Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Η Χιονάτη είναι μαύρη





Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

Η πριγκίπισσα Τιάνα, αν και μαύρη, μέσα στον ολόλευκο κόσμο της αγγλοσαξονικής Αμερικής, έκανε εμφάνιση περιζήτητης ντεμπιτάντ, την προηγούμενη εβδομάδα, στη Νέα Υόρκη! Το πάρτι λεγόταν «Παγκόσμια έκθεση παιχνιδιού» και η Τιάνα ήταν το ακριβότερο στολίδι του: η μαύρη πριγκίπισσα, που η Ντίσνεϊ δημιούργησε για να πρωταγωνιστήσει στη νέα της ταινίας κινουμένων σχεδίων με τίτλο «Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος».


-Τυχαίο που αυτή την εποχή και οι πραγματικοί αμερικανοί πρίγκιπες, οι Ομπάμα, είναι μαύροι;

Τυχαίο, λέει η Ντίσνεϊ, που βεβαιώνει ότι είχε σχεδιάσει την ηρωίδα μήνες πριν από την εκλογή.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, οι Ομπάμα είναι εδώ και το πολιτικώς ορθό άλλαξε από τη δεκαετία του '30 που λάτρευε την πάλλευκη Χιονάτη και δεν είχε πρόβλημα με την Κου Κλουξ Κλαν. Η εταιρεία που ακόμη και σήμερα της αποδίδονται κατηγορίες για ρατσισμό και προτεσταντικού τύπου ηθικολογία μοιάζει να ανακρούει πρύμναν, αλλά, όχι εντελώς. Ο... βάτραχος της ταινίας της όταν γίνεται πρίγκιπας είναι πιο άσπρος κι από τη Χιονάτη, την πρώτη πριγκίπισσα της σειράς (1937).

Η ιστορία της Τιάνα διαδραματίζεται στη Λουιζιάνα τη δεκαετία του '20, με την τζαζ να στήνει το απαραίτητο μουσικό σκηνικό για το μιούζικαλ. Η Τιάνα ζει στο γαλλικό κομμάτι της Νέας Ορλεάνης και εργάζεται ως καμαριέρα. Στην πόλη φθάνει ο πρίγκιπας Ναβίν της Μαλδονίας για να συναντηθεί με έναν μάγο. Η συνάντηση κρίνεται εξαιρετικά ανεπιτυχής εκ τους αποτελέσματος, κοινώς ο ωραιότατος πρίγκιπας γίνεται βάτραχος.

Το κλασικό παραμύθι έλεγε ότι αρκούσε το φιλί από μια ωραία για να λυθούν τα μάγια. Εδώ τα πράγματα εξελίσσονται αλλιώς: Η Τιάνα φιλάει το βάτραχο και γίνεται... βατραχίνα. Οι δυο τους θα ζήσουν μια υπέροχη περιπέτεια, η οποία για την Ντίσνεϊ αποτελεί ήδη, μήνες πριν προβληθεί στις αίθουσες, οικονομική επένδυση εκατομμυρίων.

Το χρώμα του κέρδους

Η κούκλα, η οποία βγήκε την περασμένη εβδομάδα στην αγορά της Νέας Υόρκης, θα της αποφέρει κέρδη που δεν ήλθαν λόγω της οικονομικής κρίσης από την πτώση των πωλήσεων των άλλων προϊόντων της. Η Τιάνα στην αρχή λεγόταν Μάντι, αλλά άλλαξε όνομα γιατί στη Νέα Ορλεάνη το όνομα αυτό είναι συνδεδεμένο με τη δουλεία. Φημολογείται ότι μάλλον θα αλλάξει και επάγγελμα, αφού μια μαύρη καμαριέρα λίγες δεκαετίες πριν στο Νότο ήταν σκλάβα. Με την Τιάνα, η Ντίσνεϊ αύξησε τις πριγκίπισσές της σε εννιά. Οι προηγούμενες οκτώ, από το 2000 που άρχισαν να παρουσιάζονται ως «Πριγκίπισσες της Ντίσνεϊ», της έχουν αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια. Τα εμπορικά μυαλά της εταιρείας σκέφτηκαν ότι η συγκυρία και η στατιστική ήταν με την Τιάνα: η πλειονότητα των Αμερικανών σε τριάντα χρόνια θα είναι έγχρωμοι. Ούτως ή άλλως, το θέμα του χρώματος της νέας ηρωίδας επισκίασε το μεγάλο πρόβλημα όλων των πριγκιπισσών, δηλαδή το πόσο αναχρονιστική είναι η ύπαρξή τους ακόμη και στα παραμύθια: Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» το 2006 είχαν θέσει το ζήτημα ξεκάθαρα. «Σε ποια χώρα και σε ποια εποχή αποκαλούμε ακόμη τις κόρες μας πριγκίπισσες»;

Η Ντίσνεϊ απαντά ρεαλιστικά, με αριθμούς: Το 2001 οι πριγκίπισσες έφεραν στην εταιρεία 300 εκατομμύρια δολάρια, το 2006 πάνω από τρία δισεκατομμύρια δολάρια και το 2007 κοντά στα τέσσερα. Η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα, η Ορόρα από την «Ωραία Κοιμωμένη», η Αριελ ως «Μικρή Γοργόνα», η Μπελ από το «Η Ωραία και το τέρας», η Γιασμίν από το «Αλαντίν», η Ποκαχόντας και η Μουλάν αγαπήθηκαν από τα παιδιά κι αυτό, κατά την άποψή τους, δεν έχει να κάνει με την πολιτική.

Φυσικά και δεν είναι έτσι, ακόμη και η Ντίσνεϊ το ξέρει, αρκεί να δεις τις τελευταίες της πριγκίπισσες που όλο και αλλάζουν χρώμα δέρματος. Οι δημιουργοί τους συνειδητά προέταξαν την πολυπολιτισμική ταυτότητα της Αμερικής -και για τους Αμερικανούς και για τις μεγάλες αγορές του κόσμου. Πέτυχαν το στόχο; Η ιθαγενής Ποκαχόντας, η αραβικής καταγωγής Γιασμίν και η Κινέζα Μουλάν έκοψαν απίστευτο αριθμό εισιτηρίων. Αλλά αν ρωτήσεις τις αμερικανιδούλες, προτιμούν την πριγκίπισσα Αριελ ή την Ορόρα. Και η Κίνα αδιαφόρησε για τη Μουλάν.

Η Αμερική παραμένει λευκή και τα κοριτσάκια, ό,τι κι αν λένε οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», προτιμούν τις πριγκίπισσες. Κάθε καλή μαμά ξέρει ότι η πιο δημοφιλής κούκλα της κόρης της είναι μια πριγκίπισσα: η εξερευνήτρια Ντόρα με στέμμα.


7 - 01/03/2009

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας...



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ ( oimouses.blogspot.com)


Η φράση «οι Γερμανοί είναι φίλοι μας» έμεινε στην ιστορία- όχι μόνο την κινηματογραφική. Το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα που έχει πει για τους Γερμανούς ο Αρτέμης Μάτσας στο ρόλο του δωσίλογου: «θέλουν το καλό μας» και «θα νικήσουν». Ο Μάτσας, στο σινεμά φυσικά, ήταν πάντα με τους Γερμανούς, όπως και ο έτερος «καταδότης», Δήμος Σταρένιος. Ηρωας ήταν αυτός που κατέδιδαν, το παλικάρι που αγωνιζόταν κόντρα στους κατακτητές. Αν ο Μάτσας κι ο Σταρένιος έπαιζαν σήμερα, οι αμερικανοί σεναριογράφοι ίσως έβρισκαν έναν καλό λόγο και γι' αυτούς - η Κέιτ Γουίνσλετ που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα ως μετανοούσα ναζί το ξέρει. Το ίδιο και ο Τομ Κρουζ, που ελπίζει ως μονόφθαλμος γερμανός κολονέλ να πάρει Οσκαρ.





**Η έγκριτη «Ουάσιγκτον Ποστ» δεν άφησε ασχολίαστο το γεγονός ότι το πολιτικώς ορθό «υπάρχουν και καλοί Γερμανοί» μετατρέπεται σιγά σιγά σε: «αν εξαιρέσεις τον Χίτλερ και κάνα δυο άλλους, οι Γερμανοί δεν ήταν κατά βάθος κακοί». Ο τίτλος του άρθρου είναι χαρακτηριστικός: «Κατασκευάζοντας καλύτερους ναζί». Αφορμή η ταινία «Valkyrie» («Επιχείρηση Βαλκυρία») του Μπράιαν Σίνγκερ, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Τομ Κρουζ στο ρόλο του συνταγματάρχη Κλάους Φον Στόφενμπεργκ, του γερμανού αξιωματικού που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Χίτλερ.

**Το σινεμά ξανάβαλε όντως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο κάδρο. Το ερώτημα είναι αν οι νέες ταινίες έχουν ή παγιώνουν «νέες» οπτικές του Πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Αδιαμφισβήτητη η αλλαγή οπτικής στο «Defiance» («Η εναντίωση») του Εντουαρντ Ζούικ, της ταινίας που θα δούμε εντός των επόμενων ημερών και στη χώρα μας. Ο Ντάνιελ Κρεγκ και ο Λιβ Στρέμπερ υποδύονται δύο εκ των τεσσάρων πολωνοεβραίων αδελφών Μπιέλσκι, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Πολωνία για να γλιτώσουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κρύφτηκαν στο γειτονικό δάσος, στα σύνορα με τη σημερινή Λευκορωσία, δημιουργώντας έναν θύλακα αντίστασης.

Το χωριό που κατασκεύασαν μαζί με κυνηγημένους ομοεθνείς τους συνεργάστηκε με τους ρώσους παρτιζάνους και αντιστάθηκε στους κατακτητές.

Η ιστορία λέει πολλές αλήθειες, οι αδελφοί Μπιέλσκι υπήρξαν και κατάφεραν όντως να σώσουν 1.200 εβραίους, αλλά κατά τους «Νιου Γιορκ Τάιμς» το φιλμ χωρίς καμία βάση παρουσιάζει τους εβραίους ως επιτιθέμενους και επιτρέπει τη σκέψη «μήπως αν αντιστέκονταν όλοι ή αν είχαν περισσότερα όπλα θα είχαν αποφευχθεί τα κρεματόρια»; Δίνει δε τροφή και σε θεωρίες συνωμοσίας. Η ίδια η ιστορία των αδελφών έχει ούτως ή άλλως μελανά, κατά τους Πολωνούς, σημεία στα οποία δεν γίνεται καμία αναφορά (υποστηρίζουν ότι μαζί με τους παρτιζάνους από την τότε Σοβιετική Ενωση οι Μπιέλσκι ευθύνονται για τη σφαγή του Ναλιμπόκι το Μάιο του 1943, ενός χωριού-θύλακα της πολωνικής αντίστασης)!

**Το σοβαρότερο, όμως, λένε οι επικριτές της ταινίας, είναι ότι παγιώνει χάριν του χολιγουντιανού χάπι εντ την οπτική του Στίβεν Σπίλμπεργκ, όπως την εξέφρασε με τη «Λίστα του Σίντλερ».

Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ είχε επισημάνει ότι η διάσωση των εργαζομένων του διαφημίζεται τόσο, ώστε μετριάζεται η εντύπωση από τις θηριωδίες του Ολοκαυτώματος. Ποιος να πιστέψει άλλωστε ότι οι γυναίκες δεσμοφύλακες είναι σαν την Κέιτ Γουίνσλετ -που υποδύεται αυτό το ρόλο στο «The reader».

Η ηρωίδα, η Χάνα, φύλακας στο Αουσβιτς, καταφέρνει να διαφύγει στην Αγγλία, εκεί που τη συναντάμε να ζει έναν παθιασμένο έρωτα με ένα κολεγιόπαιδο. Ξαφνικά εξαφανίζεται! Οι δύο εραστές ανταμώνουν έπειτα από χρόνια σε μια δικαστική αίθουσα, αυτός φοιτητής της Νομικής, αυτή κατηγορούμενη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η στιγμή που λογοδοτεί, είναι η στιγμή που εξανθρωπίζεται! Η τέχνη σώζει τις χαμένες ψυχές είναι το μήνυμα και τα χρόνια που πέρασαν αρκετά ώστε να μπορεί ο Ντάλντρι να σώσει και τις ψυχές των ναζί δεσμοφυλάκων! Και για όσους έχουν ακόμη αμφιβολίες για την καλή πλευρά της Χάνα, υπάρχει πάντα στη γωνία το ασφαλές επιχείρημα ότι στο εδώλιο έπρεπε να κάθονται αυτοί που έδωσαν τις διαταγές. Και, βεβαίως το βαρύ πυροβολικό, η ερμηνεία και η χάρη της Γουίνσλετ, που μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις τα πάντα...

**Χρόνια πολλά πριν, η υπέροχη ιταλίδα σκηνοθέτρια Λίνα Βερτμίλερ στο «Seven Beauties» («Ο Πασκουαλίνο και οι επτά καλλονές») βάζει τον πρωταγωνιστή της Τζιανκάρλο Τζιανίνι να προσπαθεί να εκμαυλίσει την δεσμοφύλακά του για να μην καταλήξει στο θάλαμο αερίων. Την υποδύθηκε η Σίρλεϊ Στόλερ. Πώς ήταν; Το ακριβώς ανάποδο από το ωραίο, το θηλυπρεπές και το σοφιστικέ! Η Βερτμίλερ την εμπνεύστηκε από την Ιλσε Κοχ, ή αλλιώς «Σκύλα του Μπούχενβαλντ» , τη γυναίκα του διοικητή του ομώνυμου στρατοπέδου η οποία φημολογείται ότι ζητούσε τα φωτιστικά της να φτιάχνονται από δέρμα κρατουμένων.

Ανάμεσα στο συρματόπλεγμα

**Σ' ένα παρόμοιο στρατόπεδο, μάλλον του Αουσβιτς, διαδραματίζεται άλλη μία ιστορία, αυτή που περιγράφει η ταινία «The boy in the striped pajamas» του Μαρκ Χέρμαν, μια ιστορία παιδιών, άρα και αθωότητας, μέσα στο πιο σκοτεινό σημείο του κόσμου. Ο Μπρούνο είναι ένας οκτάχρονος Γερμανός, ο οποίος δεν ξέρει τι σημαίνει να είναι ο πατέρας σου διοικητής του Αουσβιτς και να έχεις φίλο στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος.

Το εβραιόπουλο με τις ριγέ πιτζάμες του τίτλου γίνεται ο σύντροφος του Μπρούνο, έως την ημέρα που ο μικρός Γερμανός αποφασίζει να ντυθεί κι αυτός στα ριγέ και να περάσει απέναντι. Οι δύο φίλοι ενώνουν δύο κόσμους, κι έχουν την ίδια τύχη. Τι κι αν ο μπαμπάς του ενός, κατά πάσα πιθανότητα, έχει οδηγήσει στο θάλαμο αερίων τον μπαμπά του άλλου! Ο μπαμπάς του Μπρούνο εξάλλου κουβαλάει τη δική του τραγικότητα, τον λυπάσαι λίγο, γιατί δεν ξέρει τι συνέβη στο παιδί του.

**Υπάρχει επίσης και το «Good», η ανεξάρτητη βρετανική ταινία που μας λέει ότι δεν υπήρξε καμία θεωρία συνωμοσίας μεταξύ παρανοϊκών για την άνοδο του Χίτλερ, αλλά κοινή βούληση καλών ανθρώπων που παρασύρθηκαν από τον εθνικοσοσιαλισμό. Πρωταγωνιστεί ο καλός (good) Χάλντερ, ένας συγγραφέας που διαπιστώνει ότι το τελευταίο του βιβλίο γίνεται μπεστ σέλερ γιατί το αγοράζουν μετά μανίας οι ναζί. Κολακεύεται, αλλά στην πορεία μετανοεί βλέποντας τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν στη Γερμανία και προβλέποντας όλα όσα θα συμβούν στον κόσμο. Ο Βίγκο Μόρτενσεν ως καθηγητής Χάλντερ πληρώνει το τίμημα.

Η αληθινή ζωή επιβεβαιώνει τον λάθος ρόλο των «καλών»! Μέρος της «Τελικής λύσης» υπήρξαν για παράδειγμα οι «καλοί» άνδρες του 101ου τάγματος εφεδρικής αστυνομίας, συνταξιούχοι αστυνομικοί από το Αμβούργο χωρίς αντισημιτική κουλτούρα. Αν και δεν κρίθηκαν ικανοί για υπηρεσία στην πρώτη γραμμή, θεώρησαν καθήκον τους να βοηθήσουν στα κρεματόρια.

Στο σινεμά ο καθηγητής Χάλντερ μετανοεί σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα. Στη ζωή, 20 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, η εισαγγελία του Αμβούργου ανακάλυψε την ιστορία του Τάγματος και κάλεσε τους επιζώντες αστυνομικούς να δικαστούν! Δεν έθεσε θέμα ούτε παραγραφής, ούτε μετανοίας!




7 - 01/02/2009

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Το σινεμά στην έδρα





της Ελεονώρας Ορφανίδου


Ο Γιωτόπουλος θα ήταν ωραίος και ευθυτενής την ώρα που θα του ζητούσε ο πρόεδρος να σηκωθεί. Ο Σάββας σαφώς θα ήταν ο ζεν πρεμιέ. Ο Κουφοντίνας δεν θα είχε φαλάκρα.





Κι όλοι τους θα ήταν κακοί μεν, πιο «γκλαμ» δε, διότι θα ήταν πλάσματα του μαγικού κόσμου του σινεμά, αυτού στον οποίο ακόμη και οι κακοί οφείλουν να έχουν ομορφιά και γοητεία.

Ταινία φυσικά δεν υπάρχει (ακόμη), αλλά αν υφίσταται μια πιθανότητα να «δούμε» κάτι από τη δίκη που αρχίζει αύριο στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, θα το δούμε κλεισμένοι σε μια σκοτεινή αίθουσα και όχι στις τηλεοπτικές ειδήσεις των οκτώ. Η δίκη της 17Ν είναι κλειστή και σιωπηλή, χωρίς ήχο και εικόνα, μια δίκη σαφώς διαφορετική, και όχι φυσικά μόνο γι αυτούς τους λόγους.

Αυτό ήταν; Τελείωσε; Είδαμε ότι είδαμε από τον Κουφοντίνα, την εποχή που τον κουβαλούσε το βαν της αντιτρομοκρατικής από τον ανακριτή στον εισαγγελέα; Μάλλον όχι! Κάποια στιγμή η 17Ν θα ξαναμπεί στο οπτικό μας πεδίο κινηματογραφικά. Το σινεμά αρέσκεται σε ιστορίες σαν αυτή. Και πολλές φορές κάθισε στο εδώλιο κατηγορούμενους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κοινό ήθελε να ξαναδεί.

Γαβράς και Φορντ

Ανάμεσά τους και ήρωες πολύ διαφορετικοί, όπως στον «Καταδότη» του Τζον Φορντ και στο «Ζ» του Γαβρά. Μες στις αδυναμίες και στα «φιξιόν» του, ο κινηματογράφος κράτησε στη μνήμη αληθινές πολιτικές δίκες, όπως του «Ανθρώπου με το γαρίφαλο» ή του ζεύγους των Ρόζενμπεργκ που «Δεν πρέπει να πεθάνουν».

* Το «Ζ» του Κώστα Γαβρά, με την υπόθεση Λαμπράκη, δεν συγκλόνισε μόνο το ελληνικό κοινό, δεν προτάθηκε μόνο για πέντε Οσκαρ, δεν πήρε απλώς δύο. Κυρίως ευαισθητοποίησε τη διεθνή κοινή γνώμη κατά της χούντας, σε μια εποχή (1969) που εδώ όλα «τα πλάκωνε η φοβέρα. Η τέχνη και η πολιτική συμπορεύθηκαν υπέρ της ελευθερίας κι αυτό ενέταξε το «Ζ» στη μικρή πλην ξεχωριστή κατηγορία του κινηματογράφου που ακούει στο όνομα πολιτικό σινεμά.

Είδαμε τα πλάνα του με τα προεόρτια της δίκης, τον ανακριτή Σαρζετάκη, τις δικαστικές αποφάσεις της πλάκας... Η δίκη ήταν η μεγάλη παρούσα-απούσα της ταινίας, έωλη όπως και στην πραγματικότητα.

* Ο Γαβράς παρέμεινε εκεί, σε πείσμα των καιρών, και χρόνια μετά, το 1989, μας έδωσε μια δίκη στο προσκήνιο. Η ταινία ήταν το «Μουσικό κουτί», ο Αρμιν Μούλερ Σταλ ήταν ο κατηγορούμενος μετά από πενήντα χρόνια για εγκλήματα πολέμου Ουγγροαμερικανός, και η Τζέσικα Λανγκ η κόρη του, που καλείται να αποδείξει την αθωότητά του, όχι και τόσο αυτονόητη όσο φαινόταν στην αρχή. Το δικαστήριο στήθηκε και από έδρας ο Γαβράς μας έβαλε να αναρωτηθούμε αν ο χρόνος αθωώνει...

* Πολλά χρόνια νωρίτερα, ο Τζον Φορντ, ενώ διέπρεπε στα γουέστερν, αποφάσισε να στήσει κι αυτός ένα πολιτικό δικαστήριο, μυστικό, προκειμένου να τιμωρήσει έναν προδότη του ιρλανδικού απελευθερωτικού αγώνα.

Τίτλος της ταινίας, ο «Καταδότης», μεταφορά ενός μυθιστορήματος του Λάιαμ Ο' Φλάερτι. Είμαστε στα 1916 και ένας επίδοξος μετανάστης καταγγέλλει στη βρετανική αστυνομία έναν ιρλανδό επαναστάτη. Δικάζεται μυστικά, καταδικάζεται και τιμωρείται.

* Η Ιρλανδία έχει αρκετές κινηματογραφικές πολιτικές δίκες στο ενεργητικό της, με δημοφιλέστερη αυτή της ταινίας του Τζιμ Σέρινταν «Εις το όνομα του πατρός».

Ο Τζέρι Κόνλον, που είναι υπαρκτό πρόσωπο, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται αδίκως μαζί με την οικογένειά του σε μια δίκη παρωδία, για την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση το 1974, σε ένα παμπ του Λονδίνου. Μια δεύτερη δίκη τον αθωώνει, κι ο Σέρινταν, πολύ Ιρλανδός για να «παρατηρεί» απλώς το θέμα του, το οποίο ούτως ή άλλως δεν έχει πολλές αναγνώσεις, μας κάνει κοινωνούς της δικαίωσης.

* Περιθώρια τέτοια, για χαρές, δεν είχε ο δικός μας Νίκος Τζήμας, διότι ο «Ανθρωπος με το γαρίφαλο», ο Νίκος Μπελογιάννης, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε παρά τις διεθνείς αντιδράσεις. Ωστόσο έστησε στην ταινία το δικαστήριό «τους», προσφέροντας στο κοινό τη μόνη χαρά που μπορούσε, την αφήγηση της ιστορίας ενός ήρωα.

* Δίκες με πολιτικό υπόβαθρο υπάρχουν αρκετές στο ελληνικό σινεμά. Το «Κιέριον» του Δήμου Θέου (1974) αλλά και ο «Φάκελος Πολκ» του Διονύση Γρηγοράτου, στα πέριξ της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, πραγματεύονται την καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου, του έλληνα Ντρέιφους. Ο πραγματικός Ντρέιφους δικάστηκε και καταδικάστηκε στο σινεμά, αδίκως βεβαίως, όπως και στη ζωή, χρόνια νωρίτερα, το 1937. Η ταινία λεγόταν «Κατηγορώ» και πρωταγωνιστούσε ο Πολ Μιούνι.

* Το σινεμά ξαναδίκασε και τους εγκληματίες πολέμου στη Νυρεμβέργη. Ηταν το 1961, όταν ο δικαστής Νταν Χέιγουντ (Σπένσερ Τρέισι) πήγε στη Νυρεμβέργη, αμέσως μετά τη μεγάλη δίκη, για να δικάσει τους τριταγωνιστές, μεταξύ αυτών και ένα δικαστή, τον Ερνστ Γιάνινγκ (Μπαρτ Λάνκαστερ). Δικαστής έκρινε δικαστή, αλλά το Οσκαρ πήγε στον Μαξιμίλιαν Σελ.

Στην Αφρική και τον ψυχρό πόλεμο

* Κανένα Οσκαρ (προς μεγάλη του απογοήτευση) δεν έδωσε στον Στίβεν Σπίλμπεργκ η δική του δίκη. Αυτή του Amistad.

Ενα ισπανικό πλοίο γεμάτο δούλους από την Αφρική γίνεται η αιτία για να δικαστεί ο ρατσισμός από τους καλούς δικηγόρους (Αντονι Χόπκινς, Μάθιου Μακόναχι).

Το «ανθρώπινο φορτίο» υπάρχει μόνο για να καταδικαστεί πολιτικά η μαύρη ενοχή της Αμερικής και να τελειώσει θεωρητικά μια ιστορία που ταλανίζει τις ΗΠΑ μέχρι σήμερα.

* Εκτός, όμως, από τη δουλεία , το αμερικανικό σινεμά δίκασε και τον Ψυχρό Πόλεμο. Πέρα από την υπόθεση Ρόζενμπεργκ, έστησε δικαστικές έδρες και για άλλη μια, αληθινή υπόθεση κατασκοπίας. Ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσινγκερ δεν αντιπάθησε τους κατασκόπους στην ταινία του «Το γεράκι και ο Χιονάνθρωπος» κι ας τους καταδίκασε και αυτός (πώς να κάνει κι αλλιώς) σε πολυετείς καθείρξεις. Ο Τίμοθι Χάτον και ο Σον Πεν (με πατέρα στο FBI, παρακαλώ), πηγαινοέρχονταν το 1977 στο Μεξικό κάνοντας εμπορία ναρκωτικών.

Αυτό ήταν απλώς πταίσμα αν σκεφτεί κανείς ότι πουλούσαν και απόρρητα έγγραφα στους Ρώσους με καταστρεπτικά αποτελέσματα!

* Επικριτικά στην αληθινή δίκη δύο αναρχικών στις ΗΠΑ, έστησε τα δικά του έδρανα το 1971 και ο σκηνοθέτης Τζουλιάνο Μοντάλντο.

Η ταινία, πασίγνωστη, φέρει τα ονόματα των δύο ιταλών μεταναστών «Σάκο και Βαντσέτι» (Sacco and Vanzetti), που το 1920 κατηγορήθηκαν για φόνο, με μόνο στοιχείο την πολιτική τους ιδεολογία.

Ολες αυτές τις ιστορίες ευτυχώς το σινεμά δεν μπορεί να τις κάνει ιστορία. Ενα κάποιο βλέμμα, άλλοτε καθαρά άλλοτε όχι, κοιτά δικαστικές έδρες και πολιτικά γεγονότα και λέει απλώς ιστορίες που έχουν ένα υπόβαθρο αλήθειας, συχνά εξαιρετικά κακοποιημένης κι από τους επαγγελματίες της ιστορίας, τους ιστορικούς. Αν αποτολμούσαμε να δούμε σινεμά διαφορετικά, τι θα μας έμενε στ' αλήθεια γύρω από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Ισως όχι η δολοφονία Μόρο, πιθανότατα όμως η σκηνή των τρομοκρατών που κάνουν έρωτα μέσα στο κλουβί που είχε κατασκευαστεί στο δικαστήριο, καλυπτόμενοι από τις πλάτες των συντρόφων τους.

Μας το έδειξε ο Μάρκο Μπελόκιο στο «Ο διάβολος στο κορμί της» και αυτό δεν είναι η ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών, μολονότι είναι πέρα για πέρα αλήθεια.




7 - 02/03/2003

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Η Ιστορία made in Hollywood




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Ο Λένιν δεν είπε τυχαία «Απ' όλες τις τέχνες η πιο σημαντική είναι ο κινηματογράφος». Ο Στάλιν δε βαυκαλίστηκε συμπτωματικά όταν διαπίστωσε ότι ήταν πολύ εύκολος ο συνειρμός «Αλέξανδρος Νιέφσκι» - Πατερούλης του λαού.

Ο Χίτλερ δεν έκανε απλώς το...κέφι του βάζοντας τη Ρίφενσταλ να σκηνοθετεί τα μεγαλειώδη ρεπορτάζ της για την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου. Ο Μακάρθι δεν εστίασε την αντικομμουνιστική εκστρατεία στο Χόλιγουντ γιατί ήθελε να γίνει διάσημος. Ούτε, τέλος, ο δικός μας Τζέιμς Πάρις έφτιαχνε εθνικοχριστιανικές ταινίες που αναδείκνυαν το στράτευμα γιατί μικρός... ήθελε να γίνει στρατηγός. Πολλές φορές είναι να γελάς, άλλες εκνευρίζεσαι, συχνά δεν καταλαβαίνεις το λάθος. Οταν όμως εκατομμύρια αμερικανοί μαθητές βλέπουν υπό την επίβλεψη των δασκάλων τους τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» για να μάθουν τι έγινε τη διάσημη D day, όταν ο πρώτος υπότιτλος της ταινίας λέει ότι : «Η ιστορία αυτή είναι πραγματική», κι όταν ο πρωταγωνιστής ισχυρίζεται ότι «οι Ινδιάνοι δεν είναι άνθρωποι», τότε τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται.Μικρές και μεγάλες ιστορίες, άλλοτε απλώς για να γίνουν πιο γοητευτικές, άλλοτε για να χρησιμοποιηθούν για προπαγανδιστικούς σκοπούς, άλλοτε και για τα δύο, κι άλλοτε γιατί ο σεναριογράφος ούτε ήξερε ούτε ρώταγε, παραποιούνται λίγο ή πολύ, εμπεριέχουν τραγικούς αναχρονισμούς και ανακρίβειες, ανατρέπουν καδράροντας μπροστά το χαρακτηρισμό fiction έως και την επιστήμη. (Στον «Ρομπέν των Δασών», για παράδειγμα, ανακαλύπτουν τα τηλεσκόπια 300 χρόνια νωρίτερα. Και στο «JfK», η συμμετοχή κάποιων στη δολοφονία του Κένεντι αποδίδεται εν πολλοίς στην ομοφυλοφιλία τους). Οπως είπε κι ένας αμερικανός κριτικός, η «Σταχτοπούτα» έλεγε περισσότερες ιστορικές αλήθειες...

*«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»Η ταινία πραγματεύεται την ερωτική σχέση του ιταλού λοχαγού Κορέλι με την κόρη ενός γιατρού, την Πελαγία, στην Κεφαλονιά, κατά τη διάρκεια της ιταλικής Κατοχής. Το νησί περνάει στα χέρια των Γερμανών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση και ο λοχαγός διασώζεται από την αγαπημένη του...Ολα θα 'ταν ωραία και καλά αν η ταινία του Μάντεν δεν στηριζόταν στο βιβλίο του Λουί Ντε Μπερνιέ, κι αν δεν υπήρχαν στην Κεφαλονιά αντάρτες που γνώρισαν τον Κορέλι. Πρώτα απ' όλα η Πελαγία δεν υπήρξε ποτέ, ο ωραίος λοχαγός διεσώθη από μια άλλη γυναίκα με την οποία ποτέ δεν συνήψε σχέσεις, δεν ήξερε να παίζει μαντολίνο και δεν ήταν ο πιο καλός φασίστας του κόσμου. Ούτε και οι αντάρτες του Μάντεν ήταν αυτοί οι άγριοι τύποι του συγγραφέα, ο οποίος συγχύστηκε πολύ με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι αντιστασιακοί. Οι αντιστασιακοί να δεις...

*«Περλ Χάρμπορ»Ενα σοκ πρέπει να έπαθαν και οι βετεράνοι του Περλ Χάρμπορ βλέποντας την ταινία του Μάικλ Μπέι, εκτός κι αν ταυτίστηκαν με τον Μπεν Αφλεκ. Ο Μπέι έφτιαξε κάτι μεταξύ «Τιτανικού» και «Στρατιώτη Ράιαν», αλλά Περλ Χάρμπορ δεν έφτιαξε. Ενα ερωτικό άνευρο τρίγωνο προσπαθεί να σταθεί με background ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της νεότερης Ιστορίας. Ακόμη και οι κακοί της Ιστορίας, οι Ιάπωνες, είναι politically correct κακοί. Τόσο, όσο πρέπει... Τα 360 ιαπωνικά αεροπλάνα πάντως σκότωσαν 2.300 αμερικανούς στρατιώτες, τραυμάτισαν άλλους 1.109 και σκότωσαν και 68 πολίτες, αλλά στην ταινία όλ' αυτά φαίνονται ελάχιστα, όσο μπορεί ν' αντέξει μια μέση οικογένεια. Την επομένη του βομβαρδισμού, το Κογκρέσο ενέκρινε την εισήγηση Ρούσβελτ και η Αμερική μπήκε στον πόλεμο. Επισήμως ο Ρούσβελτ κατηγόρησε τη στρατιωτική ηγεσία της βάσης για ανικανότητα, αλλ' αυτό φυσικά δεν το ήξερε ο σκηνοθέτης.

*«Η αιχμάλωτη της ερήμου»Το 1956 ο Τζον Φορντ κάνει ένα από τα καλύτερα γουέστερν του: Ο Τζον Γουέιν, θείος μιας απαχθείσης κοπέλας στο Τέξας του 1860 (μέλους πια της Ομοσπονδίας των Ηνωμένων Πολιτειών) από τον αρχηγό της φυλής των Κομάντσι, την αναζητεί και την απελευθερώνει έπειτα από έξι χρόνια. Στο μεσοδιάστημα πυροβολεί και τους νεκρούς Κομάντσι, δεν ανέχεται την παρουσία του υιοθετημένου ανιψιού του επειδή είναι κατά το ένα όγδοο Τσεγέν, λέει ότι οι Ινδιάνοι δεν είναι άνθρωποι, κάνει τέλος πάντων ό,τι μπορεί για να αποενοχοποιήσει την Αμερική για την εξόντωσή τους. Είναι τόσο το μένος του εναντίον των Ινδιάνων που αφού βρίσκει την ανιψιά του θέλει να τη σκοτώσει, γιατί συζούσε με τον... «κοκκινομούρη».Η ιστορία που περιγράφεται είναι αληθινή .Στις 19 Μαρτίου του 1840, στη Δημοκρατία του Τέξας, τρεις ρέιντσερ μαζί με μια ομάδα αγροτών βρίσκουν έπειτα από 5 χρόνια την 16χρονη Ματίλντα Λόκχαρντ που είχε απαχθεί από Ινδιάνους Κομάντσι. Μονολότι προτάθηκε από τον πιο φρόνιμο της ομάδα να απαγάγουν την κοπέλα χωρίς να πειράξουν τον καταυλισμό, οι «γενναίοι» έσφαξαν 65 Ινδιάνους, ξεκινώντας έτσι τον ολοκληρωτικό πόλεμο που έληξε μόνο με την εξαφάνιση κάθε ινδιάνου Κομάντσι από το Τέξας.Στην ταινία, βεβαίως, δεν αναφέρεται πουθενά η τελευταία λεπτομέρεια, ενώ παραλείπεται το ότι οι Ινδιάνοι απήγαγαν την κοπέλα εκδικούμενοι το θάνατο των γιων του αρχηγού τους από τους λευκούς.

*«Σπασμένο βέλος»Ο Ντέλμερ Ντέιβς μετατρέπει τον χαμηλότονο Τζέιμς Στιούαρτ σε έναν άνθρωπο των συνόρων, του οποίου η φιλία με τον αρχηγό των Απάτσι επανέφερε την ειρήνη. Υπαρκτά πρόσωπα και οι δύο, γίνονται φίλοι και ο Στιούαρτ παντρεύεται μιαν Ινδιάνα. Η φιλία αυτή έγινε η αιτία για την υπογραφή συμφωνίας το 1872. Τα πραγματικά γεγονότα είναι κάπως διαφορετικά: Ο αρχηγός των Απάτσι Κοσίσε συμφωνεί το 1860 με τον διοικητή της περιοχής να μαζέψει για τη φυλή του ξύλα από το δάσος της περιοχής, στο οποίο θα ξεχειμωνιάσει. Η συμφωνία παραβιάζεται μετά την άδικη κατηγορία του διοικητή του φρουρίου «Φορτ Μπιουκάναν» ότι ο Κοσίσε απήγαγε ένα αγοράκι. Ο στρατός διατάζεται να επιτεθεί, ο Κοσίσε διαφεύγει τη σύλληψη και μαζί με τους συντρόφους του που επιβίωσαν περνάει στην Αριζόνα και ξεκινάει έναν αιματηρό πόλεμο. Μόνο το Μάιο και τον Απρίλιο του 1862 έσφαξε 150 λευκούς, και αυτή ήταν η αρχή. Ο στρατός αναγκάστηκε σε ανακωχή που επετεύχθη το 1872, με την μεσολάβηση του Τομ Τζέφορντς, του ανθρώπου που υποδύεται ο Τζέιμς Στιούαρτ. Ο οποίος Τζέφορντς ποτέ δεν παντρεύτηκε Ινδιάνα (ούτε και καμία άλλη). Η ταινία δεν λέει ότι ο στρατός με τον θάνατο του Κοσίσε έσπασε την ανακωχή και οι Ινδιάνοι που διεσώθησαν ενώθηκαν με τους άνδρες του θρυλικού Τζερόνιμο στο Μεξικό. Οι προετοιμασίες για τον πιο διάσημο πόλεμο λευκών και Ινδιάνων μόλις είχαν ξεκινήσει...

*«Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας»Ο Αντονι Μαν μιλά για την αρχή του τέλους της Ρώμης, εστιάζοντας στην ίδια εποχή και στα ίδια πρόσωπα του περσινού «Μονομάχου». Αυτοκράτορας είναι ο Κόμμοδος, ο σαδιστής διάδοχος του Μάρκου Αυρήλιου, ο οποίος υπέδειξε για διάδοχο τον Λίβιο αλλά ο Κόμμοδος κατάφερε να του πάρει την εξουσία. Κατόπιν αυτού καταλύει κάθε δημοκρατικό θεσμό στη Ρώμη. Η αδελφή του Ντρουσίλα (Σοφία Λόρεν) προσπαθεί επί ματαίω να τον συνετίσει.Στην πραγματικότητα ο Μάρκος Αυρήλιος ποτέ δεν υπέδειξε κάποιον άλλο ως διάδοχο, ο Λίβιος είναι... ανύπαρκτο πρόσωπο και η Ντρουσίλα ήταν η πιο διάσημη και μηχανορράφα πόρνη της Ρώμης! Συμμετείχε σε απόπειρα δολοφονίας του αδελφού της, αλλά απέτυχε. Ο Κόμμοδος δολοφονήθηκε από την μετρέσα του. Αλλη σημαντική λεπτομέρεια: ποτέ δεν επιχείρησε να μεγαλώσει τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

*«Ρομπέν των Δασών»Ο Κέβιν Ρέινολντς περιγράφει τις περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών και της παρέας του, στο δάσος του Σέργουντ, την περίοδο που ο Ερρίκος ο πρώτος συμμετέχει στην Τρίτη Σταυροφορία. Ο Ρομπέν βοηθάει τους φτωχούς κλέβοντας τους πλούσιους και είναι άθρησκος.Σύμφωνα με τα λίγα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν, αλλά και με την επικρατέστερη εκδοχή του μύθου, ο Ρομπέν ήταν εξαιρετικά ευσεβής καθολικός, η Μαριάν δεν έμοιαζε καθόλου με την Μαστραντόνιο, και κανένας σύντροφός του δεν κουβαλούσε διαθλαστικό τηλεσκόπιο, αφού αυτό ανακαλύφθηκε τρεις αιώνες μετά.

*«Οι δέκα εντολές»Ο Σεσίλ Ντε Μιλ, το 1956, κάνει γκραν σουξέ περιγράφοντας τη ζωή του Μωυσή. Πώς τα γράφει η Παλαιά Διαθήκη; Καμία σχέση. Στην ταινία, Φαραώ την εποχή αυτή είναι ο Ραμσής, κι ο Μωυσής ανταμώνει τον Ιωσήφ πριν από τη φυγή από την Αίγυπτο. Είναι επίσης μονοθεϊστής από τα γεννοφάσκια του και έχει και ένα φλερτ με τη «βασιλική πριγκίπισσα» Νεφερτίρη.Φυσικά η Παλαιά Διαθήκη δεν αναφέρει τίποτα απ' όλα αυτά. Φαραώ -σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες- ήταν ο Νεφρετά, κι ο Μωυσής στα νιάτα του είχε άλλες αγωνίες, σίγουρο είναι πως δεν γλυκοκοίταζε τη Νεφερτίρη, η οποία άλλωστε... δεν υπήρξε ποτέ.

*«Ο τελευταίος των Μοϊκανών»Ο Μάικλ Μαν έφτιαξε ένα αριστούργημα κάνοντας την ιστορία άνω κάτω. Οι κόρες του συνταγματάρχη Μονρό με τη συνοδεία τους πέφτουν σε ενέδρα Ινδιάνων, διασώζονται από τον «Μοϊκανό» Ντάνιελ Ντέι Λιούις, καταφέρνουν να φτάσουν στο οχυρό του πατέρα τους, το οποίο δέχεται επίθεση από τους Ινδιάνους Χάρονς , συμμάχους των Γάλλων στη μάχη της διεκδίκησης της περιοχής δυτικά από τα Απαλάχια όρη από τους Βρετανούς. Ωραίο το ειδύλλιο και ο Ντάνιελ, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ... Ομως η παραποίηση είναι αλλού. Η ταινία μιλά για τον πόλεμο μεταξύ Αγγλων και Γάλλων και των ινδιάνων συμμάχων τους για τη Βόρεια Αμερική που έληξε το 1763 χάρη στην υπεροχή του Βασιλικού Ναυτικού. Ο Μάικλ Μαν σκοτώνει τον Μονρό πριν την ώρα του. Δεν δολοφονήθηκε κατά τη σφαγή που έγινε στο νοσοκομείο του φρουρίου και ο σκηνοθέτης ρίχνει μια επιπόλαιη ματιά στη σφαγή των 200 ατόμων στο νοσοκομείο του οχυρού, ενώ θεωρείται για τους Αμερικανούς το σημαντικότερο γεγονός του πολέμου, και βεβαίως λέει την ιστορία σαν να ήταν από τη μια πλευρά οι αθώες περιστερές και από την άλλη τα κοράκια. Αυτή η ιστορία της παραποίησης της ιστορίας είναι χωρίς τέλος. Αφήσαμε απ' έξω το «Γκάντι», τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα»... *Ακόμη κι ο «Λόρενς της Αραβίας» δεν είπε ποτέ εκείνη τη φράση «μ' άρεσε που τον έσφαξα», όταν δολοφόνησε έναν Αραβα, ούτε φυσικά στο «Η ζωή είναι ωραία» του Μπενίνι ήταν δυνατό να είναι αληθές ότι τον κινηματογραφικό γιο του απελευθέρωσαν από το εβραϊκό στρατόπεδο εξόντωσης αμερικανοί στρατιώτες. Ο σκηνοθέτης υποστηρίζει ότι υπήρξε ένα τέτοιο στρατόπεδο. Και πάλι όμως δεν αδίκησε την αλήθεια; 'Η It's only a movie?

ΥΓ. Ευτυχώς που δεν έχουν τέλος και οι ταινίες που λένε αλήθειες. Ακόμη κι όταν μιλούν για μύθους!!

ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 23/09/2001

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται!


Οταν το αεροπλανοφόρο «Στένις» έφθασε στο ναύσταθμο του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη , στις 20 Μαΐου, οι θαλασσινοί σύντροφοί του, του στόλου του Ειρηνικού , σφύριξαν για να το υποδεχθούν, όπως επιβάλλουν οι κανόνες που γνωρίζει και ο τελευταίος αμερικανός ναύτης από τη Γιούτα.
Ο οποίος ναύτης, σε αυτό το ταξίδι του Στένις, πήρε αυτόγραφο από τον Μπεν Αφλεκ και τον Αλεκ Μπόλντουιν, είδε λαμπερές σταρ και πανέμορφα μοντέλα και βεβαίως ήπιε τζάμπα μπίρα.

Βλέπετε, ο παραγωγός Τζέρι Μπρουκχάιμερ είχε φροντίσει να «εξαγοράσει » για πέντε εκατομμύρια δολάρια τον αμερικανικό στόλο, προκειμένου να προβάλλει πρώτη φορά την ταινία του «Περλ Χάρμπορ» πάνω σε ένα αεροπλανοφόρο στο ίδιο σημείο που άρχισαν, ή, κατ' άλλους, που τέλειωσαν όλα. Στις 31 του μηνός, το «Περλ Χάρμπορ» προβάλλεται και στη χώρα μας, φιλοδοξώντας να συνεχίσει την εισπρακτική επιτυχία που έχει στις ΗΠΑ.

Περίεργη διαπλοκή

Η ταινία του Μάικλ Μπέι («Αρμαγεδδών», «Ο βράχος», «Τα κακά παιδιά»), λεν οι κριτικοί, δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Αλλά εκεί στην Αμερική το σινεμά -δηλαδή το Χόλιγουντ- ο στρατός και το έθνος βρίσκονται από την εποχή της «Γέννησης ενός Εθνους» του Γκρίφιθ σε μια περίεργη διαπλοκή: η «βαριά» κινηματογραφική βιομηχανία και ο νούμερο 1 αξιοσέβαστος θεσμός νίπτουν το ένα το χέρι του άλλου και οι δύο μαζί το πρόσωπο της πολυπολιτισμικής Αμερικής, κάνοντάς την έθνος δυναμικό.

Στην πραγματικότητα, η Χαβάη του Περλ Χάρμπορ ποτέ δεν εξέφρασε τη χαρά της που αποτελεί κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών. Και πολλοί στο Τέξας θρηνούν τη μέρα του Αλαμο, όταν όλη η υπόλοιπη Αμερική ανοίγει σαμπάνιες για την προσάρτηση της πολιτείας του πετρελαίου.

Η Λουιζιάνα και η Μοντάνα έχουν τους δικούς τους οπαδούς υπέρ της ανεξαρτησίας. Σε όλο το νότο υπάρχουν πόλεις που στις 4 Ιουλίου πενθούν για τη νίκη των βορείων.

Και ναι μεν την τελική λύση την έδωσε ο στρατός, αλλά την ουσιαστική ένωση την ανέλαβαν μερικές δεκαετίες αργότερα η «Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» και το σινεμά.

*Οι κινηματογραφικές εικόνες ποτέ δεν ήταν αθώες, ακόμη και την εποχή του Γκρίφιθ που δείχνει τον αμερικανικό εμφύλιο μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας λευκών που κινδυνεύουν από τους μαύρους. Το όλο θέμα «διευθετεί» διά του απαγχονισμού, η οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν.

*Και στο «Οσα παίρνει ο άνεμος» του Βίκτορ Φλέμινγκ η ματιά είναι «λευκή», απλώς εδώ ο ρατσισμός λειτουργεί απ' την ανάποδη: Οι καλοί, και ανίκανοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, μαύροι αγαπούν ακόμη και ελεύθεροι τα λευκά αφεντικά τους.

Η διαφορά της κινηματογραφικής οπτικής είναι απλώς η αλλαγή της πολιτικής ματιάς πάνω στο θέμα.

*Δεν υπάρχει, δε, χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτό της εμπλοκής της Αμερικής στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ θέλει να συμμετάσχει, αλλά το εξαιρετικά δημοφιλές στους πολίτες δόγμα Μονρόε καθιστά ανεδαφική κάθε προσπάθεια επέμβασης.

Ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ωστόσο, βρήκε τη συνταγή και ο Σεσίλ ντε Μιλ έκανε την επιθυμία του ταινία.

*Με τη «Ζαν ντ' Αρκ» του, ο διάσημος σκηνοθέτης και παραγωγός τάχθηκε υπέρ της επέμβασης, ενώ το ίδιο έπραξε και ο Γκρίφιθ με τις «Καρδιές του κόσμου».

Η καταβύθιση του «Λουζιτάνια» έδωσε την αφορμή και η Αμερική κατέκτησε τον κόσμο. Οχι με τον στερεότυπο ευρωπαϊκό τρόπο, προσαρτώντας εδάφη, αλλά εξάγοντας πολιτική και σινεμά, πολλές φορές τα δύο σε ένα.

Ο αμερικανικός στρατός ήταν κι εδώ ο μεγάλος φίλος του Χόλιγουντ, που έκανε τους μύθους του ιστορία προς εσωτερική και διεθνή κατανάλωση.

Το Φαρ Ουέστ και τα γουέστερν άρεσαν στους κουρασμένους από τον πόλεμο ευρωπαίους στρατιώτες, όσο και στους αμερικανούς μετανάστες που αναζητούσαν ρίζες σε έναν τόπο μακριά από τη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Ιταλία.

Τα γουέστερν

Ομως, οι κινέζοι πιονέροι των σιδηροδρόμων απουσιάζουν από τις ταινίες αυτές. Οι ιθαγενείς Αμερικανοί είναι άγριοι. Οι μαύροι είναι ελάχιστοι, ταπεινοί και δευτεραγωνιστές, ενώ οι κυρίαρχοι Αγγλοσάξονες της Ομοσπονδίας λάμπουν πάνω στ' άλογά τους.

*Ο Τόμας Χάρπερ Λινς (και στη συνέχεια ο Τζον Φορντ) είναι ο σκηνοθέτης που κάνει με το γουέστερν την Αγρια Δύση παρελθόν όλων των Αμερικανών και την επέλαση του ιππικού μέσα στη σκόνη των αλόγων άγγελμα σωτηρίας των καλών λευκών από τους κακούς Ινδιάνους. Ταινίες τέτοιου είδους ήταν η χαρά και του μεσοπολέμου για το Χόλιγουντ, που είχε αποβάλει από τους κόλπους του ανθρώπους που θα μπορούσαν να ανανεώσουν το σινεμά, και να προβληματίσουν, σαν τον Ορσον Ουέλς και τον Τσάρλι Τσάπλιν.

*Ο κώδικας Χέιζ μεσουρανούσε με τις απαγορεύσεις του και ο Σαρλό επέκρινε πολύ τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι για να είναι αρεστός σε μια πολιτική τάξη που θεωρούσε εχθρούς τους μπολσεβίκους περισσότερο από τον φασισμό.

*Μόλις δύο εβδομάδες μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, ο πρόεδρος Φρανγκλίνος Ρούσβελτ διόρισε κυβερνητικό εκπρόσωπο για την οργάνωση ταινιών πολέμου. Το Χόλιγουντ ανταποκρίθηκε, δίνοντας στο έθνος ένα από τα πιο πολύφερνα παιδιά του, τον Φρανκ Κάπρα.

*Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης δημιούργησε μια σειρά ντοκιμαντέρ με το γενικό τίτλο «Γιατί πολεμάμε», προβάλλοντας τον άτρωτο αμερικανικό στρατό και εξηγώντας με τον πιο απλοϊκό τρόπο κάθε συμμαχική ήττα.

*Ακόμη και η «Καζαμπλάνκα» που γυρίστηκε το 1942 εντάσσεται, από μια πλευρά, σε αυτό το πλέγμα των ταινιών που εξηγούν στο λαό γιατί πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του.

*Ο Ζορζ Σαντούλ, στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου, υπογραμμίζει ότι την ίδια εποχή γυρίζονται και ταινίες με έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο, διότι και εκεί η θρησκεία πήγαινε πάντα με την πατρίδα. Οσο για τον πόλεμο, για το σινεμά δεν τελείωσε το 1945. Απλώς διεκόπη: Το 1949 η «Ιβοζίμα» υπενθυμίζει ότι οι κίτρινοι πρέπει να πεθαίνουν από καλούς αμερικανούς στρατιώτες.

*Βεβαίως, όσο το σινεμά ενηλικιωνόταν τόσο πιο δύσκολο γινόταν, ακόμη και για το Χόλιγουντ, να πει με εικόνες «πολέμα και μη ρωτάς». Ομως οι όποιες διακριτικές φωνές σκεπάζονταν από τα γιούπι των αμερικανών στρατιωτών της Κορέας μπροστά στην αιώνια γυναίκα, την Μέριλιν Μονρόε, που επισκέπτεται το 1954 το στρατό που πολεμά τον κόκκινο εχθρό δυό χιλιάδες μίλια μακριά από την Καλιφόρνια, στον 38ο παράλληλο, για την «ελευθερία του κόσμου» όπως λέει ο Τζον Γουέιν στα «Πράσινα μπερέ» σε έναν μικρούλη Κορεάτη.

Ο καουμπόι έγινε πια στρατιώτης, μόνο που το Ουέστ ήταν πολύ μακριά και όλοι οι Ινδιάνοι είχαν αποδεκατιστεί από χρόνια. Είχαν απομείνει μόνο κάτι ιθαγενείς σύμμαχοι σαν εμάς...

*Αλλος ένας διάσημος «κάουμποϊ», ο εξαιρετικός Τζον Φορντ, γύρισε το προπαγανδιστικό φιλμ «Αυτή είναι η Κορέα». Η Κορέα του Τζον Φορντ ήταν η Κορέα των Αμερικανών. Αλλά το Βιετνάμ τους έγινε συνώνυμο της απίστευτα μεγάλης ήττας...

Στο Βιετνάμ

Οχι ότι δεν πήγε ο Μπομπ Χόουπ να διασκεδάσει με τα ανέκδοτά του τους φαντάρους, ούτε ότι δεν γυρίστηκαν ταινίες που προσπαθούσαν να πείσουν ότι η επόμενη κίνηση των Σοβιετικών θα είναι η κατάληψη του χωριού Μάντεν στη νότια Καρολίνα - το Χόλιγουντ έκανε ό,τι μπορούσε και πάλι στις υπηρεσίες του προέδρου Νίξον.

*Αλλά οι νεκροί Αμερικανοί ήταν πολλοί. Στρατός και Χόλιγουντ απέτυχαν μαζί, πρώτη φορά, κι ορκίστηκαν να μην ξανακάνουν το ίδιο λάθος.

Κι ο Ρίτσαρντ Γκιρ όταν πήγε στο Κόσοβο για να ενισχύσει το φρόνημα των Αμερικανών, ήξερε ότι οι «παράπλευρες απώλειες» θα αφορούσαν την άλλη πλευρά.

Διασχίζοντας μαζί τον κόσμο, οι φορείς της αμερικανικής κουλτούρας έμαθαν να μην εκτίθενται. Για το Χόλιγουντ, εξάλλου, «it's only a moovie».

Ακριβώς όπως και για τις οθόνες των σύγχρονων αμερικανικών βομβαρδιστικών.


ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 19/08/2001

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Πώς θα πάρετε Όσκαρ




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Μέσα στη μαύρη χούντα οι Ελληνες κατάλαβαν τι εστί άλωση από τον... μισητό ιμπεριαλισμό, μέσω του θεάματος! Ηταν 1972, ήταν στην ΥΕΝΕΔ, όταν είδαν μεταξύ της «Γειτονιάς» και του «Γιούγκερμαν» την πρώτη τηλεοπτική προβολή των βραβείων Οσκαρ, δηλαδή ολόκληρη την ιστορία του σόου, να παρελαύνει ασπρόμαυρη αλλά εκθαμβωτική. Και όσοι ήθελαν να βρουν ένα λόγο να βρίσουν τον καπιταλιστικό εχθρό, εκείνη τη χρονιά δεν μπόρεσαν. Διότι η αμερικανική ακαδημία γέμισε με Οσκαρ το «Νονό» και το «Καμπαρέ».

Το 1972 ήταν όντως μια καλή χρονιά, δεν ήταν έτσι όλες. Η ιστορία των Οσκαρ που απονέμονται αύριο, Κυριακή, μοιάζει με όλες τις ιστορίες απονομής βραβείων που είναι γεμάτες αδικίες και λάθη. Πόσο περισσότερο που στα Οσκαρ το Χόλιγουντ βραβεύει τον εαυτό του.

Πολλοί αναρωτιούνται τι βραβεύει τελικά το Οσκαρ, την τέχνη ή το εμπορικό προϊόν, λησμονώντας ότι τέτοιου είδους διαχωρισμοί είναι ευρωπαϊκοί. Οι Αμερικανοί δεν νοούν καλλιτεχνικό προϊόν χωρίς την αποδοχή του κοινού.

Οι ανεξάρτητοι ποτέ δεν χώρεσαν στα Οσκαρ, τελευταία δε οι μεγάλοι παραγωγοί απορροφούν τους ταλαντούχους ανεξάρτητους έναντι αδρής αμοιβής στα χολιγουντιανά στούντιο. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεξάρτητου που δεν βραβεύτηκε ποτέ, είναι φυσικά ο Τσάρλι Τσάπλιν.

Οι εκλέκτορες είναι επαγγελματίες του Χόλιγουντ που βραβεύουν συναδέλφους τους. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι μεγάλοι σε ηλικία και συντηρητικοί στις επιλογές τους. Είναι επίσης όλοι μέλη των πανίσχυρων συνδικάτων του Χόλιγουντ, τα οποία, έχοντας συντεχνιακό χαρακτήρα, ψηφίζουν ανά συνδικάτο. Ετσι συμβαίνει συχνά αυτό που είχε χαρακτηρίσει γελοιότητα ο Βασίλης Ραφαηλίδης: το Οσκαρ καλύτερης ταινίας να απονέμεται σε φιλμ που δεν παίρνει και το Οσκαρ σκηνοθεσίας.

Οντως, αποκλείστηκαν από το Οσκαρ σκηνοθεσίας σπουδαίοι δημιουργοί που η παραγωγή δεν τους ήθελε, σαν τον Ορσον Γουέλς και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ.

Στους εκλέκτορες άρεσαν πάντα οι ταινίες με θέμα το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και οι ιστορίες ατόμων με ειδικές ανάγκες, ήταν «πολιτικώς ορθές» και συγκινούσαν το μεγάλο κοινό («Ο άνθρωπος της βροχής»).

Ποτέ δεν συγχώρησαν στη Βανέσα Ρεντγκρέιβ -που βράβευσαν για την ερμηνεία της στη «Τζούλια»- το γεγονός ότι μετά τη βράβευση έκανε λόγο για μια μερίδα από «σιωνιστές αλήτες» που καταδυναστεύει το Χόλιγουντ... Λίγο αργότερα τελείωσε η αμερικανική της καριέρα.

* Στη δεκαετία του '50 ο δυτικός κόσμος υπερκαταναλώνει και οι εκλέκτορες ψηφίζουν την ευφορία που προσφέρουν τα μιούζικαλ, κρύβοντας και τη σκληρή αλήθεια του αμερικανικού σινεμά. Οτι ο Μακάρθι εκδιώκει την αφρόκρεμα των δημιουργών, τους Ντασσέν, Ντμίτρικ, Λόοζι κ.ά.

Παρά τον μακαρθισμό, πάντως, δεν βραβεύτηκαν ταινίες που έβαλαν κατά του κόκκινου εχθρού. Αντιθέτως, το «Ολα για την Εύα» του Μάνκιεβιτς και η «Λεωφόρος της Δύσης» του Γουάιλντερ ασκούσαν κριτική στους μηχανισμούς του Χόλιγουντ και στη ματαιοδοξία των αστέρων του.

Ηδη από τα μέσα αυτής της δεκαετίας παράγονται ταινίες που μιλούν για τη νεανική επαναστατικότητα («Επαναστάτης χωρίς αιτία», «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα»), οι ηλικιωμένοι εκλέκτορες ωστόσο ψηφίζουν ταινίες που μιλούν για την ομορφιά της ζωής -ως συνέχεια των ταινιών του Κάπρα- και μιούζικαλ.

Αυτή την περίοδο είχαμε και τη στροφή στο επικό στοιχείο όπως εκφράστηκε μέσα από το «Μπεν Χουρ».

* Τη δεκαετία του '60 -που μαζί με την προηγούμενη δικαιώνει απολύτως τους επικριτές των Οσκαρ- ακολουθείται η παλιά καλή συνταγή: μιούζικαλ και πάλι μιούζικαλ ή βραβευμένες ταινίες που πια δεν λένε τίποτα: Ζιζί, Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες, Το μεγαλύτερο θέαμα της γης κ.λπ.

* Αμέσως μετά το Βιετνάμ και σχεδόν έως σήμερα στους εκλέκτορες αρέσουν οι απολογητικές ταινίες για το βρόμικο πόλεμο («Ελαφοκυνηγός», «Ο γυρισμός», «Γεννημένος την 4η Ιουλίου», «Πλατούν» κ.λπ.).

Αρέσουν, επίσης, οι ταινίες που δείχνουν με κάθε τρόπο την αδυναμία της τηλεόρασης. Είτε όσον αφορά το υπερθέαμα («Τιτανικός», «Μπεν Χουρ», «Ωραία μου κυρία», «Η μελωδία της ευτυχίας», «Braveheart», «Μονομάχος»), είτε την κακή επίδραση (Το δίκτυο).

Στους εκλέκτορες δεν αρέσουν οι άτακτοι. Επί μακαρθισμού οι αντιφρονούντες δεν κέρδιζαν ούτε υποψηφιότητες, δεν μπορούσαν καν να κάνουν ταινίες. Από την άλλη ο Καζάν γύρισε τις ταινίες του και βραβεύτηκε («Το λιμάνι της αγωνίας», «Συμφωνία κυρίων»).

* Στη δεκαετία του '70 φύσηξε αεράκι ανανέωσης. Τα αμερικανικά στρατεύματα αποσύρονται από το Βιετνάμ, ξεσπάει το Γουότερ γκέιτ, πέφτει ο Νίξον και βραβεύουν το «Νονό», το «Κεντρί», τη «Φωλιά του κούκου», τον «Νευρικό εραστή» και τον «Ελαφοκυνηγό».

* Το πέρασμα, όμως, στην επόμενη δεκαετία σηματοδοτεί και την επιστροφή της κοινωνίας στο συντηρητισμό -ο Ρίγκαν έρχεται και το Οσκαρ απονέμεται στο «Κράμερ εναντίον Κράμερ» του Μπέντον μολονότι υπήρχε το «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα.

Το Χόλιγουντ διαμορφώνει τη νέα τάξη πραγμάτων του Ρίγκαν. Ποιος μπορεί να δικαιολογήσει σήμερα τη βράβευση του «Οσο υπάρχουν άνθρωποι», όταν υπήρχε το «Οργισμένο είδωλο» του Σκορσέζε;

* Το 1990 οι εκλέκτορες αρνούνταιάλλη μια φορά το Οσκαρ στον Σκορσέζε που κάνει τα «Καλά παιδιά», αλλά το '91 κάνουν την έκπληξη: πρώτη φορά βραβεύουν θρίλερ, ένα είδος που έχει απορριφθεί με άγραφο νόμο από τα Οσκαρ. Ηταν «Η σιωπή των αμνών» του Τζόναθαν Ντέμι.

* Αμέσως μετά επανήλθαν στα συνήθη. Εξέλεξαν τη «Λίστα του Σίντλερ» (καλή ταινία αλλά οι κακοί λεν ότι ο Σπίλμπεργκ την έκανε ειδικά γι' αυτούς) και τον «Φόρεστ Γκαμπ», μια ιστορία αθώωσης της Αμερικής από τραγικές επιλογές της.

Υστερα απ' όλα αυτά, θα έπρεπε να περιφρονήσουμε τη γκλαμουράτη τελετή. Ομως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, αρχίζουμε τις δικές μας προγνώσεις φέρνοντας ασυναίσθητα στο μυαλό μας τις καλές βραβευμένες ταινίες και την αγαπημένη ατάκα από τη βραβευθείσα «Καζαμπλάνκα»: Play it again Sam!


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 24/03/2001



Δεξιότερα της Δύσης



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Το 1907, σ' ένα χωριό της Αϊόβα, γεννήθηκε με το όνομα Μάριον Ρόμπερτ Μόρισον, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με το... ανάποδο της αμερικανικής δημοκρατίας, το αμερικανικό δηλαδή imperium. Εκατό χρόνια μετά, οι ΗΠΑ γιορτάζουν τη γέννησή του. Ο Ντιουκ Τζον Γουέιν παραμένει εικόνα και της σύγχρονης Αμερικής, η οποία υπό τον Τζορτζ Μπους προσπαθεί να παραμείνει αυτοκρατορία.

Τότε ο Νίξον υποστήριζε τα «δημοκρατικά» ιδεώδη στο Βιετνάμ, τώρα ο Μπους πολεμάει για τον... ελεύθερο κόσμο στο Ιράκ. Κι ο Τζον Γουέιν επανέρχεται στο αμερικανικό συλλογικό ασυνείδητο, όπως και την εποχή που ζούσε και υποστήριζε ότι:

*Οι Ινδιάνοι ήταν πολύ εγωιστές γιατί ήθελαν όλη την Αμερική δική τους.

*Οι μαύροι δεν έχουν εκπαιδευτεί στον αυτοσεβασμό και δεν πρέπει να έχουν δημόσια αξιώματα.

*Το Γουότεργκεϊτ θα μείνει στην ιστορία ως μια ασήμαντη λεπτομέρεια μπροστά στο υπόλοιπο μεγαλείο της διακυβέρνησης Νίξον.

*Οι καλλιτέχνες που μπήκαν στη μαύρη λίστα της επιτροπής Μακάρθι πρέπει να πάνε να ζήσουν στη Ρωσία με τους κομμουνιστές!

Γελάτε; Κι όμως, διάσημα πανεπιστήμια και ιδρύματα διοργανώνουν σεμινάρια και βραδιές αφιερωμένες στον διασημότερο καουμπόη όλων των εποχών, οι ταινίες και τα βιβλία για τη ζωή του επανεκδίδονται, σοβαρότατες εφημερίδες ανακαλύπτουν εκατό λόγους για να τον αγαπά το κοινό, το οποίο μάλιστα τον κατατάσσει τρίτο στη λίστα με τους δημοφιλέστερους αμερικανούς ηθοποιούς! Ο Τζον Γουέιν παραμένει για τον μέσο συμπατριώτη του η πατρική φιγούρα του Γουέστ, ο λευκός, ψηλός, γνήσιος Αμερικανός που πολέμησε για την Αμερική και τα ιδεώδη της.

Πολέμησε μόνο στην... οθόνη

Πολέμησε; Στην πραγματικότητα, ο Τζον Γουέιν πολέμησε από το Ρίο Γκράντε ώς το Βιετνάμ, αλλά... μόνο στο σινεμά και... στα όνειρά του. Οταν ήρθε η ώρα, απέφυγε με ανόητες δικαιολογίες τη στράτευση κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τη στιγμή που συνάδελφοί του όπως οι Τζέιμς Στιούαρτ και Κλαρκ Γκέιμπλ κατετάγησαν από τους πρώτους. Ο αιώνιος πιστολέρο επικαλέστηκε γυναίκα και παιδιά.

Η επιτροπή Μακάρθι που πέταξε τον κόκκινο εχθρό έξω από το Χόλιγουντ, πολλά χρωστάει στη δημόσια υποστήριξη του Τζον Γουέιν, ο οποίος μαζί με τον Γουόλτ Ντίσνεϊ και άλλους διάσημους στήριξαν με τον δημόσιο λόγο τους το έργο της! Ηταν τόσο βέβαιος ότι οι κομμουνιστές είχαν σκοπό να καταλάβουν το Χόλιγουντ, ώστε κατηγόρησε ευθέως τον σεναριογράφο του «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», Καρλ Φόρμαν, για φιλοκομμουνιστική δράση. Το γνωστό γουέστερν όντως αποτελεί μια πολιτική αλληγορία, για τον τρόμο της μακαρθικής περιόδου και ο Τζον Γουέιν απάντησε με την ταινία «Rio Bravo» σε σκηνοθεσία Χάουαρντ Χοκς. Εχει περίπου το ίδιο θέμα αλλά ο σερίφης δεν φοβάται να υπερασπιστεί την πόλη του ακόμη και μόνος, χωρίς να παρακαλάει τον κάθε δειλό κάτοικο ή να το συζητάει με τους παρανόμους.

Χρόνια μετά, το 1976, στο τελευταίο του φιλμ «Με το δάχτυλο στη σκανδάλη», αρνήθηκε να πυροβολήσει πισώπλατα έναν αντίπαλό του και ζήτησε αλλαγή στο σενάριο, διότι κανένας αμερικανός πατριώτης δεν θα το έκανε αυτό.

Το αντικομμουνιστικό του μένος πέρασε γρήγορα τα αμερικανικά σύνορα, μαζί με το άστρο του, που έγινε διεθνές, και ίσως δεν αποτελεί μύθευμα όλη αυτή η ιστορία περί διαταγής του Στάλιν και του Μάο Τσε Τούνγκ προς τις μυστικές τους υπηρεσίες να τον δολοφονήσουν. Υποτίθεται ότι ο ίδιος ο Χρουστσόφ όταν επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, του εκμυστηρεύθηκε ότι αυτός ήρε, μετά τον θάνατο του Στάλιν, την εντολή δολοφονίας του. Μετά ήρθε το Βιετνάμ κι ο Τζον Γουέιν έκανε ό,τι μπορούσε για να πείσει τους Αμερικανούς ότι, εκτός από την Κορέα και τον 38ο παράλληλο, υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό για πατριωτικούς αγώνες στο Βιετνάμ και τον 17ο. Ηταν ο μόνος άνθρωπος που τόλμησε εκείνη την εποχή να γυρίσει, να πρωταγωνιστήσει και να χρηματοδοτήσει ταινία υπέρ του πολέμου. Ηταν το προπαγανδιστικό «Πράσινα μπερέ», το οποίο όμως κατάφερε να αυξήσει κατά 25% το ποσοστό των εθελοντών που νόμισαν ότι στη Σαϊγκόν θα δοξάσουν την πατρίδα τους!

Δεκαεπτά χρόνια νωρίτερα, το 1951, στο επίσης προπαγανδιστικό ντοκιμαντέρ «Αυτή είναι η Κορέα» του Τζον Φορντ, περιέγραφε ως εξής μια επίθεση αμερικανικών βομβαρδιστικών με ναπάλμ: «Κάψτε τους, ψήστε τους, τηγανίστε τους»! Οι φίλοι του σινεμά προτιμούν να θυμούνται ότι έπαιξε υπέροχα στο «Η αιχμάλωτος της ερήμου» του Τζον Φορντ ή στο «Αληθινό θράσος» του Χένρι Χάθαγουεϊ (όπου πήρε και Οσκαρ).

Ο Τζον Γουέιν δάνεισε την εικόνα του στο ακραίο πρόσωπο της δεξιάς Αμερικής, αλλά παράλληλα αποτέλεσε ένα δυτικό σύμβολο ανδρισμού και πατριωτισμού. Η εικόνα του παραμένει πολύ δυνατή και σήμερα: Ο Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας, ειρωνευόμενος τον Τζορτζ Μπους, λέει ότι περπατάει σαν τον Τζον Γουέιν! Κι απ' την άλλη ο Τζορτζ Μπους καμαρώνει, διότι θέλει να του μοιάζει!


7 - 15/07/2007



Σινεμά αλά καρτ



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Chocolat
Στο «Αλφαβητάρι του διαβόλου» ο συγγραφέας Αμπρόουζ Μπιρς παρομοιάζει τα ποντίκια με ζώα που σπέρνουν στο πέρασμά τους λιπόθυμες γυναίκες. Ο Μπιρς δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον Ρεμί, έναν ποντικό που νιώθει παγιδευμένος στους παρισινούς υπονόμους και ονειρεύεται να διευθύνει την κουζίνα ενός μοδάτου εστιατορίου. Μπλιαχ, αηδιαστικό και να το σκέφτεσαι: Ενας ποντικός να μαγειρεύει σε ρεστοράν με αστέρια της Μισελέν; Κι όμως, ο νέος ήρωας της Πίξαρ, που πρωταγωνιστεί στην ταινία κινουμένων σχεδίων Ρατατούης, αυτό θέλει να κάνει στη ζωή του, κι ας είναι ποντικός. Βλέπετε, ο κόσμος των καρτούν δεν είναι ρατσιστικός, αλλιώς η υπόθεση της ταινίας θα ήταν πώς το συνεργείο απολυμάνσεων εξοντώνει το Ρεμί και τον πετάει στις γάτες. Αντιθέτως ο Ρεμί είναι συμπαθέστατος, άξιος διάδοχος των ποντικών της Ντίσνεϊ, Τζέρι και Σπίντι Γκονζάλες.

Ο αξιαγάπητος Ρεμί λοιπόν και ο φίλος του, ο μάγειρας Λιγκουίνι, είναι οι ήρωες της διπλανής πόρτας που πραγματοποιούν τα όνειρά τους χάρη στην ικανότητα και την επιμονή τους, παρά τα εμπόδια των εχθρών τους, όπως ο κριτικός γεύσης Αντον (στον οποίο δανείζει με εξαιρετική επιτυχία τη φωνή του ο Πίτερ Ο' Τουλ).

Το αμερικανικό διαβατήριο της επιτυχίας (επιμονή και προσπάθεια κάμπτουν όλα τα εμπόδια) είναι ένας μύθος που τον λέμε όλοι στα παιδιά -ας μην ξεχνάμε και τα χειρότερα, ότι ο άλλος ποντικός, ο Σπίντι Γκονζάλες, πλάστηκε από τον Γουόλτ Ντίσνεϊ όταν η Αμερική θέλησε να διεισδύσει πολιτικά και οικονομικά στη Λατινική Αμερική! Παρόλα αυτά η εταιρεία του θείου Γουόλτ έχει και τα καλά της! Και καλές ταινίες στο ενεργητικό της αλλά και πολλά λεφτά που έδινε επί δέκα χρόνια -με το αζημίωτο- στην Πίξαρ, ώσπου τελικώς αγόρασε και το 51% των μετοχών της.

Σκηνοθέτης με παρελθόν

Η Πίξαρ ξεκίνησε το 1984 από την ομάδα των ειδικών εφέ του σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας και έκανε τη διαφορά το 1995, όταν γύρισε το «Toy Story», την πρώτη τρισδιάστατη ταινία μεγάλου μήκους, η οποία εκτός από Οσκαρ κατέκτησε και το μεγάλο κοινό. Από τότε μετρήστε: «Ζουζούνια», «Toy story 2», «Μπαμπούλας Α.Ε.», «Οι απίθανοι», «Αυτοκίνητα»! Αριστούργημά της θεωρείται, βεβαίως, το «Ψάχνοντας το Νέμο». Ο «Ρατατούης», ο οποίος θα προβληθεί εντός των ημερών και στις ελληνικές αίθουσες, διεκδικεί με αξιώσεις μία θέση στην ίδια δεκάδα! Γιατί όχι; Εδώ κατάφερε να μας ψήσει ότι κάνει για σεφ.

Είναι μια τέχνη στην οποία εντρύφησαν ουκ ολίγοι ήρωες του σινεμά. Η πιο αντιπροσωπευτική food movie είναι η δανέζικη «Γιορτή της Μπαμπέτ» του Γκαμπριέλ Αξελ (Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, 1988). Γαλλίδα πρόσφυγας στη Δανία, η Μπαμπέτ εργάζεται ως οικονόμος στο σπίτι δύο γηραιών κυριών και ξοδεύει όλα της τα χρήματα για να ετοιμάσει το γεύμα για το μνημόσυνο του πατέρα τους. Πρώην σεφ στο Παρίσι, αλλάζει με τα γκουρμέ εδέσματά της τη ζωή μιας ολόκληρης κοινότητας, στην οποία διδάσκει απλώς και μόνο μαγειρεύοντας, τη συγχώρεση. Συγχωρείς και το διάολο όταν σου 'ρχονται στο πιάτο τα πιτσούνια της Μπαμπέτ!

**Αντιθέτως, αποστρέφεις τα μάτια πάρα πολλές φορές, για να μη δεις την ανθρωποφαγία στο «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ. Εδώ το φαγητό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: εκδίκηση. Η Τζορτζίνα, η γυναίκα του κλέφτη, αποφασίζει να εκδικηθεί τη δολοφονία του εραστή της από τον άντρα της, προσφέροντάς του τον κυριολεκτικά στο ταψί, με πατάτες και λαχανικά βρασμένα στον ατμό.

**Για άλλους λόγους τρελαίνεσαι στο περσινό «Η χώρα του fast food» του Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, και στο παλιότερο «Super size me», το ντοκιμαντέρ του Μόργκαν Σπάρλοκ, που παρακολούθησε την υγεία του, πριν και μετά την κατανάλωση πρόχειρων φαγητών ώσπου κόντεψε να τα κακαρώσει!

**Ως εικόνα της αχόρταγης καταναλωτικής κοινωνίας και της παρακμής της αστικής τάξης παρουσίασε τις γκουρμέ απολαύσεις ο Μάρκο Φερέρι το 1972 στο «Μεγάλο φαγοπότι», μια ταινία που προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις. Οι Μαστρογιάνι, Τονιάτσι, Πικολί και Νουαρέ, αξιοσέβαστοι αστοί, απομονώνονται σε μια βίλα έξω από το Παρίσι και επιδίδονται σε ένα όργιο κατανάλωσης φαγητού και σεξουαλικών απολαύσεων, μέχρι τελικής πτώσεως.

**Το φαγητό χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο παρακμής, μιας άλλης τάξης, της αριστοκρατικής, από τη Σοφία Κόπολα, στην ταινία της «Μαρία Αντουανέτα» με την Κίρστεν Ντανστ. Και μολονότι η ιστορία δεν της αποδίδει τελικώς τη φράση «ας φάνε παντεσπάνι» για τους πεινασμένους υπηκόους της, στη γαλλική αυλή ήξεραν και να τρώνε και να φτιάχνουν ωραία γλυκίσματα.

**Στο επιδόρπιο κρύβει τα μυστικά της και η ταινία «Chocolat» του Λάσε Χάλστρομ με τη Ζιλιέτ Μπινός και τον Τζόνι Ντεπ. Σ' ένα απομονωμένο χωριό της Γαλλίας φθάνει μια ζαχαροπλάστις, τα γλυκά της οποίας θα κατακλύσουν τους κατοίκους με ερωτικές επιθυμίες. Η σοκολάτα θεωρείται όργανο του σατανά και η Μπινός πέφτει κι αυτή θύμα της επιθυμίας της. Τέλος καλό όλα καλά, με ηθικό δίδαγμα το ότι πρέπει να ικανοποιούμε και όχι να στερούμε το πνεύμα και το σώμα μας. Περισσότερο, πάντως, μένουν στο νου τα γλυκά που έφτιαχνε η κινηματογραφική Βιάν, τα οποία εξάλλου ήταν δημιουργίες ενός εκ των ειδικών στη σοκολάτα, του παγκοσμίου φήμης Βάλτερ Μπιάνζ.

Σοκολάτα - τιμωρός

** Ανατρεπτική είναι η ματιά του Τιμ Μπάρτον, σε μια άλλη σοκολατο-ιστορία, στο εκπληκτικό «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας». Πέντε παιδιά κερδίζουν το ονειρικό ταξίδι σε ένα εργοστάσιο σοκολάτας, αλλά μόνο ένα το αξίζει! Και ο Μπάρτον όπως και ο συγγραφέας του βιβλίου Ρόαλντ Νταλ δε διστάζει να τα τιμωρήσει. Κάτω από την υπέροχη σοκολάτα του μυθικού εργοστασίου καραδοκούν τους κακούς κάθε λογής παγίδες. Οι λαίμαργοι τιμωρούνται, οι εγωιστές επίσης! Ο Τσάρλι κερδίζει το εργοστάσιο γιατί είναι ένα πλάσμα γεμάτο αγάπη και ο ιδιοκτήτης του, ο Τζόνι Ντεπ, σε άλλον ένα εκκεντρικό ρόλο, κερδίζει αυτό που αναζητούσε σε όλη του τη ζωή, την αγάπη!

**Αγάπη και ζωή κερδίζουν μέσα στην κουζίνα τους και άλλοι δύο ήρωες, η γερμανίδα σεφ «Bella Martha», της ομότιτλης ταινίας και ο ιταλός βοηθός της. Η Μάρθα είναι μια σεφ που ζει αποκλειστικά για την κουζίνα της, ώσπου η ζωή της φέρνει στο σπίτι την ανιψιά της και στο εστιατόριο τον ιταλό βοηθό της. Ο έρωτας θα περάσει μέσα από τις κατσαρόλες. Αγαπημένη συνταγή; Αγγελόψαρο της Αρμορικής!

**Τη Μάρθα θα την ξαναδούμε την ερχόμενη εβδομάδα στην αμερικάνικη εκδοχή της, ως Κέιτ, με την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, στο «Νο reservationς» του Σκοτ Χικς! Δουλεύει κι αυτή σ' ένα χλιδάτο εστιατόριο, της φορτώνουν βοηθό και ανιψιά και πρέπει να αντιμετωπίσει τις επαγγελματικές της προκλήσεις αλλά και τα συναισθήματά της.

**Αισθήματα, οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις συγκρούονται και στην ταινία «Φαΐ, ποτό, αρσενικό θηλυκό» του Ανγκ Λι, όπου η προετοιμασία των γευμάτων λειτουργεί ως απόδειξη αγάπης, οικογενειακής συνοχής και φιλίας.

**Οι σχέσεις των ανθρώπων περνούν μέσα από το φαγητό και στην ταινία «Like water for chocolate» του Αλφόνσο Αρούα, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του ενός γαμήλιου γεύματος από την αδερφή της νύφης, όπως και μέσα από τη βιετναμέζικη κουζίνα στο «Αρωμα της πράσινης παπάγιας» του Τραν Αν Χονγκ.

Το ελληνικό παράδειγμα, η «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη, έχει τις ιδιομορφίες της: Το φαγητό φέρει εδώ ένα συναισθηματικό φορτίο με ιστορική χροιά. Ο ήρωας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεγάλωσε, και μας τη γνωρίζει μέσα από τις γαστριμαργικές δημιουργίες των γυναικών της οικογένειας. Το φαγητό ενέχει ρόλο εθνικής μνήμης αλλά και ταύτισης με τον απέναντι. Αλλά οι διαφωνούντες επιμένουν: η ταινία προχωρεί σαν συμφωνία θεμάτων χαμηλής πολιτικής των υπουργείων Εξωτερικών! Σχεδόν όμοιες οι συνταγές, σχεδόν τίποτα δεν μας χωρίζει εκτός από πολιτικές και μεγάλα συμφέροντα. Στο γαστρονομικό σύμπαν του Μπουλμέτη, όλοι είναι ενωμένοι μπροστά στην απόλαυση των γεύσεων κι αν δεν υπήρχε κι εκείνη η σκηνή της οικογένειας που εγκαταλείπει την εστία της με τις βαλίτσες στο χέρι, θα πιστεύαμε ότι με ντολμαδάκια γιαλαντζί θα την ξαναπαίρναμε την Πόλη!


7 - 16/09/2007

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Οι φρόνιμοι τραπεζίτες



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


«Ποιο δόντι σε πονάει;» ρωτάει η Γεωργία Βασιλειάδου τον χωρικό στην «Κυρά μας τη μαμή» το 1958. «Ο κάτω δεξιός τραπεζίτης», απαντά αυτός. «Εμ, βέβαια», σχολιάζει, «τραπεζίτης και αριστερός γίνεται;»


Η Αμερική απάντησε σε αυτό, πολύ νωρίς, και είπε πως ναι, γίνεται. Δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη «αριστερός», που δεν υπάρχει καν στο λεξικό στη Βιρτζίνια και την Αϊόβα, αλλά μετά το κραχ του '29 ενέταξε στην κυρίαρχη κινηματογραφική της κουλτούρα το μύθο ότι υπάρχουν καλοί τραπεζίτες, και είναι και απαραίτητοι για να πάει η χώρα μπροστά.

**Στην εποχή των golden boys και των υπό κατάρρευση τραπεζικών κολοσσών ακούγονται όλα αυτά απίθανα. Το 1946 όμως ήταν απολύτως αποδεκτά, κι η απόδειξη ακούει στον τίτλο «Μια υπέροχη ζωή» του Φρανκ Κάπρα. Η αμερικανική αυτή ταινία, μάλιστα, ξαναείπε την ίδια ιστορία και το 1980, επί Ρέιγκαν, τότε που οι θρησκευόμενοι Ρεπουμπλικάνοι έκαναν σύνθημα το «Κάθε Αμερικανός και ένας εκατομμυριούχος», διαλύοντας υπέρ αυτού του σκοπού ό,τι υπήρχε από κοινωνικό κράτος, αντικαθιστώντας το με το μύθο του συμπονετικού κράτους και της καλής τράπεζας!

Στ' αφτιά μας ηχεί παράξενο, διότι η ευρωπαϊκή κουλτούρα και παράδοση ανέκαθεν ποινικοποιούσε τον πλουτισμό, και στη θρησκευτική μας συνείδηση ο τελώνης πήγαινε πάντα στην κόλαση. Αλλά στην άλλη πλευρά του κόσμου η αντιπαράθεση Θεού και χρήματος είναι αδιανόητη! Η αμερικανική πλουτοκρατία -πριν από τις ανώνυμες εταιρείες και την παγκοσμιοποίηση- ένιωθε πως επιτελεί μια περίπου θεία αποστολή προς το εκλεκτό έθνος. Ο πρόεδρος Ουίλσον καλλιέργησε την αμερικανική εξωστρέφεια για να βάλει τη χώρα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, χρησιμοποιώντας ιδεολογήματα για το κράτος-προστάτη της ειρήνης, για την ειρηνοποιό δύναμη του χρήματος και του εμπορίου κ.λπ. Κι ο Κάπρα, που εξέφρασε στα χρόνια του το κλασικό Χόλιγουντ, τι μας είπε με την ιστορία του φτωχού Τζορτζ Μπέιλι; Οτι ο καπιταλισμός είναι υπέροχος, αρκεί να τον υπηρετούν έντιμοι και καλοί άνθρωποι σαν τον Μπέιλι-Τζέιμς Στιούαρτ και όχι σαν τον αντίπαλό του Ολντ Μαν Πότερ. Εχουμε δει πολλοί την ταινία και οι περισσότεροι θυμόμαστε ότι ο Πότερ είναι μεγαλοτραπεζίτης που ρουφάει το αίμα του κοσμάκη! Ομως, ο Μπέιλι τι ακριβώς επαγγέλλεται; Πόσοι θυμόμαστε ότι είναι κι αυτός τραπεζίτης, μικρός και σεμνός, αλλά τραπεζίτης που χορηγεί δάνεια; Αυτός, ο καλός τραπεζίτης, δανείζει βασιζόμενος στο χαρακτήρα του ανθρώπου και όχι στη φορολογική του δήλωση! Ούτε στην Αμερική του '46 υπήρχε αυτό ούτε σε καμιά άλλη, αλλά ο Κάπρα και οι συμπολίτες του εξιδανικεύουν τον καπιταλισμό, γιατί αυτόν ξέρουν και αυτόν εμπιστεύονται!

Ο Τζέιμς Στιούαρτ ως Μπέιλι τον αμφισβητεί κάποια στιγμή, διότι δεν πραγματοποιήθηκε κανένα του (αμερικανικό) όνειρο και στο τέλος βουλιάζει στον αμερικανικό εφιάλτη, χάνει δηλαδή όλη του την περιουσία. Είναι Χριστούγεννα και μέσα στη δυστυχία του εύχεται να μην είχε γεννηθεί! Και τότε, χάρη στον φύλακα άγγελό του, βλέπει ένα όνειρο: η οικογένειά του και οι κάτοικοι της μικρής του πόλης θα ήταν πολύ δυστυχισμένοι χωρίς αυτόν.

Ξυπνάει και ξανανιώθει τυχερός! Τι κι αν είναι φτωχός σε χρήματα; Είναι πλούσιος σε αισθήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σώζεται από τον πιο πλούσιο άνθρωπο της πόλης, ούτε κι ότι στην τελευταία σκηνή της ταινίας όλοι πίνουν στον «πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου»! Τα 'χει αυτά ο καπιταλισμός, οι φτωχοί να έχουν άλλα προσόντα, όπως λόγου χάρη καλή καρδιά και κέφια.

Η τράπεζα χάνει, η αγάπη σώζει

Ο Κάπρα ύμνησε το αμερικανικό όνειρο -σωστά- αλλά δόξασε τον μικρό τραπεζίτη -λάθος! Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών το βρήκε αυτό πολύ κομμουνιστικό, διότι κανένας Αμερικανός δεν μπορεί να προτάσσει τόσο εξόφθαλμα το κοινό καλό έναντι του δικού του, όταν ο κόκκινος εχθρός στη μακρινή Μόσχα υμνεί την κοινοκτημοσύνη, και έθαψε την ταινία. Ηξερε, επίσης, λένε σήμερα οι ιστορικοί, ότι την υψηλή εποπτεία του σεναρίου είχε ο εκδιωχθείς ως κομμουνιστής από το Χόλιγουντ, Ντ. Τράμπο.

**Το FBI ήθελε τότε λύσεις τύπου Σκρουτζ από το «Πνεύμα των Χριστουγέννων». Τι γίνεται εκεί; Ο πολύ κακός πάμπλουτος Σκρουτζ και γλιτώνει την κόλαση στο τέλος, αφού μετανοεί, και όλο αυτό του κοστίζει μια γαλοπούλα προς την οικογένεια που κατέστρεψε, όχι την περιουσία του! Ο Κάπρα είχε ξαναγυρίσει τον «καλό τραπεζίτη» στην ταινία «American madness», καλλιεργώντας το μύθο του αντικαπιταλιστή τραπεζίτη. Ο πρωταγωνιστής του, Γουόλτερ Χιούστον, υποδύεται τον Τόμας Ντίξον, πρόεδρο τραπεζικού ομίλου ο οποίος εγκρίνει από συμπόνια και κατανόηση προς τους φτωχούς συμπολίτες του δάνεια υψηλού ρίσκου. Η τράπεζα φυσικά χάνει αλλά η αγάπη σώζει!

**Ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Ντέιβιντ Μάμετ, πριν από αρκετά χρόνια, τότε που οι τράπεζες ήταν στα ανεβάσματά τους, είχε γράψει στον «Γκάρντιαν» για έναν άλλο «καλό» τραπεζίτη του σινεμά, της ίδιας εποχής, τον Αλ Στέφενσον, από το αριστούργημα του Γουίλιαμ Γουάιλερ «Τα καλύτερά μας χρόνια». Ο Φρέντρικ Μαρτς υποδύεται ένα τραπεζικό στέλεχος που εγκρίνει δάνεια σε στρατιώτες οι οποίοι επέστρεψαν μαζί του από το μέτωπο για να μπορέσουν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους.

Ο ιδιοκτήτης της τράπεζας τον μαλώνει, αυτός λέει ό,τι και ο Μπέιλι στην «Υπέροχη ζωή», ότι δηλαδή δανείζει κοιτάζοντας τα μάτια και όχι την τσέπη των στρατιωτών, και... δεν τιμωρείται! Απλώς του λένε να μην το ξανακάνει. Και δεν το ξανάκανε μέχρι να εκλεγεί ο Ρέιγκαν!

**Επί προεδρίας Ρέιγκαν αυτές οι ταινίες ξαναβρήκαν το κοινό τους, διότι το κράτος τελείωσε με τη βοήθεια κι άρχισε με τη συμπόνια. Σαν το ψέμα των καλών τραπεζιτών: απλώς δεν υπήρχε! Την ώρα που η κυβέρνηση διέλυε, με το αντίστοιχο οικονομικό κόστος, τη σοβιετική αυτοκρατορία, το «Μια υπέροχη ζωή» έγινε πρώτη φορά η δημοφιλέστερη αμερικανική ταινία όλων των εποχών, ξεπερνώντας τη μόνιμα πρώτη «Καζαμπλάνκα».

Στη μετά Ρέιγκαν εποχή ο μέσος Αμερικανός προσγειώθηκε στις ΗΠΑ του σήμερα. Διαπίστωσε ότι το εγωιστικό αμερικανικό όνειρο κυριαρχούσε πάντοτε στην αμερικανική πραγματικότητα έναντι της κοινοκτημοσύνης του Μπέιλι, που ήταν πάντοτε στο σινεμά και πάντοτε στην «Υπέροχη ζωή» του Κάπρα. Δεν υπάρχουν αλτρουιστές τραπεζίτες, «οι Μπόνι και Κλάιντ τούς έκλεβαν δικαίως» είπε προ ημερών Νεοϋορκέζα στο CNN. Και το σινεμά συμφώνησε, κι ας χρηματοδοτείται από τις τράπεζες. Το κεφάλαιο δεν έχει ευαισθησίες, πλούσιοι σε αισθήματα είναι μόνο οι φτωχοί. Ετσι, η φετινή τάση συμπλέει πλήρως με την κοινωνική οργή.

**Στο «International», την τελευταία ταινία του Τομ Τίκβερ, ένας πράκτορας της Ιντερπόλ (Κλάιβ Οουεν) και η βοηθός εισαγγελέας του Μανχάταν (Ναόμι Γουάτς) ερευνούν τις εγκληματικές δραστηριότητες ενός διεθνούς τραπεζικού κολοσσού, ο οποίος ενοχοποιείται για ανατροπές πολιτικών καθεστώτων, ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και εμπορία όπλων. Η τράπεζα θα γίνει κυνηγός τους -εδώ δεν μιλάμε για πλειστηριασμούς αλλά για δολοφονίες.

**Και στις «Ακραίες καταστάσεις» («The air Ι breathe») του Γιέχο Λι, ο Φόρεστ Γουίτακερ γίνεται ένας δυστυχισμένος τραπεζίτης, ο οποίος, αφού έπαιξε με τα «φουντς» και τις επισφάλειες των στεγαστικών, αποφασίζει να παίξει με την ίδια του τη ζωή. Τη στοιχηματίζει, λοιπόν, σαν καλός παίκτης υψηλού ρίσκου, στον ιππόδρομο.

**Φυσικά, η «Κυρά μας η μαμή» είχε πολύ δίκιο για τους αριστερούς τραπεζίτες, δεν υπάρχουν. Στο ελληνικό όνειρο, φτωχότερο και ταπεινότερο του αμερικανικού, είχαμε τους δικούς μας μύθους. Αν ήσουν ο Τσαγανέας, έπαιζες στο «Μια ζωή την έχουμε», είχες δική σου τράπεζα κι έτρωγες τα λεφτά των καταθετών με γκόμενες. Αν ήσουν ο υπάλληλός του, ο Χορν, έπαιζες στην ίδια ταινία, έτρωγες το εκατομμύριο, πήγαινες φυλακή, ονειρευόσουν τα Κύθηρα του Πουσέν και κατέληγες στο... Τσιρίγο του Αυλωνίτη.


7 - 23/11/2008

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Hollywood crisis


Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Η ιστορία του Χόλιγουντ, πέρα από τις ταινίες και τους δημιουργούς της, είναι πολύ πεζά και μια ιστορία τραπεζικών κεφαλαίων. Πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, χρηματιστές και τραπεζίτες της Νέας Υόρκης επένδυσαν τα ωραία τους λεφτά στις εικόνες που φτιάχνονταν στο Λος Αντζελες και γέμιζαν πρώτα τα ταμεία των αιθουσών και μετά τα δικά τους. Η Παραμάουντ, η Φοξ, η Μέτρο και η Γιουνιβέρσαλ, εταιρείες που κυριάρχησαν στην παγκόσμια παραγωγή και διανομή ταινιών, συνδέθηκαν στενά με τις τότε μεγάλες δυνάμεις της Γουόλ Στριτ, την τράπεζα Κιν Λεμπ, την Τζένεραλ Μότορς, τον Ροκφέλερ (Τσέιζ Νάσιοναλ Μπανκ) και τον Μόργκαν (της γνωστής σήμερα Μόργκαν-Στάνλεϊ).
Αυτοί ήταν οι οικονομικοί κολοσσοί που «πήραν» τις ταινίες από τα χέρια των σκηνοθετών και τις παρέδωσαν στους «παραγωγούς», οι οποίοι και φροντίζουν πρώτα και κυρίως για την απόδοση της επένδυσης και μετά για την τέχνη. Οι σταρ είναι από τότε το προσκήνιο του Χόλιγουντ και οι παραγωγοί το παρασκήνιο.Σε δύσκολους οικονομικά καιρούς σαν τους σημερινούς που η Γουόλ Στριτ καταποντίζεται μαζί με όλες τις χρηματιστηριακές αγορές του κόσμου, οι παραγωγοί έπρεπε να κλαίνε. Ειδήσεις σαν αυτές που λένε ότι η Ντόιτσε Μπανκ υπαναχώρησε από τη χρηματοδότηση της Παραμάουντ με 450 εκατομμύρια δολάρια, έπρεπε να προκαλούν τις παραιτήσεις των γνωστών πλέον ως golden boys που αποχωρούν από την επιχείρηση κρατώντας το χάρτινο κουτί με τα προσωπικά τους είδη. Αλλά, ενώ οι μισές από τις τράπεζες που χρηματοδοτούν τις ταινίες δεν υπάρχουν πια, το Χόλιγουντ στέκει εκεί ψηλά στο λόφο του στο Μπέβερλι Χιλς, όπως πάντα. Πρώτον, διότι έχει ήδη ανακαλύψει την Chindia (αμερικανικός νεολογισμός για την Κίνα και την Ινδία), στα κεφάλαια της οποίας προσβλέπουν εταιρείες όπως η Ντρίμγουορκς του Στίβεν Σπίλμπεργκ, και, δεύτερον, διότι όπως γράφουν οι «Τάιμς» «το Χόλιγουντ, δικαιωμένο από την ιστορία, λατρεύει τις κρίσεις».Στο πρώτο μεγάλο κραχ των αγορών, αυτό του 1929, η κινηματογραφική Μέκκα έδειξε μια πρωτοφανή και παράδοξη, σύμφωνα με την πρώτη ανάγνωση, αντοχή. Διότι η λογική λέει ότι όταν δεν έχεις να φας, πριν κόψεις το ψωμί, κόβεις τη διασκέδαση. Η ζωή, όμως, είπε άλλα: 80 εκατομμύρια Αμερικανοί πήγαιναν, από το 1929 έως το 1933, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα στον κινηματογράφο. Την ίδια περίοδο το 25% του πληθυσμού ήταν άνεργοι και ένα άλλο 25% αμείβονταν περιστασιακά με 15 σεντς την ημέρα! Το 1929 η Γουόλ Στριτ, προ του κραχ, είχε επενδύσει 200 εκατομμύρια δολάρια σε ταινίες. Δεν χάθηκε ούτε σεντς! Η ψυχολογία έδωσε εκ των υστέρων την ερμηνεία της: Το σινεμά ήταν η μόνη διέξοδος από τον γκρίζο κόσμο που έφερε η ύφεση. Ηταν επίσης, σύμφωνα με τους ιστορικούς, η μηχανή που αντέστρεψε την ψυχολογία και έδωσε μαζί με το new deal του Ρούσβελτ την ώθηση για να ξαναβρεί η Αμερική το χαμένο αμερικανικό όνειρο και να ξαναγίνει η γνωστή πρωτεύουσα του καπιταλισμού. Ενας χορογράφος και μια οικογένεια κωμικών έγιναν τα χαρούμενα πρόσωπα του αύριο, ο Μπάσμπι Μπέρκλεϊ και οι αδερφοί Μαρξ. Ο Μπέρκλεϊ, χορογράφος μετακληθείς από το Μπρόντγουεϊ, έφερε το μιούζικ χολ στον κινηματογράφο με όλη τη φαντασμαγορία των μπαλέτων του σε ταινίες σαν τους «Χρυσοθήρες» του 1933 , την «42η οδό» και το «Footlight Parade» που έκαναν στα ταμεία ρεκόρ δεκαετίας και σύστησαν στον κόσμο την Τζίντζερ Ρότζερς. Περιστρεφόμενες σκηνές, πισίνες και ανθρώπινα κορμιά σε περιελίξεις σαν αυτές των ηλεκτρογεννητριών, σήμερα δεν λένε τίποτα αλλά τότε προκαλούσαν θαυμασμό. Οι αδερφοί Μαρξ, από την άλλη, έφταναν το παράλογο στα άκρα με τον Γκράουτσο να υποδύεται συνήθως την καρικατούρα τού μπίζνεσμαν και τον Χάρπο να καταβροχθίζει τα πάντα. Η κρίση είχε και τη ρεαλιστική της απεικόνιση, το φιλμ νουάρ. Ο Πολ Μιούνι στο σκοτεινό κόσμο του «Σημαδεμένου» είναι παιδί της σκοτεινής πλευράς της Αμερικής. Με όλους αυτούς, η χειρότερη οικονομική κρίση γέννησε μια χρυσή εποχή. * Το αυτό επαναλήφθηκε στην πετρελαϊκή κρίση του 1973, η οποία έφερε στο σινεμά τις ταινίες καταστροφής και πίσω στην πατρίδα τον Σούπερμαν Κρίστοφερ Ριβ, μαζί με ιλιγγιώδη ποσά στα ταμεία. Ο συνολικός τζίρος στους κινηματογράφους αυξήθηκε κατά 200 εκατομμύρια δολάρια (συνολικά τις χρονιές '74 και '75 κόπηκαν εισιτήρια αξίας τεσσάρων δισ.!).Ταινίες για «Φιλαράκια»* Στην άλλη πετρελαϊκή κρίση που προκάλεσε η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν, ο κόσμος πάλι έδιωξε τις ανησυχίες του στο σινεμά, κι ας υπήρχε η τηλεόραση! Απόδειξη, το ρεκόρ εισιτηρίων όλων των εποχών του 1982.* Η σημερινή κρίση, τουλάχιστον υπό την κοντόθωρη οπτική του παρόντος, συγκρίνεται σε μέγεθος μόνο με το κραχ του '29. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι δεν ξέσπασε ξαφνικά και ότι το Χόλιγουντ είχε απαντήσει ήδη από το 2000 στην ανάγκη του κόσμου να ακολουθήσει ένα σωτήρα έστω και κινηματογραφικό. Εξ ου και οι πολυάριθμες ταινίες με σούπερ ήρωες, οι οποίες μάλιστα έκοψαν απίστευτο αριθμό εισιτηρίων. Το Χόλιγουντ κάνει ήδη το κουμάντο του και για το μέλλον, καθώς εντόπισε με μετρήσεις ότι η ομάδα που θα αναζητήσει διεξόδους στις σκοτεινές αίθουσες είναι οι νέοι που θα αποφοιτήσουν φέτος και τα επόμενα τρία χρόνια από τα πανεπιστήμια, οι οποίοι δεν θα βρουν δουλειά, και θα επιστρέψουν σπίτι ή θα μοιραστούν το ενοίκιο, το φαγητό, το αυτοκίνητο, τα ψώνια , τα καύσιμα με τους φίλους τους. Γι' αυτό και ετοιμάζονται ταινίες στις οποίες οι ήρωες θα ζουν μια ζωή σαν και αυτή που έκαναν τα τηλεοπτικά «Φιλαράκια».Εταιρείες και ειδικοί κάνουν κιόλας (στα σοβαρά), τις πιο λεπτομερείς προβλέψεις για το νέο αμερικανικό τρόπο ζωής! Εκτιμούν, λοιπόν, ότι θα ανέβουν οι πωλήσεις ποτών και τσιγάρων, οι άνδρες θα ενδιαφερθούν ξανά για τα σπορ, τις μπίρες, το κυνήγι και το ψάρεμα, ακόμη και ότι θα ξαναγίνει της μόδας το... μούσι, ως ένδειξη ενός ανδρισμού που επλήγη από την ανεργία. Ολα αυτά θα μπουν στις ταινίες μαζί με τους υπερήρωες, που θα δεκαπλασιαστούν, διότι, εκτός των άλλων προσόντων τους, διαθέτουν εντιμότητα και αλτρουισμό, τα μόνα όπλα που μπορούν να σώσουν την Αμερική από αυτό που ενοχλεί περισσότερο απ' όλα στην παρούσα κρίση την κοινή γνώμη, την απληστία των golden boys της Γουόλ Στριτ!
7 - 19/10/2008

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Ένας απίθανος πρόεδρος



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Δέκα χρόνια πριν, το Χόλιγουντ είχε μια ιδέα και το κοινό μια άποψη: Στην ταινία «Ολέθρια σύγκρουση» («Deep Impact») η Γη απειλήθηκε από ένα τεράστιο μετεωρίτη και σώθηκε χάρη σε μια αμερικανική ομάδα που τον ανατίναξε λίγο πριν τη μοιραία σύγκρουση. «Α, τους μπαγάσες τι θα σκεφτούν ακόμη» ήταν τότε η πρώτη αντίδραση των θεατών. Οχι λόγω του σεναρίου, ούτε εξαιτίας των απίθανων. Αλλά γιατί μια τυπική χολιγουντιανή περιπέτεια είχε εκλέξει μαύρο πρόεδρο, μια δεκαετία πριν από τις μεθαυριανές αμερικανικές εκλογές.

Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος, αυτός της ταινίας, ο ταλαντούχος Μόργκαν Φρίμαν, ρωτήθηκε περισσότερες φορές από τον Μπάρακ Ομπάμα για το πώς νιώθει, και ο άνθρωπος, ακτιβιστής ο ίδιος υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, είπε: «Υποδύομαι έναν αμερικανό πρόεδρο που έτυχε να είναι μαύρος και όχι τον πρώτο μαύρο αμερικανό πρόεδρο». Εισέπραξε τότε πολλά μειδιάματα, από κοινό και ερωτώντες. Τώρα αποδεικνύεται ότι το Χόλιγουντ έδωσε στην Αμερική έναν κακό πρόεδρο (τον Ρόναλντ Ρέιγκαν) και μια καλή ιδέα! Ομοίως και η τηλεόραση: μια μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία των τελευταίων ετών, το σίριαλ «24», είχε επίσης μαύρο πρόεδρο, τον Ντέιβιντ Πάλμερ, κατά κόσμο Ντένις Χέισμπερτ.Ο Ρέιγκαν αποτέλεσε ένα χολιγουντιανό παράδοξο, περισσότερο απ' όσο ο μαύρος πρόεδρος του Μόργκαν Φρίμαν. Διότι στη ζωή και στην οθόνη, το Χόλιγουντ ψήφιζε πάντα Δημοκρατικούς, ενώ στο Λευκό οίκο έστειλε έναν από τους πιο συντηρητικούς προέδρους. Αν εξαιρέσεις τον νυν Τζορτζ Μπους που συνομιλεί απευθείας με το Θεό, ο Ρέιγκαν ήταν ο πρώτος που δήλωσε ότι κάτω από το μαξιλάρι του δεν έχει τα υπνωτικά του χάπια αλλά τη Βίβλο! Την οποία και συμβουλεύτηκε, όπως ο ίδιος είπε σε κάποιο λόγο του, για να αποτελειώσει και την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ενωση!**Στην Αμερική, το «προοδευτικός» και «συντηρητικός» δεν είναι έννοιες ανάλογες των ευρωπαϊκών. Εξ ου και το πιο απίθανο σεναριακά, προεδρικό μπλοκμπάστερ, το «Μέρα ανεξαρτησίας». Ο πρόεδρος (Μπιλ Πούλμαν) εκνευρίζεται τόσο που τολμούν οι εξωγήινοι να εισβάλουν στη Γη και να του σκοτώσουν και την πρώτη κυρία, ώστε όταν καθίσταται αδύνατη η αντιμετώπισή τους με τα υπάρχοντα μέσα, συμμετέχει στην αποστολή που θα σώσει την ανθρωπότητα. **Αυτή η τρελή ιστορία έφερε στα ταμεία 306 εκατομμύρια δολάρια το 1996 και φυσικά επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά με το «Air force one», και τον Χάρισον Φορντ, ο οποίος για να αντιμετωπίσει αυτή τη φορά τους τρομοκράτες, πιλοτάρει ο ίδιος το προεδρικό αεροσκάφος του τίτλου, το οποίο έπεσε στα χέρια τους. Σώζει έτσι την Αμερική και την κυρία προέδρου φέρνοντας στα ταμεία της Sony εκατόν εβδομήντα τρία εκατομμύρια δολάρια. Σχόλιο του περιοδικού «Time» εκείνης της εποχής: «Η ταινία δεν έχει ίχνος αληθοφάνειας. Και δεν αναφερόμαστε στο γεγονός ότι ο πρόεδρος (ο Μπιλ Κλίντον τότε) δεν μπορεί να πιλοτάρει το Air force one! Αλλά εδώ προσπαθούν να μας ψήσουν ότι θα έσωζε την πρώτη κυρία...!» **Ο ίδιος ο Μπιλ Κλίντον προτίμησε να εκφράσει τη συμπάθειά του, όχι στην ταινία που τον φωτογραφίζει, το «Ολες οι γυναίκες του προέδρου» με τον Τζον Τραβόλτα στο ρόλο ενός γκομενιάρη Δημοκρατικού προέδρου, αλλά στον «Ερωτα του προέδρου» με τον Μάικλ Ντάγκλας. Στην ταινία υποτίθεται ότι χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία του χαρακτήρα του για την σκιαγράφηση του πορτρέτου ενός δημοκρατικού προέδρου, γλυκού χήρου, καλού πατέρα , που ερωτεύεται την Ανέτ Μπένινγκ σαν τον τελευταίο κοινό θνητό. Γλυκούλης και Δημοκρατικός, ο Σέπαρντ αλλά βομβαρδίζει και μια Λιβύη αλά Κλίντον. **Εν έτει 1995 η ταινία έφερε εξήντα εκατομμύρια δολάρια στη Sony, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έχει στη λίστα της τις περισσότερες και πιο απίθανες προεδρικές ταινίες. Μόνο η Γουόρνερ Μπρος την ξεπέρασε με τον Τζακ Νίκολσον και το «Mars attack», το 1996. Ο πρόεδρος εδώ είναι τόσο δειλός που το καλύτερο που βρίσκει να πει όταν στριμώχνεται σε τετ α τετ με έναν Αρειανό είναι το αξέχαστο «δε γίνεται να τα βρούμε»;**Ούτε οι ρεπουμπλικανοί δεν φέρθηκαν έτσι στο σινεμά, ακόμη και στα πιο απίθανα σενάρια, όπως αυτό του «Ντέιβ, πρόεδρος για μια μέρα», όπου ο πραγματικός πρόεδρος παθαίνει εγκεφαλικό και οι κακοί σύμβουλοί του τον αντικαθιστούν με τον σωσία του, Κέβιν Κλάιν, πιστεύοντας ότι θα τον ελέγχουν. Ομως εκείνος αναδεικνύεται άνθρωπος με όραμα και πρωτοβουλίες, διαχειρίζεται δε καλά όλες τις προεδρικές υποθέσεις (συμπεριλαμβανομένης και της κυρίας προέδρου Σιγκούρνι Γουίβερ).Σενάρια φαντασίας**Ρεπουμπλικανός και επικίνδυνος είναι ο πρόεδρος Τζον Ρίτσμοντ (Τζιν Χάκμαν) στην «Απόλυτη δύναμη» του Κλιντ Ιστγουντ. Ο Χάκμαν δολοφονεί την ερωμένη του και προσπαθεί να δολοφονήσει και τον Κλιντ Ιστγουντ, αυτόπτη μάρτυρα του φόνου. **Εχουν γυριστεί βεβαίως και πιο απίθανες ιστορίες από αυτή της «Απόλυτης δύναμης». Από το 1964, για παράδειγμα, το Χόλιγουντ εξέλεξε γυναίκα. Ηταν η Πόλι Μπέργκεν στην ταινία «Kisses to my president». **Ακόμα πιο απίστευτο; Στο φετινό «Σημείο Υπεροχής» του Πίτερ Τράβις, ο πρόεδρος (Ντένις Κουέιντ) καταφέρνει να συμμαχήσει με όλους τους άραβες ηγέτες στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. **Βαθιά συντηρητικό όσο και το «Ο κ. Κανένας» με τον Κέβιν Κόστνερ εξαιρετικό στο ρόλο του ψηφοφόρου που θα εκλέξει με την ψήφο του το νέο πρόεδρο των ΗΠΑ. Μπορεί να απολαμβάνουμε τους υποψήφιους προέδρους που τα κάνουν όλα για την ψήφο του Μπαντ ( Κόστνερ), αλλά λείπει η πολιτική ματιά και η ουσιαστική κριτική. **Ενα άλλο απίθανο σενάριο ήταν με τον τρόπο του πολύ πιο πολιτικό από το δίλημμα του Μπαντ. Εγινε ταινία από τον Μπάρι Λέβινσον το 2006, και είχε τον τίτλο «Ο άνδρας της χρονιάς». Ο Τομ Ντομπς (Ρόμπιν Γουίλιαμς), διάσημος για το καυστικό του χιούμορ παρουσιαστής της τηλεόρασης, βάζει έτσι σαν αστείο υποψηφιότητα για την προεδρία. Και εκλέγεται. Ωσπου να αποδειχθεί ότι ήταν ένα λάθος μέτρησης των ψήφων. Κι εκείνος παραιτείται γιατί πάνω απ' όλα είναι τίμιος. Οπως συμβαίνει και στην αληθινή ζωή...