειές του παραμένουν για εκατό εβδομάδες στη λίστα με τα παιδικά μπεστ σέλερ των «Νιου Γιορκ Τάιμς».

* Ο Πέρσι, κατά τα βιβλία, ζει στο Μανχάταν με τη μητέρα του και είναι ένα κλασικό αμερικανόπουλο έως την ημέρα που διαπιστώνει ότι είναι και γιος του Ποσειδώνα. Το ελληνικό δωδεκάθεο, μαζί με μικρότερους θεούς, Νύμφες και Κύκλωπες έχει μετακομίσει στη Νέα Υόρκη. Οι περιπέτειές του σκηνοθετούνται από τον Κρις Κολόμπους, τον δημιουργό των δύο πρώτων ταινιών της σειράς του «Χάρι Πότερ» και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, εκτός από τον νεαρό Λόγκαν Λέρμαν, θα δούμε τους Πιρς Μπρόσναν, Ούμα Θέρμαν, Σον Μπιν και Μελίνα Κανακαρίδη.

* Ευρωπαϊκές ρίζες έχει και η αντεπίθεση της Sony, η οποία σε συνεργασία με την Paramount θα παρουσιάσει τα Χριστούγεννα του 2011 το πρώτο 3-D animation της τριλογίας «Οι περιπέτειες του Τεν Τεν». Ενας Αμερικανός κι ένας Αυστραλός θα συνεργαστούν για να σπάσουν τα ταμεία.

Ο Τεν Τεν θα έχει σκηνοθέτη τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και παραγωγό τον Πίτερ Τζάκσον, δημιουργό του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών». Τα γυρίσματα έχουν αρχίσει και τη φωνή τους δανείζουν στον νεαρό ρεπόρτερ Τεν Τεν ο Τζέιμι Μπελ και στον αντίπαλό του, τον διαβολικό πειρατή Ρεντ Ράκμαν, ο Ντάνιελ Κρεγκ. Προϋπολογισμός, 200 εκατ. δολ.

Η αντεπίθεση της Ντίσνεϊ

* Για σιγουριά, η Sony επιστρατεύει και έναν χόμπιτ.

Εχοντας εξαγοράσει την MGM, ετοιμάζει δυο ταινίες βασισμένες στο ομώνυμο βιβλίο του Τόλκιν, το οποίο αφηγείται, σε σενάριο Πίτερ Τζάκσον, τις περιπέτειες του πρώτου Δαχτυλιδοκουβαλητή του Μπίλμπο Μπάγκινς, θείου του Φρόντο από τον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών». Ο Ιαν ΜακΚέλεν είναι πάλι ο μάγος Γκάνταλφ και ο Αντι Σέρκις το Γκόλουμ. Εγγύηση για το αποτέλεσμα αποτελεί ο σκηνοθέτης του «Λαβύρινθου του Πάνα» Γκιγέρμο Ντελ Τόρο, ο οποίος σκηνοθετεί εκ παραλλήλου τις δύο ταινίες για να βγουν στις αίθουσες το 2011 και το 2012.

* Η Ντίσνεϊ από την πλευρά της θα επιμείνει αμερικανικά. Μια σειρά ταινιών με ήρωα τον «Lone Ranger», τον μασκοφόρο τιμωρό της Αγριας Δύσης και τον σύντροφό του, τον Ινδιάνο Τόντο, είναι στα σκαριά, με το πρώτο σενάριο ήδη στα χέρια του παραγωγού Τζέρι Μπρουκχάιμερ.

Τον περασμένο μήνα ανακοινώθηκε ότι την πρώτη ταινία θα σκηνοθετήσει ο Μάικ Νιούελ. Μεγάλο ατού της, ότι τον Τόντο θα υποδυθεί ο Τζόνι Ντεπ.

Οσον αφορά τον ίδιο τον Lone Ranger, μυθική φιγούρα της λαϊκής κουλτούρας της Αμερικής από την εποχή των ραδιοφωνικών σίριαλ, ο Τζορτζ Κλούνεϊ λέγεται ότι είναι μια από τις ισχυρές υποψηφιότητες.

* Ο Lone Ranger έρχεται από το παρελθόν, ο Aang από το μέλλον. Η Paramount ανέθεσε στον Νάιτ Σιάλαμαν να γυρίσει την πρώτη ταινία μιας τριλογίας με πρωταγωνιστή τον ήρωα της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς κινουμένων σχεδίων «Avatar: The last Airbender». Το τρέιλερ σου κόβει την ανάσα, χωρίς να σου δίνει το στίγμα της, ούτε καν στοιχεία της υπόθεσης, που είναι η μάχη του ήρωα ενάντια στο Εθνος της Φωτιάς. Στον ρόλο του κακού ο Ντεβ Πάτελ, πρωταγωνιστής του «Slumdog Millionaire».

Ο Aang έχει πιθανότητες να είναι ο επόμενος μάγος του box office. Μπορεί, όμως, και να βουλιάξει εισπρακτικά, ακολουθώντας την ιστορία άλλων φιλόδοξων παραγωγών για όλη την οικογένεια που ήθελαν να γίνουν τριλογίες, αλλά κατετάγησαν απλώς στις μεγάλες απογοητεύσεις: «Lemony Snicket's», «Αστέρι του Βορρά» «Το χρονικό του Σπάιντεργουικ»... *

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Το σινεμά δεν το έκοψε


























Το 1914 ο Τσάρλι Τσάπλιν δημιούργησε τον Σαρλό. Η ταινία ήταν το «Kid auto races at Venice» και ο αλητάκος με το μπαστούνι κάπνιζε αρειμανίως επί επτά λεπτά, από την αρχή ώς το τέλος του φιλμ! Οι επιστήμονες ήταν ακόμα ανυποψίαστοι για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, όσο και οι καπνοβιομήχανοι για τη δύναμη του κινηματογράφου. Ακριβώς πενήντα χρόνια μετά, η επιστημονική κοινότητα εξέπεμψε τα πρώτα SOS. Από τη δεκαετία του '90 που συστηματοποιήθηκε η αντικαπνιστική εκστρατεία, το Χόλιγουντ άρχισε να τηρεί τα προσχήματα. Αλλά αντικαπνιστικές οργανώσεις, ιατρικές έρευνες και πανεπιστημιακές μελέτες εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι αν και τα τσιγάρα στον πραγματικό κόσμο τελούν υπό διωγμό, όσον αφορά τη μεγάλη οθόνη, είναι πάντα εδώ- να 'ναι καλά η γκρίζα διαφήμιση. Στο «Γάμο του καλύτερού μου φίλου» η Τζούλια Ρόμπερτς στενοχωριέται τόσο πολύ που ένας πρώην της παντρεύεται, ώστε ντουμανιάζει μια ολόκληρη ταινία με Marlboro! Είναι γνωστή η παρέμβαση της Χίλαρι Κλίντον, τότε πρώτης κυρίας των ΗΠΑ, που μίλησε για την κακή επιρροή της ταινίας και της πρωταγωνίστριάς της στους νέους. Η νυν υπουργός Εξωτερικών τα είχε βάλει τότε και με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο που ήταν ο... καπνιστής Ρωμαίος Μοντέγος στην αλά Μπαζ Λούρμαν σύγχρονη μεταφορά του σεξπιρικού «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Στις ταινίες του '60, αυτά ήταν απλώς πταίσματα. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο, τότε εμφανιζόταν κάποιος να καπνίζει ή να κρατάει ένα πακέτο τσιγάρο κάθε πέντε λεπτά. Τις δεκαετίες του '70 και του '80 οι σταρ κάπνιζαν λιγότερο (κάθε δέκα με δεκαπέντε λεπτά), αλλά από τη δεκαετία του '90 -οπότε και συστηματοποιήθηκε η αντικαπνιστική εκστρατεία- κάθε τρία λεπτά κάποιος έκανε ένα τσιγάρο. Το 80% των αντρών πρωταγωνιστών στο σύγχρονο σινεμά καπνίζει! Ο κινηματογραφικός καπνιστής είναι λευκός, άντρας, από τη μεσαία τάξη, πετυχημένος , επιθυμητός και υγιής, ενώ μόνο στο 14% των ταινιών η καπνιστική συνήθεια είναι φορτισμένη αρνητικά. Βεβαίως στο σινεμά, οι σταρ άναβαν πάντοτε στα δύσκολα ένα τσιγάρο! Μόλις όμως οι καπνοβιομηχανίες κατάλαβαν τη δύναμη της εικόνας, το κάπνισμα επί της οθόνης έγινε σχεδόν απαραίτητο. Συχνά μια συμφωνία «έτρεχε» μεταξύ μιας μεγάλης καπνοβιομηχανίας και ενός μεγάλου στούντιο ή μιας μεγάλης ντίβας. Ετσι, το σινεμά κάπνισε επ' αμοιβή, πολύ νωρίς, αμέσως μόλις «μίλησε»: στον «Τραγουδιστή της τζαζ», την πρώτη ομιλούσα ταινία, ο πρωταγωνιστής Αλ Τζόλσον έβρισκε τον καπνό του Lucky Strike εξαιρετικό. Πέρασε ένας αιώνας, αλλά το σινεμά συνέχιζε να καπνίζει, η συνήθης αλλαγή ήταν απλώς ζήτημα μάρκας. Παλιά κυριαρχούσαν τα Lucky Strike, τα Camel, τα Chesterfield και τα Winston, μετά ήλθαν για να μείνουν τα Marlboro. Οι έρευνες έδειξαν ότι το να καπνίζει ο Τσάρλι Τσάπλιν κάνει το κάπνισμα συμπαθητικό, το να φυσά τον καπνό η Λορίν Μπακόλ, τον κάνει σέξι, το να κρατάει ένα τσιγάρο ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ το μετατρέπει σε σύμβολο ανδρισμού και ο Τζέιμς Ντιν το κάνει σύμβολο επαναστατικότητας. Οι καπνοβιομηχανίες χρησιμοποίησαν το Χόλιγουντ για να πετύχουν διείσδυση στα λαϊκά στρώματα, το μεγάλο τους κοινό, και η ιστορία του κινηματογράφου είναι γεμάτη ονόματα που διαφήμισαν αμέσως ή εμμέσως το κάπνισμα επί χρήμασι. Πόλεμος μεταξύ σταρ και βιομηχανιών Περίπου δέκα χιλιάδες δολάρια πήραν για να καπνίσουν στις ταινίες και στις δημόσιες εμφανίσεις τους Lucky Strike οι Γκάρι Κούπερ, Σπένσερ Τρέισι, Κλαρκ Γκέιμπλ, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Λορίν Μπακόλ, Κάρολ Λόμπαρντ. Και έχει βρεθεί το συμβόλαιο του πρώτου μεγάλου σταρ του Χόλιγουντ, του Ντάγκλας Φέρμπανκς, που τα διαφήμισε, όπως και του σκηνοθέτη Κινγκ Βίντορ. Η Μάρλεν Ντίτριχ πόζαρε για τη διαφήμιση των Lucky Strike, παγιώνοντας την εικόνα της μοιραίας γυναίκας με το τσιγάρο στο στόμα. Εκείνη την εποχή τα Lucky Strike γίνονταν σπόνσορες σε δημοφιλείς ραδιοφωνικές εκπομπές, στις οποίες σταρ σαν την Μπακόλ εξομολογούνταν ότι τις χαλαρώνουν ή ότι τα καπνίζουν γιατί έχουν υπέροχη γεύση. Μέχρι και ο Φρανκ Σινάτρα ενέδωσε το '50 σε διαφήμιση που έλεγε ότι «εγκρίνει» τα Lucky Strike, τα οποία απογειώθηκαν σε πωλήσεις και ανάγκασαν τους ανταγωνιστές τους να απαντήσουν δυναμικά. Η L&Μ Tobacco Company προσέλαβε τον Κερκ Ντάγκλας για να διαφημίσει τα Chesterfield. Οσο για τον Ρόναλντ Ρίγκαν, εμφανίστηκε σε χριστουγεννιάτικη διαφήμιση να τυλίγει τα Chesterfield σε χαριτωμένα δεματάκια. Το 1948, πρόσωπο των Chesterfield, εκ μετεγγραφής, έγινε ο Γκάρι Κούπερ. Η αντεπίθεση ανέβασε τις πωλήσεις: Μπομπ Χόουπ, Μπινγκ Κρόσμπι, Γκλεν Φορντ, Γκρέγκορι Πεκ, Τζέιμς Στιούαρτ, Τάιρον Πάουερ και η Λουσίλ Μπολ, που είχε σπόνσορα για το δικό της σόου την Phillip Morris , έκαναν εξαιρετικά δημοφιλή τα τσιγάρα από τη Βιρτζίνια. Λέγεται μάλιστα για τη Λούσι πως έβαζε μέσα στα πακέτα των τσιγάρων Phillip Morris τα αγαπημένα της Chesterfield και κάπνιζε από τηλεοράσεως ακόμη και έγκυος. Βλέπετε, το 1952 ο κόσμος είχε μπροστά του άλλα δεκαπέντε χρόνια αθωότητας. Στην άλλη πλευρά του ωκεανού, την ίδια εποχή, η Μπριζίτ Μπαρντό έδινε πόντους στη σεξουαλική διάσταση του καπνίσματος δηλώνοντας ότι νιώθει «γυμνή χωρίς τσιγάρο» και ο Μπελμοντό έπαιζε σε ταινίες του Γκοντάρ καπνίζοντας επί της οθόνης το τσιγάρο σύμβολο της νουβέλ βαγκ, τα Gauloises. Στους ίδιους χώρους σύχναζε και ο Σερζ Γκενσμπούργκ, ο οποίος τραγουδούσε κρατώντας ανάμεσα στα δάχτυλα ένα μισοτελειωμένο Gitanes. Η κινηματογραφική Ευρώπη ενέταξε το τσιγάρο στην κουλτούρα της. Κανείς δεν πλήρωσε τον Γκοντάρ και την υπόλοιπη νουβέλ βαγκ , αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Χτίστηκε μια μοδάτη συνήθεια, γεμάτη απ' αυτό το δάνειο γοητείας που ο σύγχρονος κόσμος προσπαθεί να ξηλώσει, με αγαρμποσύνη νεοφώτιστου πολλές φορές. Θύμα έως και ο κύριος Ιλό, ο Ζακ Τατί δηλαδή, που κρατούσε πενήντα τόσα χρόνια ανέγγιχτη στο στόμα την κινηματογραφική του πίπα έως φέτος που του την αφαίρεσαν από τις αφίσες μιας ρετροσπεκτίβας , βάζοντας στη θέση της ένα παιδικό μύλο, χάριν της πολιτικής ορθότητας. Οι αντικαπνιστές αντεπιτίθενται Το '50 το τσιγάρο για το σινεμά ήταν απλώς διαφημιστικό κέρδος. Κανείς δεν μπορούσε να στηρίξει επιστημονικά τις τρομακτικές διαπιστώσεις που έκανε το '70 η ιατρική, σημαίνοντας την αρχή της ευθύνης για τη βιομηχανία του θεάματος, απέναντι στο κοινό της. Ουδείς ενοχλούνταν από το γεγονός ότι ο Ντικ Πάουελ, ο Φρεντ Αστέρ, ο Χένρι Φόντα και ο Τζον Γουέιν διαφήμιζαν τα τσιγάρα Camel. Το τσιγάρο ήταν σήμα κατατεθέν και για τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, που είχε πάντα ένα κρεμασμένο στα χείλη σε όλες τις ταινίες του. Αυτός διαφήμισε τα Winston μαζί με τους τηλεοπτικούς Φλίνστοουνς και τα έκανε νούμερο ένα στην Αμερική από το 1966 έως το 1972. Στη δεκαετία του '80 τα πράγματα είχαν αλλάξει. Το Χόλιγουντ πιέστηκε από την αλλαγή στάσης του κόσμου απέναντι στο τσιγάρο κι άρχισε να το απαρνιέται. Η Ρίτα Χέιγουρθ με το πιπάκι της ήταν πια παρελθόν, η σεξουαλικότητα στο σινεμά έπρεπε να επαναπροσδιοριστεί! Το «Βασικό Ενστικτο» απέδειξε ότι το ζήτημα δεν ήταν τόσο απλό. Η Σάρον Στόουν την ώρα που σταυρώνει τα πόδια αφήνοντας ακάλυπτα όσα δεν έπρεπε, καπνίζει ένα τσιγάρο. Κι ο Τζον Τραβόλτα καπνίζει σε κάθε ταινία του κι ας έχει γίνει μαύρο πανί. Σβαρτσενέγκερ, Σταλόνε και Γουίλις επιμένουν κινηματογραφικά ότι ο «μάτσο» άντρας ανάβει πού και πού ένα τσιγάρο. Οι αντικαπνιστικές οργανώσεις αποκάλυψαν συμβόλαιο μισού εκατομμυρίου δολαρίων του Σταλόνε με καπνοβιομηχανία, προκειμένου να καπνίζει τα προϊόντα της σε πέντε ταινίες. Καταγγέλλουν ακόμη ότι συνειδητά το Χόλιγουντ επιτρέπει την γκρίζα διαφήμιση σε ταινίες για παιδιά και εφήβους, όπως το «Ποιος παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ», «Μόνος στο σπίτι 2» ή το «Superman ΙΙ», στο οποίο η κοπέλα του υπερήρωα, η γνωστή Λόις καπνίζει Μάρλμπορο. Το αυτό συμβαίνει στους «Αντρες με τα μαύρα», όπου χαριτωμένοι εξωγήινοι καπνίζουν την ίδια μάρκα, κάνοντας σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες να φαίνεται το κάπνισμα κουλ! Το Χόλιγουντ απαντά ότι πλέον οι «καλοί» καπνίζουν είτε λόγω εποχής («Μαύρη Ντάλια» κ.λπ.) είτε όταν αυτό είναι σεναριακά απαραίτητο. Και ο οργανισμός Motion Pictures Association , που χαρακτηρίζει τις ταινίες κατάλληλες ή ακατάλληλες, αποφάσισε να συμπεριλάβει το κάπνισμα στα κριτήριά του. Η Ντίσνεϊ είναι το μοναδικό προς το παρόν μεγάλο στούντιο, που λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα των ταινιών του, ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει καθολική απαγόρευση του καπνίσματος. Η τηλεόραση έχει τα δικά της άλλοθι. Στην πολύ πετυχημένη σειρά του '90 «Χ-Files», καπνιστής ήταν ο cancer-man, ένας μυστηριώδης, στα όρια της νομιμότητας τύπος , που βάζει τρικλοποδιές στον πράκτορα Μόλντερ. Και στο χιτ του 2000, το «Sex and the city», ένας εραστής τής Κάρι απειλεί ότι θα την εγκαταλείψει αν δεν κόψει το τσιγάρο. Είναι όλοι υποκριτές, απάντησε το λεγόμενο ανεξάρτητο σινεμά, με τον Τζιμ Τζάρμους να γυρίζει το «Καφές και Τσιγάρα», τον Γουέιν Γουάνγκ το «Καπνός», τον Πολ Οστερ το «Λίγος καπνός ακόμα», τον Τζον Τορτούρο το «Απιστίες και τσιγάρα», τον Τζέισον Ράιτμαν το «Thank you for smoking» και τον Τζόελ Κοέν τον «Ανθρωπο που δεν ήταν εκεί»! Πάντως, όταν κορυφαίος καθηγητής Ιατρικής από το Χάρβαρντ κλήθηκε να σχολιάσει τη σύγχρονη κινηματογραφική εικόνα του καπνιστή, δήλωσε ότι οι απόψεις μπορεί να συνεχίσουν να διίστανται, αλλά οι καπνιστές θα εξακολουθήσουν να πεθαίνουν.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Hollywood goes to Cannes



Οσο και αν το περίφημο ευρωπαϊκό φεστιβάλ σνομπάρει την αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία, δεν παύει να προσβλέπει στη λάμψη των αστέρων και στην τεράστια αγορά της

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ των Κανών, Τιερί Φρεμό, δεν ανησυχεί για το γεγονός ότι ο αμερικανικός κινηματογράφος αντιπροσωπεύεται στο διαγωνιστικό τμήμα της 62ης, διοργάνωσης από μόνο μία ταινία, το «Απόλυτοι μπάσταρδοι» του Κουέντιν Ταραντίνο. Στο κάτω κάτω, αυτός μαζί με τον πρόεδρο, τον παλαίμαχο Ζιλ Ζακόμπ, είναι πίσω από τις επιλογές των ταινιών.

Αντιθέτως, αν και δεν ακούγεται πολύ... καλλιτεχνικό, ο μεσιέ Φρεμό σχεδόν τα έχει βάψει μαύρα για την απουσία από το λόμπι και τις σουίτες του ξενοδοχείου «Κάρλτον», των στελεχών της JP Morgan, της Citigroup, της Atticus Capital και της Texas Pacific group. Οι μισές από αυτές τις εταιρείες-κολοσσούς δεν υπάρχουν πια και οι άλλες είναι υπό κρατική επιτήρηση!

Ως εκ τούτου η Αμερική, που αγόραζε και πούλαγε ταινίες στο μεγαλύτερο κινηματογραφικό παζάρι του κόσμου, φέτος θα είναι πολύ προσεκτική με τα χρήματά της. Αυτός είναι ένας πολύ καλός λόγος για να ανησυχεί ο κ. Φρεμό, ο οποίος γνωρίζει ότι οι 53 ταινίες που θα λάβουν μέρος στο επίσημο κομμάτι του φεστιβάλ είναι απλώς το πρεστίζ και το καλλιτεχνικό προφίλ του. Ολα τα υπόλοιπα είναι οι 4.300 ταινίες που θα αναζητήσουν αγοραστές και διανομείς στις πίσω αίθουσες, στη λεγόμενη διεθνή αγορά ταινιών.

Αυτό είναι μόνο ένα μέρος της «αμερικανικής ιδιαιτερότητας» των Κανών, οι οποίες σνομπάρουν το χολιγουντιανό σινεμά, αλλά θέλουν το αμερικανικό χρήμα· οι οποίες, ακόμη, βραβεύουν με Χρυσό Φοίνικα τον Γκας Βαν Σαντ αλλά στην τελετή έναρξης προβάλλουν τον «Κώδικα Ντα Βίντσι»· οι οποίες εκτιμούν αφάνταστα τον Ντέιβιντ Λιντς αλλά περιμένουν με αγωνία και την παρουσία του Ζαν-Κλοντ βαν Νταμ, της Σάρον Στόουν, της Πάμελα Αντερσον και του Μπιλ Κλίντον.

Πώς γίνεται, κάθε χρόνο, η παντρειά όλου αυτού του γκλάμουρ και του life style με τους αδερφούς Νταρντέν, τον Νάνι Μορέτι και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο; «Μόνο οι Γάλλοι και το χρήμα μπορούν να το κάνουν» έγραφε ο «Independent», με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα, στο γαλλικό θέρετρο, της χολιγουντιανής «Συμμορίας των 13» του Στίβεν Σόντεμπεργκ, παλιού νικητή του φεστιβάλ, ο οποίος έχει γίνει πια και του... εμπορικού!

Η αλήθεια είναι ότι η αμερικανική βιομηχανία του θεάματος ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στις Κάνες, και τότε που το αρνιόταν μετ' επιτάσεως, και τώρα που απλώς δεν το λέει δυνατά. Οπως φάνηκε και από εκείνο το πρωινό του Μαΐου του 1954, που ο Ρόμπερτ Μίτσαμ κάλυψε, παρουσία φωτογράφων στην Κρουαζέτ, τα στήθη της στάρλετ Σιμόνε Σίλβα, της πρώτης ωραίας που ξεγυμνώθηκε για να γίνει σταρ.

Η διάσημη φωτογραφία του Ρόμπερτ Μίτσαμ με τη στάρλετ Σιμόνε Σίλβα στην Κρουαζέτ. Η διάσημη φωτογραφία του Ρόμπερτ Μίτσαμ με τη στάρλετ Σιμόνε Σίλβα στην Κρουαζέτ. Ο τότε ισχυρός άνδρας του φεστιβάλ Ρομπέρ Φαβρ λε Μπρε έδιωξε κακήν κακώς τη Σίλβα από τις Κάνες (μετά και την αποτυχία της στο Χόλιγουντ αυτοκτόνησε), διότι οι αμερικανοί παραγωγοί μαζί με την Γκρέις Κέλι αποφάσισαν να φύγουν και να μποϊκοτάρουν το «αίσχος» των Κανών, φοβούμενοι την επιστροφή στην πατρίδα και τον κραταιό τότε Κώδικα Χέιζ.

Αγωνιώντας κυρίως για τα υπέροχα δολάρια που θα έφευγαν μαζί τους, ο Λε Μπρε ξεκίνησε αμέσως διαπραγματεύσεις για να τους πείσει να μείνουν.

Την άλλη χρονιά, που ξεγυμνώθηκε στην Κρουαζέτ η Μπριζίτ Μπαρντό, ο πρόεδρος του Φεστιβάλ δεν ενοχλήθηκε καθόλου. Δύο παραδόσεις είχαν γεννηθεί, ευνοώντας τη εδραίωση των Κανών: η παρουσία και ο πρωταγωνιστικός ρόλος των φωτογράφων και οι γυμνές στάρλετ της Κρουαζέτ, τις οποίες ανταγωνίστηκαν μεγάλα ονόματα και εξ Αμερικής, όπως η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Τζέιν Μάσφιλντ, η Κιμ Νόβακ, ακόμη και η Ντόρις Ντέι.

Το Χόλιγουντ είχε φτάσει στις Κάνες ήδη πριν από τον πόλεμο. Το 1939 είχαν ήδη σταλεί οι κόπιες του «Μάγου του Οζ» και του «Μόνο οι άγγελοι έχουν φτερά», μαζί με τους Μέι Γουέστ, Γκάρι Κούπερ και Νόρμα Σίρερ.

Μετά τον πόλεμο, στα πρώτα χρόνια του φεστιβάλ, το γαλλικό κράτος, για να προσελκύσει παραγωγούς και αστέρες του Χόλιγουντ αλλά και για να ανταποδώσει την οικονομική βοήθεια που λάμβανε από την Αμερική, προσέφερε πολλές διευκολύνσεις και προνόμια στους Αμερικανούς.

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται

Μέχρι που επέτρεπε να καταπλεύσει στην παραλία των Κανών σκάφος του αμερικανικού στόλου, το οποίο διοργάνωνε και πάρτι προσκαλώντας διασημότητες, Αμερικανούς και μη, σε μίνι κρουαζιέρες στην Κυανή Ακτή.

Ηδη από το 1949, εκλεκτοί του σινεμά και του χρήματος από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού επισκέπτονταν τον Μάιο την πόλη. Ο Ορσον Ουέλς, ο Τάιρον Πάουερ, ο Ερολ Φλιν, η Νόρμα Σίρερ ήταν μόνο μερικοί από τους αμερικανούς αστέρες που βρέθηκαν στο κοσμοπολίτικο θέρετρο και ήπιαν και μια σαμπάνια πάνω στο καταδρομικό υπογράφοντας αυτόγραφα στους ναύτες.

Κάτοικοι των Κανών και ιθύνοντες του φεστιβάλ, πάντως, σταμάτησαν με διαμαρτυρίες και διαβήματα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία επικαλούμενοι την καλλιτεχνική φύση των εκδηλώσεων!

Στην ουσία οι αμερικανοί φαντάροι έφυγαν υπό την πίεση του διπολικού κόσμου που σχηματιζόταν, ενώ οι αμερικανοί τραπεζίτες και παραγωγοί έμειναν, γιατί έπρεπε να αναπτυχθεί ο εμπορικός χαρακτήρας μιας διοργάνωσης που είχε μεν καλλιτεχνική φύση αλλά και εμπορικό σκοπό.

Οι Κάνες πάτησαν πάνω στους Αμερικανούς και οι Αμερικανοί πάτησαν πάνω στις Κάνες. Και οι δυο έκαναν τη δουλειά τους. Γι' αυτό και το Μάη του '68, ο Φαβρ λε Μπρε, επενέβη πάλι υπέρ των Αμερικανών, αρνούμενος να διακόψει τις εργασίες του φεστιβάλ, παρά τα γεγονότα του Παρισιού.

Επικαλέστηκε τον διεθνή του χαρακτήρα, που δεν έπρεπε να επηρεαστεί από μια... εσωτερική γαλλική υπόθεση! Ολοι ήξεραν, όμως, ότι δεν ήθελε να διακόψει τις εργασίες της αγοράς ταινιών και να δυσαρεστήσει τους μεγαλοπαραγωγούς του Χόλιγουντ, που έκαναν μπίζνες στα παρασκήνια.

Το φεστιβάλ διεκόπη, αλλά οι Αμερικανοί ξανάρθαν του χρόνου, φροντίζοντας να στέλνουν πάντοτε τα μεγαλύτερα αστέρια τους, συντηρώντας σιωπηρά τη μυθολογία γύρω από το μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου.

Ποτέ τα μεγάλα στούντιο δεν επιχείρησαν συστηματική διείσδυση στο διαγωνιστικό τμήμα των Κανών, έστελναν μάλιστα τις ταινίες τους να προβληθούν εκτός συναγωνισμού μόνο εάν είχαν κάνει ήδη τον κύκλο τους στις αμερικανικές αίθουσες. Διότι, από τη δεκαετία του '50, φοβόντουσαν την απόρριψη του κοινού των Κανών και το γιουχάισμα την ώρα της προβολής. Για μια ταινία που κόστιζε πολλά εκατομμύρια δολάρια εξίσου επικίνδυνες ήταν και οι επευφημίες που θα συνόδευαν τον χαρακτηρισμό της ως καλλιτεχνικής! Διότι και τα δυο, στο Ντάλας, δεν θα έκοβαν εισιτήρια...

Το Χόλιγουντ επέλεξε τον δικό του τρόπο. Αν εξαιρέσεις συμμετοχές που δεν είχαν και καμιά τύχη, όπως το υπέροχο «Λος Αντζελες Εμπιστευτικό» με την Κιμ Μπέισινγκερ το 1997, συνέχισε να σκέπτεται οικονομικά κι έκανε περίπου θεσμό τις παγκόσμιες πρεμιέρες. Μεγαλύτερη δωρεάν ή και πληρωμένη διαφημιστική καμπάνια δεν θα μπορούσε να γίνει πουθενά.

Χιλιάδες δημοσιογράφοι μεταδίδουν εικόνα, ήχο κι εντυπώσεις από την ταινία που προβάλλεται πρώτη φορά στο φεστιβάλ. Για όσους δεν θυμούνται, το «Μουλέν Ρουζ» του Μπαζ Λούρμαν, με τη Νικόλ Κίντμαν, έκανε πρεμιέρα στο 54ο Φεστιβάλ των Κανών, η «Τροία» του Βόλφγκανγκ Πίτερσεν, με τον Μπραντ Πιτ, στο 57ο, το σίκουελ του «Μάτριξ» στο 53ο, και πέρυσι έγινε χαμός με τον «Κώδικα Ντα Βίντσι».

Και η Αντζελίνα παρούσα

Εχει τόσο μεγάλη διεθνή απήχηση αυτή η διαδικασία, που ο Πίτερ Τζάκσον πρόβαλε στις Κάνες ένα εικοσάλεπτο από τον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών» πριν καν ολοκληρωθούν τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας της τριλογίας του.

Σε παγκόσμια πρώτη προβλήθηκε στις Κάνες το τρέιλερ του «Καρχαριομάχου», της ταινίας κινούμενων σχεδίων της Dreamwork, το οποίο συνόδευαν οι Γουίλ Σμιθ και Αντζελίνα Τζολί, που δάνειζαν τις φωνές τους στην ταινία. Και φέτος, οι Κάνες ανοίγουν με το «UP», το νέο animation της Pixar.

Οπως έγραψαν παλιά οι «Los Angeles Times», είχαν πολλούς λόγους οι Κάνες και το Λος Αντζελες να γίνουν αδελφές πόλεις, και έγιναν. Η Αμερική εξάλλου μετράει 15 Χρυσούς Φοίνικες! Ναι, κυρίως από το ανεξάρτητο σινεμά. Αλλά από εκεί δεν αλιεύει νικητές πλέον και ο θείος Οσκαρ; *

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Δεν έχει τον Θεό του



Ο σκηνοθέτης του «Μπόρατ» παρουσιάζει μια νέα ταινία που σαρκάζει τις θρησκείες
Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

Ο Τόμας Τζέφερσον, εκ των θεμελιωτών του αμερικανικού έθνους και τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ, θεωρούσε τους φάρους πιο χρήσιμους από τις εκκλησίες και δεν δίστασε να το πει δημοσίως, το 1776, τότε που συνέτασσε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

Πέρσι, ο διάσημος αμερικανός κωμικός Μπιλ Μάερ υπενθύμιζε στους συμπολίτες του ότι η θρησκεία δεν ήταν ούτε κατά τον Τζέφερσον, ούτε κατά τον Φραγκλίνο θεμέλιο του έθνους.

Οι αντιδράσεις τους μαζί με άλλα πολλά έγιναν ταινία, το «Religulous», την οποία σκηνοθέτησε ο δημιουργός του «Μπόρατ», Λάρι Τσαρλς. Και σε λίγες μέρες θα προβληθεί στη χώρα μας.

Ο Μάερ, ένας τύπος που αυτοσαρκάζεται για το ρεκόρ υποψηφιοτήτων που έχει στα τηλεοπτικά βραβεία ΕΜΜΥ αλλά χωρίς να έχει πετύχει καμία νίκη, ταξιδεύει σε θρησκευτικά κέντρα στην Αμερική και αλλού και αφού ανακαλύπτει ό,τι πιο φανατικό ή πιο περίεργο υπάρχει σε θρησκευτικό εκπρόσωπο των βιβλικών θρησκειών, του παίρνει συνέντευξη ή τον προβοκάρει.

«Ανθρωπος που έζησε μέσα σε ψάρι; Φίδι που μιλάει; Τα πιστεύετε αυτά;» ρωτάει κάποιον εμφανώς όχι συνηθισμένο ιερωμένο και εισπράττει απαντήσεις για τον Ιωνά και τον όφι που προκαλούν γέλιο αν μπορείς να αντιληφθείς ότι βλέπεις μια ταινία, δήθεν θρησκευτικό ντοκιμαντέρ, της οποίας οι δημιουργοί είχαν στόχο, με βάση τον δικό τους αγνωστικισμό, να καταδικάσουν ή να γελάσουν με τα θρησκευτικά άκρα.

Χριστιανοί κάθε προτεσταντικής υποκατηγορίας, μορμόνοι, ρωμαιοκαθολικοί, εβραίοι φανατικοί, σαϊεντολόγοι και μουσουλμάνοι σατιρίζονται μέσα από την προβοκάτσια του Μάερ, ο οποίος επιλέγει για συνομιλητές του κάτι απίστευτους τύπους που λένε ό,τι να 'ναι: από το ότι μπορούν να «σώσουν» τους γκέι, μέχρι ότι αποτελούν τη μετενσάρκωση του Ιησού ή ότι η Αλάσκα είναι ο τόπος στον οποίο θα ζήσουν μετά τη Δευτέρα Παρουσία οι καλοί χριστιανοί.

Δεν του γλιτώνει του Μάερ ούτε η μάνα του, μια εβραία που μεγάλωσε έναν γιο με τα ρωμαιοκαθολικά πιστεύω του πατέρα του για να γίνει τελικώς αγνωστικιστής. Ο Μάερ δεν στέκεται μόνο στην αμερικανική ιδιαιτερότητα: στο θεματικό, αλά Ντίσνεϊ, πάρκο της Γέννησης στο Ορλάντο, στο θρησκευτικό κέντρο των Μορμόνων, το Σολτ Λέικ Σίτι ή στο μουσουλμανικό γκέι μπαρ «Habibi Ana».

Φτάνει έως το Βατικανό και την Ιερουσαλήμ, αλλά και στο πιο διάσημο δημόσιο Βήμα του Δυτικού Κόσμου, στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου, μόνο και μόνο για να γράψει με την κάμερά του τα πιο τρελά πράγματα που μπορεί ν' ακούσει ή να δει κανείς από εκπροσώπους θρησκειών! Οπως έναν Μορμόνο που είναι σίγουρος ότι στο Μισούρι θα είναι ο Παράδεισος μετά τη Δευτέρα Παρουσία ή έναν σαϊεντολόγο που είναι πεπεισμένος ότι τα Θέιταν (από το ελληνικό θήτα), οι ψυχές δηλαδή, υπήρχαν τρισεκατομμύρια χρόνια πριν, ενώ το σύμπαν μόνο κάτι δισεκατομμύρια χρόνια.

Στο Βατικανό βιντεοσκοπεί δύο ιερείς που γελούν με τις διδασκαλίες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί Κολάσεως. Φραγκισκανός μοναχός τού λέει ότι η Βίβλος επιτρέπει την ομοφυλοφιλία και ένας προτεστάντης πάστορας, πρώην ομοφυλόφιλος, τον ανατρέπει, υποστηρίζοντας ότι είναι ειδικός στο να τη θεραπεύσει. Ενας άλλος υποστηρίζει ότι έχει βρει το γονίδιο που δημιουργεί τη συγκεκριμένη «ανωμαλία». Σατανιστές ιερείς, ραβίνοι και ιμάμηδες προσφέρουν επίσης άφθονο γέλιο με τις υπερβολές ή τις ανοησίες τους.

Οι Μάερ και Τσαρλς εισέπραξαν θετικές κριτικές για την ταινία τους. Ο διάσημος Ρότζερ Εμπερτ των «Chicago Sun Times» παραβλέπει τη βασική αντίρρηση, ότι δηλαδή κατέταξαν τον κόσμο σε δύο μόνο ομάδες, θρησκευόμενους και μη, με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν φανατικοί, και επικροτεί την ιδέα και την εκτέλεσή της υπό την οπτική της σάτιρας. Το σίγουρο, λέει, είναι ότι γελάς, αν και μπορείς εύκολα και να τη μισήσεις: Αν αφορά τη θρησκεία σου ή αν την πάρεις στα σοβαρά...*