Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσκαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσκαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Σενάρια συνωμοσίας









Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)


« Η Αντζελίνα Τζολί και ο Μπραντ Πιτ είναι υποψήφιοι για Οσκαρ ερμηνείας για να μπουν στο βιβλίο Γκίνες και να γίνει ντόρος για την τελετή», υποστήριξε πριν από δέκα μέρες νεαρός Αμερικανός, μιλώντας σε εκπομπή καλωδιακής τηλεόρασης.



Δεν είναι ο μόνος που το πιστεύει. Κάθε χρόνο αυτή την εποχή, η μισή Αμερική θεωρεί ότι η άλλη μισή ανήκει στη συνωμοσία των Οσκαρ!

Το πώς και το γιατί νοθεύονται οι ψήφοι, ποιες ισορροπίες καθορίζουν τις προτιμήσεις των εκλεκτόρων, τι παιχνίδια στήνονται από τις εταιρίες παραγωγής, αλλά και τις ενδιαφερόμενες κοινωνικές ομάδες, είναι πάντα στο προεόρτιο πρόγραμμα.

Το πανηγύρι των σεναρίων συνωμοσίας τελειώνει μόνο την ώρα που ο ένας εκ των πέντε υποψηφίων θα πάρει το αγαλματάκι. Εως τότε, όμως, ένας απίστευτος όγκος πληροφοριών και δήθεν πληροφοριών προσφέρεται στο κοινό από σοβαρές εφημερίδες, λαϊκά έντυπα, ανυπόληπτα sites και κινηματογραφικά μπλογκ.

*Οι σοβαρότερες ιστορίες φέτος αφορούν την πιο ισχυρή υποψηφιότητα για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας, το «Slumdog Millionaire» του Ντάνι Μπόιλ. Ολα ξεκίνησαν όταν η ιστορία του νεαρού Ινδού που παίζει στο «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος», για να κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του, έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα «London Telegraph», γιατί οι ανήλικοι πρωταγωνιστές της δούλευαν -κατά τον συντάκτη- υπό απάνθρωπες συνθήκες και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου για την παιδική εργασία.

Η εταιρεία προώθησης της ταινίας και ο ίδιος ο Ντάνι Μπόιλ θορυβήθηκαν και ζήτησαν από την εφημερίδα να επανορθώσει. Η «London Telegraph» οδηγήθηκε σε διάψευση.

Ηταν απλώς λάθος ρεπορτάζ;

Στην άλλη όχθη του ωκεανού, η έγκριτη «New York Post» απάντησε «όχι». «Ποιος είναι πίσω από την αρνητική καμπάνια για το "Slumdog Millionaire;"» ήταν ο τίτλος άρθρου, που ανέφερε ότι όλη αυτή η ιστορία για την εκμετάλλευση των νεαρών ηθοποιών έσκασε την ημέρα που οι εκλέκτορες ταχυδρομούσαν την ψήφο τους προς την Ακαδημία Κινηματογράφου.

Η εφημερίδα είχε απάντηση και στο ερώτημα «ποιος» διοχέτευσε τέτοιες πληροφορίες στον τύπο: Φρόντισε να «φωτογραφήσει» τον Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, ισχυρό άνδρα της Weinstein Company, ο οποίος διένειμε στις ΗΠΑ το «Σφραγισμένα χείλη» του Στίβεν Ντάλντρι. Υπενθύμισε δε ότι η Weinstein διαφήμιζε συνεχώς ότι περίμενε να ενηλικιωθεί ο δικός της νεαρός (ο κολεγιόπαις εραστής της Κέιτ Γουίνσλεϊ) πριν γυρίσει τις ερωτικές σκηνές της ταινίας!

Ο Ντάνι Μπόιλ ξαναβγήκε για δηλώσεις, αυτή τη φορά για να διαψεύσει τα περί ανάμειξης της Weinstein στην αρνητική καμπάνια.

*«Τα "Σφραγισμένα χείλη" έφτασαν στις πέντε καλύτερες ταινίες μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται από πίσω η Weinstein», απάντησαν εκατοντάδες αμερικανικά blogs.

«Ας είναι καλά η Οπρα Γουίνφρεϊ», συμπλήρωσαν λαϊκές εφημερίδες. Η διάσημη τηλεπαρουσιάστρια είχε καλέσει την Κέιτ Γουίνσλεϊ, εκθείασε την ταινία και υπενθύμισε ότι το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία είναι από αυτά που έχει προτείνει στο κοινό της.

*Τα «Σφραγισμένα χείλη» βρέθηκαν στο στόχαστρο και για άλλο λόγο. Πολλοί θεώρησαν ότι η ταινία του Ντάλντρι έβγαλε από την πεντάδα τον «Σκοτεινό Ιππότη». Με αποδεδειγμένη την καλλιτεχνική αρτιότητα και την τεράστια εισπρακτική του επιτυχία έγινε ο νούμερο δύο μύθος των παρασκηνίων. Ακούστηκαν και γράφτηκαν σημεία και τέρατα. Από ανοησίες, όπως ότι τα μέλη της Ακαδημίας έλαβαν dvd με άλλη ταινία, έως ομοφοβικές σαχλαμάρες ότι δεν γουστάρουν τους άντρες με κολάν...

Οι αδικημένοι

Τα ίδια γράφτηκαν και για το «Milk», την ταινία του Γκας Βαν Σαντ για τον ομοφυλόφιλο ακτιβιστή πολιτικό που ερμηνεύει ο Σον Πεν.

*Πριν από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, διατείνονται αμερικανικά κινηματογραφικά μπλογκ, το «Μιλκ» ήταν στο νούμερο 180 της λίστας της IMDB, της μεγαλύτερης βάσης κινηματογραφικών δεδομένων στο Ιντερνετ. Μόλις έγινε υποψήφιο, έπεσε στο 211 και τώρα είναι στο 223. Γιατί; Διότι υποτίθεται ότι ψηφίζουν σωρηδόν όσοι μισούν τους γκέι και δεν θέλουν να επαναληφθεί ο θρίαμβος της «Επιστροφής στο Brokeback Mountain».

*Μεγάλος ντόρος έγινε και για το «Wall-Ε». «Γιατί το "Waltz with Bashir" διαγωνίζεται μόνο στα ξενόγλωσσα Οσκαρ και όχι και στην κατηγορία της καλύτερης animation ταινίας;»

Διότι εκεί πρέπει να κερδίσει το «Wall-Ε», το καρτούν που έπρεπε να παίξει στη μεγάλη κατηγορία της καλύτερης ταινίας αλλά το 'φαγε το μαύρο σκοτάδι.

*Το «Wall-Ε» και ο «Σκοτεινός ιππότης» θεωρούνται οι μεγάλοι αδικημένοι και από έγκυρες φωνές της Αμερικής, αρθρογράφους των «New York Times», «Chicago Suntimes», «Los Angeles Timeς»: «Πιθανότατα θα έχαναν, αλλά έπρεπε να ήταν εκεί, στις μεγάλες κατηγορίες, τη βραδιά της απονομής» λένε, και όσοι φαν των Οσκαρ συμφωνούν, απωθούν τις λογικές ή λογικοφανείς ερμηνείες και ψάχνουν για εχθρούς.




7 - 22/02/2009

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Ανορθόδοξα Όσκαρ




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Το «Ταξίδι του αυτοκράτορα» είναι ένα μαγευτικό ντοκιμαντέρ για το ταξίδι των πιγκουίνων της Ανταρκτικής προς τον τόπο του ζευγαρώματός τους. Είναι, επίσης, μια από τις υποψήφιες ταινίες για το φετινό βραβείο Οσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ.
Τι άλλο είναι; Σε αριθμό εισιτηρίων στις ΗΠΑ, πρώτη και καλύτερη και από τις πέντε υποψήφιες ταινίες για Οσκαρ καλύτερης ταινίας!Οχι, το ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε από τους παραγωγούς του σόου της τελετής απονομής με «μπράβο βρε, ωραία γελάσαμε κι απόψε» ή «το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;»! Διότι οι άνθρωποι, στις 5 Μαρτίου, στο «Κόντακ Θίατερ» πρέπει να βάλουν τον σατιρικό σχολιαστή του CNN Τζον Στιούαρτ να κάνει ένα αστείο, να μιλήσει για πράγματα που όλοι ξέρουν και μπορούν να αντιληφθούν. Πόσους πιγκουίνους ν' ανεβάσουν στη σκηνή;Το κοινό της Αμερικής που θα δει την τελετή αγνοεί τα πάντα για τις περισσότερες ταινίες, δεν ξέρει τους υποψήφιους, ένα μέρος του, συντηρητικό, δυσανασχετεί με την ερωτική ιστορία του «Μυστικού του Brokeback Mountain», ένα άλλο έχει αντιρρήσεις για το «Μόναχο» και ένα τρίτο θεωρεί ότι το «Καληνύχτα και καλή τύχη» του Τζορτζ Κλούνεϊ είναι μια ταινία στην οποία παίζει ο διάσημος ηθοποιός και κάποιος άλλος σκηνοθετεί! Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η Ακαδημία έκανε μεγάλο άλμα, αφήνοντας πίσω, έστω για μια χρονιά, το σόου καθεαυτό, για να γράψει κινηματογραφική ιστορία πέρα από τις επιθυμίες των στούντιο και σε πλήρη δυσαρμονία με το αμερικανικό κοινό. Σύμφωνα με τους «Los Angeles Times», τέσσερις στους πέντε θεατές της εορταστικής βραδιάς δεν είχαν δει έως την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες καμία από τις υποψήφιες καλύτερες ταινίες. Παράδειγμα; Το «Crash», με έξι υποψηφιότητες, είχε κόψει μόλις οκτώ εκατομμύρια εισιτήρια ενώ το «Ταξίδι του αυτοκράτορα» είχε φτάσει τα -υπερβολικά για ντοκιμαντέρ- δώδεκα εκατομμύρια. Αλλο παράδειγμα; Μόνο διακόσιες χιλιάδες είδαν το «Transamerica» και τη Φελίσιτι Χάφμαν που είναι υποψήφια για Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου. Κι αν το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ είχε μεγαλύτερες προσδοκίες, πάει κι αυτό! Εκανε μόνο σαράντα εκατομμύρια δολάρια, όταν η άλλη περσινή δουλειά του διάσημου σκηνοθέτη, «Ο πόλεμος των κόσμων», έκανε διακόσια τριάντα τέσσερα εκατομμύρια. Το μέτριο σε επιτυχία «Κινγκ Κονγκ» έπιασε μόνο του περισσότερα από τα εκατόν ογδόντα επτά εκατομμύρια δολάρια!Αυτό κάτι λέει για τον άνεμο αλλαγής που πήρε και... ξεσήκωσε την Ακαδημία, η οποία επένδυσε, αυτή τη φορά, σε μικρές ταινίες με προβληματισμό έξω από τις πολιτικώς ορθές θέσεις του κινηματογραφικού κατεστημένου. Ηταν σίγουρο ότι το «Μυστικό του Brokeback Mountain», η ιστορία αγάπης μεταξύ δύο καουμπόι, δεν θα έκοβε πολλά εισιτήρια σε μια Αμερική της οποίας η ηγεσία και μεγάλη μερίδα πολιτών έχει βαθιά συντηρητικές απόψεις. Κι ο Ανγκ Λι δεν θα κατάφερνε να κάνει δύο φορές το ίδιο θαύμα. Την πρώτη φορά, με το «Τίγρης και δράκος», αυτοσυστήθηκε στους Αμερικανούς κι έσπασε τα ταμεία, αυτή τη φορά, θα πάρει μόνο τα βραβεία.
Περιχαρείς οι αμερικανοί αρθρογράφοι υποστηρίζουν πως εδώ υπάρχει μήνυμα με αποδέκτες και τα μεγάλα στούντιο και την τηλεόραση: «Κάντε καλές ταινίες που να μπορούν να απαντήσουν με ουσία στα τηλεοπτικά σκουπίδια. Θέαμα ναι, αλλά και ουσία ναι». Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι οι τέσσερις από τις πέντε υποψήφιες καλύτερες ταινίες, το «Brokeback Mountain», το «Crash», το «Capote», το «Good night and good luck» είναι ανεξάρτητες ή μικρές παραγωγές. Μόνο το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ είναι παραγωγή μεγάλου στούντιο, αλλά κι εδώ, ο Σπίλμπεργκ κάνει κάτι διαφορετικό. Τα Οσκαρ μέχρι εδώ είχαν μια εσάνς από Κάνες, λίγο από Βερολίνο... Μην ξεγελιέστε! Στις 5 Μαρτίου, το σόου θα είναι αλ' αμερικέν. Διότι ο διαφημιστής πλήρωσε δύο εκατομμύρια δολάρια για τα τριάντα δευτερόλεπτα έπειτα από την παρουσίαση του υποψήφιου για Οσκαρ τραγουδιού του «Crash» και πρέπει να γίνει και η απόσβεση. The show must go on!
7 - 26/02/2006

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Πάντα ένα βήμα μπροστά

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Πριν περάσουν στην ιστορία πάτησαν πάνω στα κόκκινα χαλιά που στρώνει κάθε Μάιο η γαλλική λουτρόπολη των Κανών.

«ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ»
«Τρίτος άνθρωπος», «Ντόλτσε Βίτα», «Βιριδιάνα», «Γατόπαρδος», «Ενας άντρας, μια γυναίκα», «Μπλόου απ», «Θάνατος στη Βενετία», «Ο ταξιτζής», «Αποκάλυψη τώρα», «Καγκεμούσα», «Παρίσι-Τέξας», «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες», «Ατίθαση καρδιά», «Μαθήματα πιάνου», «Pulp Fiction», «Underground», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».

Ατελείωτος είναι, από το 1946, ο κατάλογος των ταινιών που έφυγαν από τις Κάνες με το Χρυσό Φοίνικα, μένοντας για πάντα στην καρδιά των σινεφίλ. Οποιες ενστάσεις κι αν έχει κανείς κι υπάρχουν αρκετές, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι το Φεστιβάλ των Κανών είναι το ετήσιο βαρόμετρο της ποιοτικής κινηματογραφικής παραγωγής.

Μια «κακή» χρονιά στις Κάνες αντανακλά την παγκόσμια κινηματογραφική ύφεση. Οχι, δεν είναι τα Οσκαρ που δίνουν τον τόνο, όσο κι αν προσπαθεί η αμερικάνικη βιομηχανία να αποκτήσει και αυτό το προνόμιο.

Οι κατεξοχήν συντηρητικές επιλογές των εκλεκτόρων της αμερικανικής βιομηχανίας, το γεγονός ότι στα Οσκαρ διαγωνίζονται μόνο αγγλόφωνες ταινίες, και η επιρροή των στούντιο δεν επιτρέπουν «στενές σχέσεις» με το άλλο σινεμά, τις κινηματογραφίες του κόσμου αλλά και την άλλη Αμερική, των ανεξάρτητων ή των... αιρετικών.

«ΑΝΤΕΡΓΚΡΑΟΥΝΤ»
* Ο Σκορσέζε ακόμη αναμένει το Οσκαρ του, αλλά ήδη από το 1976 πήρε τον Χρυσό Φοίνικα με τον «Ταξιτζή».

Η κριτική επιτροπή των Κανών δεν απαρτίζεται από αγγέλους. Λάθη και παραλείψεις, ακόμη και θολές βραβεύσεις ψιθυρίζεται πως έχουν γίνει.

* Υπήρξαν χρονιές «σαλάτες», βραβεύτηκαν ταινίες που δεν απευθύνονταν σε κανέναν. Είναι δύσκολο να φανταστούμε όμως ότι θα βραβεύονταν ποτέ με το Χρυσό Φοίνικα ταινίες σαν το «Συνηθισμένοι άνθρωποι», τον «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες» και τον «Ανθρωπο της Βροχής».

* Οι δύο όχθες του ωκεανού συνέπεσαν μόνο μια φορά, βραβεύοντας το «Μάρτι» του Ντέλμπερτ Μαν το 1955.

Το θαύμα δεν ξανάγινε, μολονότι οι Κάνες άφησαν τον Χρυσό τους Φοίνικα να ταξιδέψει στη χώρα του Χόλιγουντ ουκ ολίγες φορές: Βραβεύοντας το τρομερό αλλά ατίθασο για τα αμερικανικά μέτρα παιδί του, τον Ορσον Ουέλς (για τον «Οθέλλο» που εκπροσωπούσε το Μαρόκο), τον Γουίλιαμ Γουάιλερ (για το «Ανθρωπος δίχως όπλα»), τον Ρόμπερτ Αλτμαν (για το «MASH»), τον Τζέρι Σάτζμπεργκ (για το «Σκιάχτρο»), τον Φράνσις Κόπολα δύο φορές (για τη «Συνομιλία» και το «Αποκάλυψη Τώρα»), τον Μπομπ Φόσι (για το «Η παράσταση αρχίζει»), τον Κώστα Γαβρά (για τον «Αγνοούμενο»), τον Στίβεν Σόντεμπεργκ (για το «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες»), τον Ντέιβιντ Λιντς (για την «Ατίθαση Καρδιά»), τον Τζόελ Κοέν (για το «Μπάρτον Φινκ»), τον Κουεντίν Ταραντίνο (για το «Pulp Fiction»).

«Η ΓΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ»
* Κι ενώ η συντηρητική Αμερική δεν μπορούσε εν έτει 1993 να δώσει Οσκαρ στην Τζέιν Κάμπιον για την καταπληκτική σκηνοθεσία στα «Μαθήματα πιάνου» (γυνή γαρ, είπαν αυτοί που ξέρουν) η κριτική επιτροπή των Κανών υπό τον Λουί Μαλ δεν είχε κανένα πρόβλημα να αγγίξουν γυναικεία χέρια τον Χρυσό Φοίνικα.

* Το «άλλο βλέμμα» των Κανών διεφάνη στις περιόδους μεγάλων αλλαγών, τότε που το σινεμά άλλαζε ρου μαζί με την κοινωνία. Το 1949 βραβεύει τον «Τρίτο Ανθρωπο» του Κάρολντ Ριντ, μια ταινία για τις συνέπειες του πολέμου στην ηθική, ή πώς γίνεται η προδοσία αποδεκτή, οι εχθροί φίλοι και οι καλοί άνθρωποι ανήθικοι.

Την ίδια εποχή βράβευε το Χόλιγουντ, το πολύ καλό «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» του Ρόσεν, μια ταινία για την άνοδο και την πτώση ενός γερουσιαστή. Η διαφορά όμως στο μήνυμα είναι εμφανής!

* Τη δεκαετία του '50, ευρωπαίοι κριτικοί -οι μετέπειτα διάσημοι σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, ανακαλύπτουν τους αμερικανούς σκηνοθέτες που βάζουν την προσωπική τους σφραγίδα σε κατά παραγγελία ταινίες, κάνοντας μικρά αριστουργήματα.

Οι λεγόμενοι «μικροί δημιουργοί» αναγνωρίζονται ως ισάξιοι των ευρωπαϊκών τεράτων, αλλά τα Οσκαρ επιμένουν στις καλές μεν αλλά αναγνωρισμένες ήδη αξίες των Ντε Μιλ, Καζάν, Λιν και Γουάιλερ. Οι Κάνες έχουν τους δικούς τους ήρωες: Ντε Σίκα, Ουέλς, Κινουγκάσα, Κλουζό και Μαρσέλ Καμί.

«ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΙΑΝΟΥ»
* Η αναγνώριση για τους αμερικανούς δημιουργούς, στις ΗΠΑ, έρχεται μια δεκαετία αργότερα, τότε που το κοινό δεν πηγαίνει απλά σινεμά, αλλά επιλέγει να δει μια συγκεκριμένη ταινία. Ολα αυτά ήταν ήδη κεκτημένα στην Ευρώπη που βραβεύει τον Φελίνι, τον πρώτο σκηνοθέτη που το όνομά του προηγήθηκε του τίτλου των ταινιών του, και την «Ντόλτσε Βίτα», τον Βισκόντι, τον Αντονιόνι του «Μπλόου Απ», το βρετανικό free cinema.

* Τη δεκαετία του '80 οι Κάνες έδειξαν την πραγματική τους διαφορά: Την περίοδο που ο συντηρητισμός της ριγκανικής εποχής στην Αμερική αναδείκνυε ταινίες σαν το «Συνηθισμένοι άνθρωποι», «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι», «Πέρα από την Αφρική», η άλλη πλευρά αναζήτησε το καλό σινεμά απ' όπου κι αν προέρχεται: «Η παράσταση αρχίζει», «Ο αγνοούμενος», «Παρίσι Τέξας», «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές», «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες».

* Τα κακά έμειναν για το τέλος: Πάρα πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο επί πολλά έτη διευθυντής του Φεστιβάλ, Ζιλ Ζακόμπ, μοίραζε με ένα δικό του τρόπο την τράπουλα, ώστε τα βραβεία να έχουν μια συγκεκριμένη κάθε φορά κατεύθυνση.

* Το '93 και το '94 όταν ήταν στα φόρτε της η αμερικανοευρωπαϊκή διένεξη για την GATT, για να περάσει αμερικανική ταινία στο διαγωνιστικό τμήμα των Κανών έπρεπε να είναι το «Θάνατος στη Βενετία», το «Λα Στράντα» και ο «Νονός» μαζί.

Μόλις έληξαν οι διενέξεις, άρχισε ο αποκλεισμός των ασιατικών ταινιών, κάποιες άλλες χρονιές οι ταινίες ήταν άνευρες, καθόλου πρωτότυπες αλλά -πράγμα ύποπτο- έπαιζαν αρμονικά με τις κινηματογραφικές δυνάμεις παραγωγής και διανομής.

«ΡULΡ FICTION»
Οι επιλογές στο διαγωνιστικό τμήμα δεν ήταν πάντοτε οι καλύτερες, οι πριμοδοτήσεις κάποιων κινηματογραφικών σχολών εμφανείς όπως και η προσπάθεια εξισορρόπησης της τέχνης και της -αλά Χόλιγουντ- λάμψης της διοργάνωσης.

Ολα αυτά όμως αφορούν την κριτική, την παραγωγή, τη διανομή, τους συντελεστές. Για τους υπόλοιπους οι Κάνες είναι μια κινηματογραφική γιορτή που προτείνει τις δικές της ταινίες στους σινεφίλ του κόσμου.

Ακόμη να πούμε ότι τα βραβεία δεν μας αφορούν -πολλές ταινίες που αγαπήσαμε δεν πήραν ποτέ τους κανένα βραβείο. Αλλά στη μνήμη έρχεται η στιγμή που φωνάξαμε «Το πήρε», όταν είδαμε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο να ανεβαίνει στη σκηνή και να κρατάει στα χέρια του το ελληνικό σινεμά, προσφέροντάς του, μια μέρα... μια αιωνιότητα.


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 06/05/2001

Πώς θα πάρετε Όσκαρ




Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ


Μέσα στη μαύρη χούντα οι Ελληνες κατάλαβαν τι εστί άλωση από τον... μισητό ιμπεριαλισμό, μέσω του θεάματος! Ηταν 1972, ήταν στην ΥΕΝΕΔ, όταν είδαν μεταξύ της «Γειτονιάς» και του «Γιούγκερμαν» την πρώτη τηλεοπτική προβολή των βραβείων Οσκαρ, δηλαδή ολόκληρη την ιστορία του σόου, να παρελαύνει ασπρόμαυρη αλλά εκθαμβωτική. Και όσοι ήθελαν να βρουν ένα λόγο να βρίσουν τον καπιταλιστικό εχθρό, εκείνη τη χρονιά δεν μπόρεσαν. Διότι η αμερικανική ακαδημία γέμισε με Οσκαρ το «Νονό» και το «Καμπαρέ».

Το 1972 ήταν όντως μια καλή χρονιά, δεν ήταν έτσι όλες. Η ιστορία των Οσκαρ που απονέμονται αύριο, Κυριακή, μοιάζει με όλες τις ιστορίες απονομής βραβείων που είναι γεμάτες αδικίες και λάθη. Πόσο περισσότερο που στα Οσκαρ το Χόλιγουντ βραβεύει τον εαυτό του.

Πολλοί αναρωτιούνται τι βραβεύει τελικά το Οσκαρ, την τέχνη ή το εμπορικό προϊόν, λησμονώντας ότι τέτοιου είδους διαχωρισμοί είναι ευρωπαϊκοί. Οι Αμερικανοί δεν νοούν καλλιτεχνικό προϊόν χωρίς την αποδοχή του κοινού.

Οι ανεξάρτητοι ποτέ δεν χώρεσαν στα Οσκαρ, τελευταία δε οι μεγάλοι παραγωγοί απορροφούν τους ταλαντούχους ανεξάρτητους έναντι αδρής αμοιβής στα χολιγουντιανά στούντιο. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεξάρτητου που δεν βραβεύτηκε ποτέ, είναι φυσικά ο Τσάρλι Τσάπλιν.

Οι εκλέκτορες είναι επαγγελματίες του Χόλιγουντ που βραβεύουν συναδέλφους τους. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι μεγάλοι σε ηλικία και συντηρητικοί στις επιλογές τους. Είναι επίσης όλοι μέλη των πανίσχυρων συνδικάτων του Χόλιγουντ, τα οποία, έχοντας συντεχνιακό χαρακτήρα, ψηφίζουν ανά συνδικάτο. Ετσι συμβαίνει συχνά αυτό που είχε χαρακτηρίσει γελοιότητα ο Βασίλης Ραφαηλίδης: το Οσκαρ καλύτερης ταινίας να απονέμεται σε φιλμ που δεν παίρνει και το Οσκαρ σκηνοθεσίας.

Οντως, αποκλείστηκαν από το Οσκαρ σκηνοθεσίας σπουδαίοι δημιουργοί που η παραγωγή δεν τους ήθελε, σαν τον Ορσον Γουέλς και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ.

Στους εκλέκτορες άρεσαν πάντα οι ταινίες με θέμα το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και οι ιστορίες ατόμων με ειδικές ανάγκες, ήταν «πολιτικώς ορθές» και συγκινούσαν το μεγάλο κοινό («Ο άνθρωπος της βροχής»).

Ποτέ δεν συγχώρησαν στη Βανέσα Ρεντγκρέιβ -που βράβευσαν για την ερμηνεία της στη «Τζούλια»- το γεγονός ότι μετά τη βράβευση έκανε λόγο για μια μερίδα από «σιωνιστές αλήτες» που καταδυναστεύει το Χόλιγουντ... Λίγο αργότερα τελείωσε η αμερικανική της καριέρα.

* Στη δεκαετία του '50 ο δυτικός κόσμος υπερκαταναλώνει και οι εκλέκτορες ψηφίζουν την ευφορία που προσφέρουν τα μιούζικαλ, κρύβοντας και τη σκληρή αλήθεια του αμερικανικού σινεμά. Οτι ο Μακάρθι εκδιώκει την αφρόκρεμα των δημιουργών, τους Ντασσέν, Ντμίτρικ, Λόοζι κ.ά.

Παρά τον μακαρθισμό, πάντως, δεν βραβεύτηκαν ταινίες που έβαλαν κατά του κόκκινου εχθρού. Αντιθέτως, το «Ολα για την Εύα» του Μάνκιεβιτς και η «Λεωφόρος της Δύσης» του Γουάιλντερ ασκούσαν κριτική στους μηχανισμούς του Χόλιγουντ και στη ματαιοδοξία των αστέρων του.

Ηδη από τα μέσα αυτής της δεκαετίας παράγονται ταινίες που μιλούν για τη νεανική επαναστατικότητα («Επαναστάτης χωρίς αιτία», «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα»), οι ηλικιωμένοι εκλέκτορες ωστόσο ψηφίζουν ταινίες που μιλούν για την ομορφιά της ζωής -ως συνέχεια των ταινιών του Κάπρα- και μιούζικαλ.

Αυτή την περίοδο είχαμε και τη στροφή στο επικό στοιχείο όπως εκφράστηκε μέσα από το «Μπεν Χουρ».

* Τη δεκαετία του '60 -που μαζί με την προηγούμενη δικαιώνει απολύτως τους επικριτές των Οσκαρ- ακολουθείται η παλιά καλή συνταγή: μιούζικαλ και πάλι μιούζικαλ ή βραβευμένες ταινίες που πια δεν λένε τίποτα: Ζιζί, Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες, Το μεγαλύτερο θέαμα της γης κ.λπ.

* Αμέσως μετά το Βιετνάμ και σχεδόν έως σήμερα στους εκλέκτορες αρέσουν οι απολογητικές ταινίες για το βρόμικο πόλεμο («Ελαφοκυνηγός», «Ο γυρισμός», «Γεννημένος την 4η Ιουλίου», «Πλατούν» κ.λπ.).

Αρέσουν, επίσης, οι ταινίες που δείχνουν με κάθε τρόπο την αδυναμία της τηλεόρασης. Είτε όσον αφορά το υπερθέαμα («Τιτανικός», «Μπεν Χουρ», «Ωραία μου κυρία», «Η μελωδία της ευτυχίας», «Braveheart», «Μονομάχος»), είτε την κακή επίδραση (Το δίκτυο).

Στους εκλέκτορες δεν αρέσουν οι άτακτοι. Επί μακαρθισμού οι αντιφρονούντες δεν κέρδιζαν ούτε υποψηφιότητες, δεν μπορούσαν καν να κάνουν ταινίες. Από την άλλη ο Καζάν γύρισε τις ταινίες του και βραβεύτηκε («Το λιμάνι της αγωνίας», «Συμφωνία κυρίων»).

* Στη δεκαετία του '70 φύσηξε αεράκι ανανέωσης. Τα αμερικανικά στρατεύματα αποσύρονται από το Βιετνάμ, ξεσπάει το Γουότερ γκέιτ, πέφτει ο Νίξον και βραβεύουν το «Νονό», το «Κεντρί», τη «Φωλιά του κούκου», τον «Νευρικό εραστή» και τον «Ελαφοκυνηγό».

* Το πέρασμα, όμως, στην επόμενη δεκαετία σηματοδοτεί και την επιστροφή της κοινωνίας στο συντηρητισμό -ο Ρίγκαν έρχεται και το Οσκαρ απονέμεται στο «Κράμερ εναντίον Κράμερ» του Μπέντον μολονότι υπήρχε το «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα.

Το Χόλιγουντ διαμορφώνει τη νέα τάξη πραγμάτων του Ρίγκαν. Ποιος μπορεί να δικαιολογήσει σήμερα τη βράβευση του «Οσο υπάρχουν άνθρωποι», όταν υπήρχε το «Οργισμένο είδωλο» του Σκορσέζε;

* Το 1990 οι εκλέκτορες αρνούνταιάλλη μια φορά το Οσκαρ στον Σκορσέζε που κάνει τα «Καλά παιδιά», αλλά το '91 κάνουν την έκπληξη: πρώτη φορά βραβεύουν θρίλερ, ένα είδος που έχει απορριφθεί με άγραφο νόμο από τα Οσκαρ. Ηταν «Η σιωπή των αμνών» του Τζόναθαν Ντέμι.

* Αμέσως μετά επανήλθαν στα συνήθη. Εξέλεξαν τη «Λίστα του Σίντλερ» (καλή ταινία αλλά οι κακοί λεν ότι ο Σπίλμπεργκ την έκανε ειδικά γι' αυτούς) και τον «Φόρεστ Γκαμπ», μια ιστορία αθώωσης της Αμερικής από τραγικές επιλογές της.

Υστερα απ' όλα αυτά, θα έπρεπε να περιφρονήσουμε τη γκλαμουράτη τελετή. Ομως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, αρχίζουμε τις δικές μας προγνώσεις φέρνοντας ασυναίσθητα στο μυαλό μας τις καλές βραβευμένες ταινίες και την αγαπημένη ατάκα από τη βραβευθείσα «Καζαμπλάνκα»: Play it again Sam!


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 24/03/2001



Οι ανεξάρτητοι εκδικούνται

80 χρόνια ΟΣΚΑΡ


Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ
«ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ»

Τι διαφορά έχουν τα Οσκαρ από τα βραβεία του Φεστιβάλ του Σάντανς;

Καμία, απαντούσαν πέρυσι στους «Νιου Γιορκ Τάιμς» κορυφαία στελέχη της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας: «Ολοι βραβεύουν το "Brokeback mountain" και επαινούν το "Little miss sunshine"»! Με τη διαφορά ότι το Σάντανς είναι φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου και δικαίως βραβεύει μια ανεξάρτητη ταινία! Δεν θα βράβευε ποτέ το «Μπεν Χουρ». Τα Οσκαρ όμως στ' αλήθεια έπαψαν να απονέμονται στα στούντιο και το σινεμά που αυτά αντιπροσωπεύουν;

Αν υπάρχει μια αφετηρία στη στροφή αυτή προς τους ανεξάρτητους είναι σίγουρα το 1996, τότε που η αμερικανική βιομηχανία κινηματογράφου διά των Οσκαρ απέρριψε τον εαυτό της! Εκείνη τη χρονιά, στο σόου των σόου της αμερικανικής βιομηχανίας θεάματος, το μοναδικό φιλμ που εκπροσωπούσε τα μεγάλα στούντιο στην κατηγορία της καλύτερης ταινίας, δείχνοντας και τις νέες τάσεις, ήταν το «Τζέρι Μαγκουάιρ» με τον Τομ Κρουζ!

Απέναντί του, ο «Αγγλος Ασθενής», το «Μυστικά και ψέματα», το «Φάργκο» και ο «Σολίστας», όλες ταινίες χαμηλού σχετικά κόστους και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, οι οποίες έκλεψαν βραβεία και εντυπώσεις, αφήνοντας για το «Τζέρι Μαγκουάιρ» ένα Οσκαρ β' αντρικού ρόλου.

Το 1996, έγραψαν οι μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες, κατέστη σαφές ό,τι διαφαινόταν από τις αρχές της δεκαετίας: η Ακαδημία κινηματογράφου άλλαζε σιγά σιγά μαζί με τη σύστασή της και... γούστα. Αυτά τα μέλη, που γαλουχήθηκαν στην πλειονότητά τους επαγγελματικά τη δεκαετία του '60 και πήραν καλλιτεχνικά ρίσκα, δεν θα βράβευαν ποτέ με έντεκα Οσκαρ το «Μπεν Χουρ», πόσο περισσότερο τις ταινίες που συντηρούν τα multiplex και απευθύνονται στο κατεξοχήν κινηματογραφικό κοινό, δηλαδή των νέων μεταξύ δώδεκα και είκοσι πέντε ετών!

Οι ανεξάρτητοι βγήκαν στο προσκήνιο, οι αγγλόφωνες παραγωγές από τη Βρετανία και την Αυστραλία σάρωσαν, ώσπου τα στούντιο απάντησαν με τα λεγόμενα Oscar movies. Κοινώς, αγκάλιασαν ανεξάρτητες παραγωγές που μύριζαν από μακριά ότι έχουν πιθανότητες να περπατήσουν πάνω στο κόκκινο χαλί του «Κόνταν θίατερ», και κατασκεύασαν δικές τους ταινίες που είχαν τα νέα χαρακτηριστικά, ρίχνοντας νερό στο κρασί του κέρδους!

Οι παραγωγοί αρκέστηκαν σε λιγότερα εισιτήρια, οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί περιόρισαν τις αμοιβές τους και όλοι προσδοκούσαν την υποψηφιότητα και το βραβείο για να μεγιστοποιήσουν στο μέλλον την επένδυσή τους.

Αν δεν υπήρχαν οι χρυσές προσδοκίες των Οσκαρ, κάποιες απ' αυτές τις ταινίες δεν θα γίνονταν ποτέ, ομολογούν άνθρωποι της βιομηχανίας, προσθέτοντας μάλιστα ότι οι περισσότερες δεν θα γίνονταν με τον προϋπολογισμό και τους σταρ μιας μεγάλης παραγωγής και βεβαίως δεν θα διανέμονταν στις περισσότερες και καλύτερες αίθουσες της Αμερικής. Διότι το σύστημα των στούντιο δεν ευνοεί συνήθως τις καλλιτεχνικές ταινίες, εκτός κι αν πιστέψει στη δυνατότητα επιστροφής με έναν τρόπο, της επένδυσης. Και το κύρος των Οσκαρ δεν φέρνει μόνο εισιτήρια, αλλά και τη μελλοντική απόσβεσή του, σε δόξα, τιμές και χρήματα για παραγωγούς, σκηνοθέτες και ηθοποιούς που φεύγουν από την τελετή με το χρυσό αγαλματάκι!

Πόσο ακριβοπληρωμένη θα ήταν σήμερα η Σαρλίζ Θερόν αν δεν έπαιρνε είκοσι κιλά και μηδέν χρήματα για να παίξει στο πολύ φτηνό αλλά καλλιτεχνικό «The monster», επενδύοντας στο Οσκαρ; Ή η Χάλι Μπέρι στο «Χορό των τεράτων»; Και ποια πιθανότητα θα είχε ο εξαιρετικά ταλαντούχος Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν να γίνει αστέρι πρώτου μεγέθους αν δεν γυρίζονταν ταινίες σαν τον «Καπότε»; Κανένας δεν θα τον έκανε πρωταγωνιστή σε μπλοκμπάστερ!

Γι' αυτό, ακόμη και οι πιο δύσπιστοι σινεφίλ, που σνόμπαραν και το Χόλιγουντ και τα Οσκαρ, ξανακοιτούν το θεσμό που προτείνει και βραβεύει εκτός από τα αναμενόμενα και ταινίες σαν τα φετινά «Ο Λαρς κι η κούκλα του», «Η εξιλέωση», «Charlie Wilson's war», «Το σκάφανδρο και η πεταλούδα», «Νο country for old men», «Μάικλ Κλέιτον», «There will be blood». Ταινίες εντός εισαγωγικών μικρές, για να μπορούν να ανταγωνιστούν την πραγματικά μικρή υποψήφια, το «Juno»!


7 - 10/02/2008


Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Διαπλεκόμενα για Όσκαρ

της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Απόψε, την ώρα που στο Κόντακ Θίατερ, το νέο παλάτι του «θείου» Οσκαρ, τα φώτα θα ανάψουν, ένας θαυμαστός ωραίος κόσμος θα ακκίζεται παρασύροντας κι εμάς στο παιχνίδι της καλύτερης ταινίας του αγγλόφωνου κινηματογράφου! Της καλύτερης;


Η «Ουάσιγκτον Ποστ», το «Ρόιτερ», το «Τάιμ» έχουν κάποιες αντιρρήσεις επ' αυτού, πέραν των αμιγώς καλλιτεχνικών. Και με το θάρρος του κύρους τους αφήνουν μικρές ή μεγάλες αιχμές για τον «βρόμικο πόλεμο» των εταιρειών παραγωγής προκειμένου το δικό τους παιδί να φύγει από το Κόντακ Θίατερ αγκαλιά με το χρυσό αγαλματίδιο.

Η ιστορία δεν είναι καινούρια, αλλά συζητήθηκε πρώτη φορά έντονα και δημοσίως το 1996, όταν ο Ντένζελ Ουάσιγκτον και η Universal έχασαν το Οσκαρ για το «Τυφώνας, η Αληθινή ιστορία» από το «American Beauty» και τον Κέβιν Σπέισι της Dreamwork. Πολλά είχαν ειπωθεί τότε για όσα παρασκηνιακά διοχετεύονταν προς τον τύπο, σχετικά με το πόσο αληθινή ήταν η ιστορία του Ρούμπιν Κάρτερ, αλλά και για τις έντονες διαμαρτυρίες (ακόμη και με ανοικτές επιστολές προς τα μέλη της Ακαδημίας) των συγγενών των θυμάτων, για το φόνο των οποίων καταδικάστηκε και στη συνέχεια αθωώθηκε ο διάσημος πυγμάχος.

Φέτος, η ιστορία επαναλαμβάνεται με την ταινία «Ενας υπέροχος άνθρωπος» της Γιουνιβέρσαλ, την υποψηφιότητα της οποίας χτυπάει ανορθόδοξα, κατά τις πληροφορίες της «Ουάσιγκτον Ποστ», η Μίραμαξ που διανέμει τα «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας». Ο νέος νόμος που διέπει πλέον τα κινηματογραφικά ήθη, συμπυκνώνεται σε άρθρα σαν αυτό που γράφτηκε σε μεγάλη ιστοσελίδα του Ιντερνετ για «τα μέλη της Ακαδημίας που σοκαρίστηκαν όταν έμαθαν ότι ο ήρωας της ταινίας του Χάουαρντ, ο βραβευμένος με Νόμπελ μαθηματικός Τζον Νας, είναι αντισημίτης, αμφιφιλόφυλος, έχει ένα εξώγαμο παιδί και η γυναίκα του τον παράτησε όταν διαπίστωσε ότι πάσχει από σχιζοφρένεια και τον ξαναπαντρεύτηκε χρόνια μετά».

Αλήθειες ή ψέματα; Αδιάφορο! Τα μέλη της Ακαδημίας, συντηρητικών επιλογών στην πλειοψηφία τους, επηρεάζονται από τα «πολιτικώς ορθά» της εποχής τους, αφήστε που υπάρχουν και εβραίοι εκλέκτορες.

Η αρνητική καμπάνια κατά της ταινίας του Χάουαρντ άρχισε τον Ιανουάριο, όταν ένας διαφημιστής της Μίραμαξ είπε στους «Λος Αντζελες Τάιμς», ότι ο Τζον Νας είχε αδυναμία και στο ίδιο, πέραν του άλλου, φύλο. Το αφεντικό της Μίραμαξ, αργότερα, ζήτησε συγνώμη από το «φίλο» του, πρόεδρο της Γιουνιβέρσαλ, αλλά τα αρνητικά δημοσιεύματα συνεχίστηκαν, παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων της Μίραμαξ να πείσουν ότι με τα «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας» δεν έχουν πολλές ελπίδες να κερδίσουν το Οσκαρ, άρα γιατί να επιμείνουν. Κόντεψαν να πείσουν και τη Γιουνιβέρσαλ ώσπου έσκασε άλλη ιστορία: Ενα εκ των ηγετικών στελεχών της 20th Century Fox (που έχει το «Moulin Rouge») παραπονέθηκε ότι υποστηρικτές του «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας» τηλεφωνούν στα μέλη της Ακαδημίας και λένε: «Πιστεύετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα ψηφίσουν το "Moulin Rouge"; Είναι για το MTV».

Τα χτυπήματα δεν τελειώνουν φυσικά εδώ. Νέο πεδίο... δόξης σκοτεινό γεννήθηκε με τη δημιουργία της κατηγορίας ταινιών κινουμένων σχεδίων.

Απόψε πάντως, η ιστορία του show θα γεμίσει μια ολόκληρη σελίδα και μάλλον ουδείς θα αναρωτηθεί αν ο Οσκαρ πήγε στην ταινία ή στην εντύπωση. Ούτε βεβαίως αν η καλύτερη ταινία ήταν ποτέ εκεί!


7 - 24/03/2002

Τα πάχη τους, τα Όσκαρ τους...



















Η Σαρλίζ Θέρον είναι μία ακόμα σταρ του σινεμά που πήρε βάρος για να υπηρετήσει ένα ρόλο. Αλλοι πρωταγωνιστές αναγκάστηκαν να αδυνατίσουν και το βραβείο πήρε... ο διαιτολόγος τους.

της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Ηταν το 1980, όταν έκπληκτο το κοινό έβλεπε στη μεγάλη οθόνη έναν παραμορφωμένο από το πάχος Ρόμπερτ ντε Νίρο να παραδίδει μαθήματα υποκριτικής και μποξ, υποδυόμενος τον πυγμάχο Τζέικ λα Μότα, στο «Οργισμένο είδωλο» του Μάρτιν Σκορσέζε.

Ο Ντε Νίρο εφάρμοσε τη «μέθοδο», την υποκριτική διδασκαλία του διάσημου «Ακτορς στούντιο», που θέλει τον ηθοποιό να ζει κυριολεκτικά το ρόλο του, και πέρασε στην ιστορία ως ο ηθοποιός που την έφτασε στα όριά της: πήρε είκοσι κιλά, έμαθε μποξ, έφαγε ξύλο από επαγγελματίες μποξέρ! Τι κέρδισε; Τον τίτλο του καλύτερου αμερικανού ηθοποιού των καιρών μας και ένα Οσκαρ.

**Φέτος, η Σαρλίζ Θέρον, ένα κορίτσι του σινεμά από αυτά που θέλεις να τα πιεις στο ποτήρι, πήρε 15 κιλά για να παίξει στην ταινία «The monster» της Πάτι Τζένκινς, που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Βερολίνου και κέρδισε ήδη την υποψηφιότητα για το πολυπόθητο αγαλματίδιο!

Φταίνε τα κιλά; Οχι, φυσικά, αλλά κάτι πρέπει να τους κάνει τους εκλέκτορες όλη αυτή η θυσία και η μεταμόρφωση, διότι αρκετές φορές έχουν βραβεύσει ερμηνείες που στηρίζονται πέρα από την υποκριτική δεινότητα και στην εμφανή σωματική αλλαγή. Η όμορφη Σαρλίζ, που ξαναβρήκε ήδη τη σιλουέτα της, ερμηνεύει με συγκλονιστικό τρόπο μια πόρνη, την Αϊλίν Γουόρνος, η οποία στη δεκαετία του '80 σκότωσε στη Φλόριντα επτά από τους εραστές της. (Η Κριστίνα Ρίτσι, που υποδύεται την αγαπημένη της, δίνει επίσης, κατά τους αμερικανούς κριτικούς, μια εξαιρετική ερμηνεία).

**Από τα είκοσι κιλά του Λα Μότα έως την ευτραφή Αϊλίν, μεσολάβησαν δεκάδες ηθοποιοί που χάριν των ρόλων τους έπαιρναν ή έχαναν κιλά, έχοντας στόχο να γίνουν οι χαρακτήρες που σκιαγράφησαν οι σκηνοθέτες ή όριζε το σενάριο. Και όλοι αυτοί δεν ήταν της... «Μεθόδου».

Η Ντέμι Μουρ, για παράδειγμα, απλώς ήθελε να αποκτήσει όγκο και γράμμωση για να μπορεί να γδυθεί η ίδια και όχι κάποια αντικαταστάτριά της στο «Στριπτίζ» του Αντριου Μπέργκμαν, όπου υποδυόταν μια χορεύτρια. Αφού πήρε δέκα κιλά σε μυς, αδυνάτισε μόνο για να ξαναπαχύνει και να κάνει νέα τόνωση μυών, προκειμένου να αντεπεξέλθει στο ρόλο της ως στρατιωτίνας των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στο «J. Ι. Jane»!

**Μια άλλη ηθοποιός (και τραγουδίστρια), η Κόρτνεϊ Λαβ, έχασε μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες 15 κιλά για τις ανάγκες του δικού της ρόλου. Κινηματογραφική σύντροφος του εκδότη πορνογραφικών περιοδικών, Λάρι Φλιντ, στην ομώνυμη ταινία του Μίλος Φόρμαν, έπρεπε να προσβληθεί από AIDS, και ήταν πράγματι συγκλονιστική η σκηνή που σχεδόν εξαϋλωμένη υποβασταζόταν από δύο σωματοφύλακες για να περπατήσει!

**Η Λίντα Χάμιλτον, για να γίνει τόσο δυναμική όσο απαιτούσε ο Κάμερον στον «Εξολοθρευτή 2», πήρε 11 κιλά τα οποία μετέτρεψε σε μυς, αφού το εντατικό πρόγραμμα γυμναστικής που έκανε της είχε για πρωινό, εκτός από διάφορες πρωτεΐνες και βιταμίνες, και 30 κάμψεις!

**Η Μίνι Ντράιβερ πήρε για τις ανάγκες του ρόλου της στο «Cirkle of friends» του Πατ Ο' Κόνορ, 15 κιλά σε 24 μέρες, ενώ η Ρενέ Ζελβέγκερ πήρε άλλα τόσα για το «Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς» της Σάρον Μαγκουάιρ. Αμέσως μετά σταμάτησε να τρώει, γιατί η επιτυχία απαιτούσε ν' αρχίσει να χορεύει: έκανε την απαραίτητη δίαιτα και γύρισε το «Σικάγο».

**Οι άντρες τα πήγαν ακόμη καλύτερα. Ο Ντένις Κουέιντ πέθανε από την πείνα για να υποδυθεί τον καουμπόι Ντοκ Χόλιντεϊ στο «Γουάιατ Ερπ» και ο Σιλβέστερ Σταλόνε έγινε το ακριβώς αντίθετο του «Ρόκι», στο «Copland»: ένας μαλθακός, χοντρός αστυνομικός. Ηταν η καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, όπως παραδέχτηκαν όλοι οι κριτικοί.

**Οπως και για τον Εντριαν Μπρόντι, τον βραβευμένο με Οσκαρ πρωταγωνιστή του «Πιανίστα», ο οποίος καθοδηγούμενος από τον Ρομάν Πολάνσκι έχασε στην αρχή 15 κιλά, καθώς προηγούνταν στα γυρίσματα οι σκηνές που ήταν αιχμάλωτος σε στρατόπεδο εξολόθρευσης εβραίων και στη συνέχεια τα πήρε για να ολοκληρωθεί η ταινία. Οπως εξομολογήθηκε, τον καιρό της μεγάλης πείνας ήταν συνέχεια ξαπλωμένος, καθώς δεν άντεχε να κάνει τίποτα εκτός από το γύρισμα της ημέρας.

**Δραματικές και επίπονες ήταν οι προσπάθειες για απώλεια βάρους που κατέβαλε και ο Τομ Χανκς για τις ανάγκες δύο ταινιών: του «Ναυαγού» (όπου πήρε υποψηφιότητα για Οσκαρ) και του «Φιλαδέλφεια» του Τζόναθαν Ντέμι, όπου υποδύεται τον ασθενή που πάσχει από AIDS και τελικώς πεθαίνει, αλλά, χαλάλι, το κέρδισε το αγαλματάκι.

**Πάντως, το ομαδικό ρεκόρ αδυνατίσματος κατέχει ο σκηνοθέτης Ολιβερ Στόουν, καθώς, όπως αφηγείται ο Τομ Μπέρεντζερ, όλοι οι στρατιώτες του «Πλατούν» έχασαν δέκα με δεκαπέντε κιλά στις ζούγκλες των Φιλιππίνων, για να μοιάσουν με πραγματικούς στρατιώτες, κάτι που δεν ήταν και τόσο δύσκολο λόγω των κακουχιών. Επίσης, ο σκηνοθέτης τους διέταξε να μείνουν άπλυτοι επί δύο εβδομάδες, πριν αρχίσουν τα γυρίσματα. Μετά από αυτό ο Ολιβερ Στόουν φρόντισε και για τα κιλά του Αντονι Χόπκινς, ο οποίος για να μοιάζει φυσιογνωμικά με τον Νίξον, στην ομώνυμη ταινία, εκτός από ποστίς και μακιγιάζ χρειαζόταν και βάρος.

**Αναγκαστική... πάχυνση έκανε και ο Γουίλ Σμιθ για τις ανάγκες της ταινίας «Αλι» του Μάικλ Μαν, καθώς υποδύθηκε τον Μοχάμεντ Αλι, και στη νεότητα, αλλά και στη χρυσή εποχή του, του παγκόσμιου πρωταθλητή στην κατηγορία βαρέων βαρών. Τουλάχιστον δέκα κιλά πήρε για τα «Προεδρικά χρώματα» ο Τζον Τραβόλτα, προκειμένου να «φωτογραφίζει» όσο το δυνατόν καλύτερα τον Μπιλ Κλίντον, ενώ στην ίδια ταινία οχτώ κιλά βαρύτερη έπαιξε και η Κάθι Μπέιτς.

**Ακόμη και ο «Τελευταίος σαμουράι», Τομ Κρουζ, πήρε δέκα κιλά, προκειμένου να του στέκονται καλά οι πανοπλίες που έπρεπε να φοράει, ενώ και ο «Master and Commander», Ράσελ Κρόου, πάχυνε για τις ανάγκες του ρόλου του. Είχε πάρει μάλιστα τέτοια φόρα, που τελικώς τον σταμάτησε ο σκηνοθέτης Πίτερ Γουίαρ.

- Μα γιατί; αναρωτιέται ο κοινός θνητός· εμείς δεν μπορούμε να χάσουμε ούτε δύο κιλά σε ένα χρόνο και χάνει ο διάσημος δέκα σε ένα μήνα;

- Η απάντηση είναι λίγο αλμυρή: κοστίζει έναν διατροφολόγο, έναν γιατρό, έναν γυμναστή, έναν μάγειρα και έναν γραμματέα.

- Α, και να μην κάνεις απολύτως τίποτα. Δεν το λέμε εμείς, αλλά η Ελ Μακφέρσον, που κάπως έτσι γύρισε το «Sirens»!


7 - 15/02/2004

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Κερδισμένοι στη μετάφραση

Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

BABEΛ
Τη «χρυσή σφαίρα» καλύτερης ξένης ταινίας πήρε -ως γνωστόν- φέτος η... αμερικανική «Γράμματα από την Ιβοτζίμα» , του εξαιρετικά ταλαντούχου και φυσικά τελείως Αμερικανού Κλιντ Ιστγουντ, διότι είναι, με εξαίρεση δύο τρεις σκηνές, γυρισμένη στα ιαπωνικά. Υποψήφια για το ίδιο βραβείο ήταν και η επίσης ξενόγλωσση ταινία του Μελ Γκίμπσον «Apocalypto».

Κι αν ακούγεται αυτό παράδοξο, σκεφτείτε ότι στα Οσκαρ την ερχόμενη Κυριακή θα γίνουν τα ανάποδα: ο Ιστγουντ θα διαγωνιστεί στη μεγάλη κατηγορία, της καλύτερης ταινίας, και όχι στην ξενόγλωσση, διότι η αμερικανική ακαδημία δεν επιτρέπει να διαγωνιστεί στην κατηγορία των ξενόγλωσσων φιλμ ταινία που κατασκευάστηκε στην Αμερική.

Λίγα χρόνια πριν, ο Μελ Γκίμπσον με την ταινία του τα «Πάθη του Χριστού» είχε κερδίσει υποψηφιότητες για φωτογραφία , μουσική και μέικ απ, αλλά όχι για ξένη ταινία, μολονότι οι ηθοποιοί μιλούσαν απταίστως την... αραμαϊκήν. Η Ενωση Ξένων Ανταποκριτών επανέφερε το θέμα της δημιουργίας κατηγορίας για ξενόγλωσσα φιλμ ασχέτως εθνικότητας. Η Ακαδημία απάντησε ότι δεν υπάρχουν κονδύλια και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Νωρίτερα όμως η Αμερικανική Ενωση Κριτικών βράβευσε τον αριστουργηματικό «Λαβύρινθο του Πάνα» του Μεξικανού Γκιγιέρμο ντελ Τόρο κι ας τον έριξε ο θείος Οσκαρ εκεί που του έπρεπε, στην υποψηφιότητα της καλύτερης ξένης ταινίας, δηλαδή στη β' εθνική.

Πολύ μπερδεμένα τα κινηματογραφικά πράγματα στην Αμερική, με σοβαρές φωνές να ζητούν την απενοχοποίηση των υποτίτλων, ποντάροντας στο ασύνηθες γεγονός ότι διάσημοι σκηνοθέτες (Ιστγουντ, Γκίμπσον) γυρίζουν με αμερικανικά κεφάλαια ξενόγλωσσες ταινίες, τις οποίες οι αμερικανοί πολίτες καλούνται να δουν με υπότιτλους και η Ακαδημία να ψηφίσει! Οι υποστηρικτές των... υποτίτλων, κυρίως δημοσιογράφοι μεγάλων εφημερίδων, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων, καθώς και διανομείς ευρωπαϊκών ή ασιατικών ταινιών σε καλλιτεχνικό κύκλωμα, υπενθυμίζουν ότι το «Τίγρης και δράκος» του Ανγκ Λι, το 2001, σε άπταιστα κινεζικά, μάζεψε δέκα υποψηφιότητες στα Οσκαρ και έκανε 120 εκατ. δολάρια. Αρα; Αρα, λένε, είναι θέμα καλού σινεμά, μάρκετινγκ και επενδύσεων.

Βαβέλ και στο σινεμά

«Το τείχος έπεσε» είχαν γράψει οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» και η Σόνι που είχε αναλάβει τη διανομή της ταινίας δεν πίστευε την καλή της τύχη. Βεβαίως, το θαύμα δεν ξανάγινε. Η αμέσως καλύτερη ταινία σε εισιτήρια ήταν τα «Ιπτάμενα στιλέτα» του Ζανγκ Γιμού, που απέφερε το 2004 μόλις 11 εκατ. δολάρια.

Ο Ανγκ Λι ξανάκοψε εισιτήρια, αλλά με τα «Μυστικά του Brokeback Mountain» γυρισμένα στα αγγλικά! Οπως και πάρα πολλοί άλλοι χαρισματικοί σκηνοθέτες που από τις αρχές του αιώνα ταξιδεύουν προς Δυσμάς, ο Ντελ Τόρο και ο Ανγκ Λι έχουν ήδη καταθέσει την ιδιοφυή ματιά τους γυρίζοντας αμερικανικές ταινίες.

Φέτος, άλλωστε, στα Οσκαρ παίζει με πολύ σοβαρές προοπτικές, σε τρεις κατηγορίες, μια πολύγλωσση ταινία, η «Βαβέλ» του Αλεχάντρο Γκονζάλες Αναρίτου. Ακόμη και οι κλασικοί αντιπρόσωποι του εμπορικού σινεμά ενέταξαν σε ταινίες σαν τον «Τελευταίο σαμουράι» με τον Τομ Κρουζ, χάριν της αληθείας ή της αληθοφάνειας, σκηνές με ιαπωνικά ή γαλλικά και αντίστοιχους αμερικανικούς υπότιτλους. Μαζί τους και ένας ενθουσιασμένος κόσμος της διανόησης που θεωρεί ότι το θέμα του ταμπού της ξένης γλώσσας και της ξένης ταινίας θα αλωθεί εκ των έσω, από αμερικανούς κινηματογραφιστές που θα τολμούν. Και η Ακαδημία μαζί με τα στούντιο θα αναγκάζονται να τους βραβεύουν!

Θα γίνουν έτσι τα πράγματα; Το Χόλιγουντ θα μπορούσε να έχει τους λόγους του: Ηδη από το τέλος της δεκαετίας του '90 βλέπει τις γιγάντιες αγορές της Ασίας, της Ρωσίας με απεριόριστη όρεξη! Εχοντας εμπλακεί πλέον και στη χρηματοδότηση ταινιών που έκαναν επιτυχία και στις ντόπιες αγορές αλλά και παγκοσμίως, όπως το κορεατικό «Shadowless sword» και το κινεζικό «Kung Fu Hustle», η Μέκκα του σινεμά ξέρει ότι είναι πολλά τα λεφτά για να τ' αφήσει. Η Sony και η Ντίσνεϊ δραστηριοποιούνται έντονα στις αγορές του Μεξικού και της Ινδίας, η Γιουνιβέρσαλ τα τελευταία τέσσερα χρόνια χρηματοδοτεί ταινίες στην Κεντρική Ευρώπη και τη Νότιο Αμερική, ενώ η 20th Century Fox κάνει επενδύσεις στη Βραζιλία, την Κίνα, την Κορέα και τη Ρωσία. Στις δύο τελευταίες αγορές αναπτύσσεται και η New Line. Η Κίνα μάλιστα, θεωρείται το νέο Ελντοράντο.

Η Sony που χρηματοδοτεί κινεζικές ταινίες τα τελευταία εννιά χρόνια έχει ήδη στο ενεργητικό της δώδεκα ταινίες, στην παραγωγή των οποίων συμμετέχει με το 30%-40% των κεφαλαίων. Βέβαια, στις χώρες αυτές τις πρώτες θέσεις σε εισιτήρια καταλαμβάνουν ντόπιες παραγωγές και σε καμιά περίπτωση ο Scooby Doo 2! Κι ας προσπαθεί το Χόλιγουντ, έναν αιώνα τώρα, να ρίξει το ταμπού των υπότιτλων! Το μόνο που κινείται ευέλικτα, χωρίς κανένα γλωσσικό ή πολιτισμικό εμπόδιο, είναι το χρήμα!


7 - 18/02/2007

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Τα Όσκαρ ψηφίζουν γυναίκες

της Ελεωνόρας Ορφανίδου



Αλλη μια χρονιά η Νικόλ Κίντμαν θα περπατήσει με χάρη πάνω στο κόκκινο χαλί και θα δείξει στους φωτογράφους το καινούργιο της φουστάνι.

Στο Κόντακ Θίατερ, θα καθίσει μπροστά και μια κάμερα θα απαθανατίζει τις αντιδράσεις της, κάθε φορά που κάποιος συνάδελφός της θα σηκώνεται για να πάρει το Οσκαρ του. Φεύγοντας όμως δεν θα ακουμπήσει στο διπλανό κάθισμα της Μερσέντες της το πολυπόθητο αγαλματάκι. Δεν είναι καν υποψήφια. Διότι φέτος θα καρδιοχτυπήσουν για τα Οσκαρ κάποιες άλλες γυναίκες. Σαν αυτές, που όπως έγραψε ο διάσημος Αμερικανός κριτικός Ρότζερ Σέμπερτ, συναντά κανείς σε φεστιβάλ ανεξάρτητων κινηματογραφιστών, όπως το «Σάντανς». Σαν την κυρία Πάτι Τζένκινς, που η ταινία της «Το τέρας», έκανε τη Σαρλίζ Θέρον από σταρ ηθοποιό, ή την κυρία Νίκι Κάρο, της οποίας η πρωταγωνίστρια, Κέισα Κάστλ Χιούζ, μόλις δεκατριών ετών, διεκδικεί Οσκαρ καλύτερης ηθοποιού.

Τι έπαθαν τα μέλη της Ακαδημίας; Κάποιες από αυτές τις κυρίες δεν έχουν καν ένα αξιοπρεπές φόρεμα από εκείνα που ράβονται στου Ντιορ ειδικά για τη βραδιά, βρίζουν το Χόλιγουντ και σνομπάρουν τα κόκκινα χαλιά! Και οι αμερικανοί φαν της τελετής δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν ούτε τις μισές από τις υποψήφιες ταινίες! Αναστάτωση και στον αξιοπρεπή κόσμο των «μπούκερ»: «Ποια είναι αυτή η Σάρι Σπρίνγκερ Μπέρμαν που διεκδικεί Οσκαρ σεναρίου;».

Τα φετινά Οσκαρ, όποιους κι αν βραβεύσουν, έκαναν την έκπληξη από νωρίς. Εφεραν στα μεγάλα βραβεία γυναίκες! Η Σοφία Κόπολα, με το «Χαμένοι στη μετάφραση», είτε πάρει κάποιο από τα Οσκαρ «καλύτερης ταινίας», «σκηνοθεσίας» και «σεναρίου» είτε όχι, θα είναι η πρώτη Αμερικανίδα και η τρίτη γυναίκα στην ιστορία του θεσμού που διεκδίκησε το αγαλματίδιο και τον τίτλο του καλύτερου σκηνοθέτη. Τα προγνωστικά λένε ότι τα μέλη της Ακαδημίας θα ξεπεράσουν το σκόπελο, δίνοντάς της το Οσκαρ σεναρίου όπως έκαναν με την Νεοζηλανδή Τζέιν Κάμπιον για τα «Μαθήματα πιάνου» το 1993, ή δεν θα της δώσουν τίποτα όπως έκαναν με την Ιταλίδα Λίνα Βερτμίλερ και το «Seven Beauties» το 1976. Μπορεί να γίνει κι έτσι! Ομως κάτι έχει ήδη αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί κοιτούν το σινεμά τους.

Η Ακαδημία πήρε το «ρίσκο» μιας «μικρής» ταινίας και της γυναίκας δημιουργού της και το ανέδειξε. Ισως σήμανε η ώρα να πάρει και η βιομηχανία τα δικά της. Η οποία με τις σκηνοθέτιδες έχει πάρει διαζύγιο από την εποχή της Λόις Βέμπερ, που στη δεκαετία του '20 έβγαζε περισσότερα χρήματα από τον Γκρίφιθ και τον Ντε Μιλ.

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Σαν Ντιέγκο, εννιά στις δέκα ταινίες που προβλήθηκαν στις ΗΠΑ το 2001 έγιναν από άντρες. Οι γυναίκες γύρισαν μόλις το 6% των διακοσίων πενήντα μεγαλύτερων ταινιών του Χόλιγουντ: Η Κάθριν Μπιγκελόου («K-19-The widow maker»), η Μίμι Λίντερ («Deep Impact»), η Τζόντι Φόστερ, η Πένι Μάρσαλ, η Νόρα Εφρον («Αγρυπνος στο Σιάτλ») και η Νάνσι Μάγερς. Η οποία είναι η μοναδική κυρία των στούντιο που εκπροσωπεί φέτος στα βραβεία της Ακαδημίας τις συναδέλφους της με το «Something's Gotta Give»: η πρωταγωνίστριά της, Νταϊάν Κίτον, διεκδικεί το «Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου».

Η κυρία Μάγερς, λένε πολλοί κριτικοί, απέδειξε φέτος αλλά και με την προηγούμενη ταινία της «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες», ότι οι σκηνοθέτιδες μπορούν, εκτός από δράμα, μελόδραμα και ερωτικές κομεντί, να γυρίσουν και ταινίες με χιούμορ που μπορούν να διασκεδάσουν το κοινό.

Η Μάγερς είναι αυτό που λέμε, αν και γυναίκα, μια πολιτικώς ορθή επιλογή: η ταινία της προέρχεται από μεγάλο στούντιο, έχει προβληθεί σε πολλές αίθουσες, η ίδια φυσικά δεν έχει προταθεί για τα Οσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας και είναι γνωστή μεταξύ γνωστών!

Αλλά η Πάτι Τζένκινς ποια είναι; Σίγουρα μια όχι τυχαία, αφού το «Τέρας» είναι η πρώτη της ταινία και ήδη κατάφερε να κάνει τη Σαρλίζ Θέρον αστέρι πρώτου μεγέθους. Χάρη στον ρόλο μιας κατ' εξακολούθηση δολοφόνου, της Αϊλίν Γουόρνος, η Θέρον κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και είναι το φαβορί για το αντίστοιχο Οσκαρ, στο οποίο όμως έχει μια δεκατριάχρονη ανταγωνίστρια που ερμήνευσε τον ρόλο μιας ιθαγενούς Μαορί υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση μιας άλλης γυναίκας, της Νίκι Κάρο, στην ταινία «Whale Rider». Η κυρία Κάρο, από τη Νέα Ζηλανδία είχε κάνει άλλη μία ταινία, και είναι βέβαιο, η υποψηφιότητα της πρωταγωνίστριας της, της προκάλεσε την ίδια έκπληξη με αυτή του κοινού.

Πιο φυσιολογική ακούγεται η υποψηφιότητα της Χόλι Χάντερ για το Οσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου. Ακούγεται αλλά δεν είναι. Οσοι έχουν δει την ταινία, το «Thirteen» της Κάθριν Χάρντγουικ, τη χαρακτηρίζουν τρομακτική.

Οικογενειακές βραβεύσεις

Τελευταία μεταξύ των γυναικών που η Ακαδημία αποφάσισε ότι μπορούν να «παίξουν μπάλα όπως ο Μπέκαμ», η σκηνοθέτις Σάρι Σπρίνγκερ Μπέρμαν με το «American Splendor», για το οποίο διεκδικεί Οσκαρ διασκευασμένου σεναρίου. Το «American splendor» είναι η μεταφορά στο σινεμά μιας πολύ δημοφιλούς underground σειράς κόμικς.

Τόσο η κυρία Μπέρμαν όσο και η κυρία Κόπολα αλλά και όλες οι σκηνοθέτιδες που πέρασαν το «άβατον» με μικρές ή μεγάλες υποψηφιότητες κινούνται σε έναν αντρικό κόσμο, αυτόν του αμερικανικού σινεμά. Οσο κι αν φαίνεται περίεργο, η Σοφία Κόπολα θα έπαιρνε πιο εύκολα βραβείο καλύτερης ταινίας αν διαγωνίζονταν στην ξενόγλωσση κατηγορία. Οι κυρίες Μάρλιν Γκόρις με το «Antonia's Line» και Κάρολιν Λινκ με το περσινό «Nowhere in Africa» το έχουν καταφέρει. Μοναδικό αβαντάζ της νεαρής κυρίας, η αντρική κινηματογραφική της οικογένεια. Αν πάρει κάποιο από τα τρία Οσκαρ (η ταινία της είναι υποψήφια και για τέταρτο βραβείο, της καλύτερης αντρικής ερμηνείας για τον Μπιλ Μάρεϊ), θα ισοφαρίσει την οικογένεια Χιούστον. Ως γνωστόν, ο παπούς Γουόλτερ, ο πατέρας Τζον και η κόρη Αντζέλικα έχουν βραβευτεί από την Ακαδημία. Οσον αφορά την οικογένεια Κόπολα, ο παππούς Κάρμιν πήρε Οσκαρ για τη μουσική στο «Νονός νούμερο 2», ο πατέρας Φράνσις Φορντ τα γνωστά και η κόρη Σοφία είναι σε πολύ καλό δρόμο.

Η Ακαδημία έδωσε φέτος φωνή στις γυναίκες και τους ανεξάρτητους. Τα στούντιο όμως είναι πάντα εδώ με ταινίες κολοσσούς, όπως ο «Αρχοντας των δαχτυλιδιών», το «Master and Commander: Στα πέρατα της γης», το «Sea biscuit». Εδώ είναι και ο καλύτερος Κλιντ Ιστγουντ μετά τους «Ασυγχώρητους», με το «Mystic River».

Ισως το ότι έφτασε φέτος μια γυναίκα μέχρι τις υποψηφιότητες «καλύτερης ταινίας», «σκηνοθεσίας» και «σεναρίου» να είναι το φετινό υπέρτατο όριο. Απλώς, φέτος οι επιλογές των μελών της Ακαδημίας δημιούργησαν προσδοκίες. Δεν μας αρκεί η νίκη της Σαρλίζ Θέρον ως εκπροσώπου μιας ταινίας που ήρθε στην καρδιά της αμερικανικής κινηματογραφίας σχεδόν από το διάστημα. Ολοι θέλουμε να δούμε κάτι παραπάνω από ένα... άλλοθι, αν και τα Οσκαρ έχουν αποδείξει πως δεν είναι το καλύτερος μέρος για τους πρωτοπόρους. Ακόμα κι αν έχουν το προνόμιο να είναι άντρες!


7 - 22/02/2004

Πόσα κερδίζεις μ' ένα OSCAR

της Ελεωνόρας Ορφανίδου

Αν τα Οσκαρ είναι η τιμή που επιφυλάσσει το Χόλιγουντ στον εαυτό του, οι ταινίες που φθάνουν ώς εκεί τι είναι;

Μπορεί οι Αμερικανοί να βαυκαλίζονται ότι βραβεύουν (αφού πρώτα παράγουν) τα καλύτερα φιλμ της χρονιάς, αλλά εμείς οι υπόλοιποι δεν είμαστε... αμερικανάκια! Πέρα από το γεγονός ότι η αποψινή τελετή αφορά, κατά 99%, μόνο το αγγλόφωνο σινεμά, είναι διαπιστωμένο ότι η Ακαδημία του Κινηματογράφου χάνει πολλές φορές την μπάλα, είτε βραβεύοντας μετριότητες, είτε αφήνοντας απ' έξω αριστουργήματα. Τι είναι λοιπόν μια ταινία που φτάνει στα Οσκαρ; Πάνω απ' όλα πολύφερνη.

Στο Χόλιγουντ δεν κάνουν ταινίες μόνο για το ονόρε, κι αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Ακόμη και οι πιο καλλιτεχνικές δημιουργίες κυριαρχούνται από την προσδοκία της αποδοχής τους από το κοινό. Μια ταινία που θα φτάσει στις υποψηφιότητες των Οσκαρ θα κερδίσει αυτή την ευκαιρία. Και όσο πιο «δύσκολη» είναι για το μεγάλο κοινό τόσο το καλύτερο. Η διαπίστωση ανήκει σε ερευνητή αμερικανικού πανεπιστημίου, ο οποίος με στοιχεία και νούμερα ανέλυσε μια τελετή και μια διαδικασία που εμείς απολαμβάνουμε από την τηλεόραση, νομίζοντας ότι βλέπουμε τον βασιλιά του σόου να μας δείχνει απλώς την εκλεκτή πραμάτεια του. Ο κύριος Ράντι Νέλσον, λοιπόν, καθηγητής οικονομικών στο Κόλμπι Κόλετζ, διαπίστωσε ότι μια ταινία που φθάνει στα Οσκαρ κόβοντας στο μεταξύ πάρα πολλά εισιτήρια κερδίζει τη δόξα και ολίγον τι από χρήμα, διότι έπιασε ήδη οροφή και δεν μπορεί να ανεβάσει θεαματικά τα κέρδη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Αρχοντας των δαχτυλιδιών» του 2003, που δεν ανέβασε καθόλου τις εισπράξεις του στις ΗΠΑ, παρ' ότι μάζεψε πλήθος βραβείων, γιατί την είχαν δει όλες οι αμερικανικές οικογένειες μαζί με τα κατοικίδιά τους.

Μια ταινία όμως που δεν την είδε το κοινό, θεωρώντας την δύσκολη, όταν φθάνει στις μεγάλες υποψηφιότητες ή στο χρυσό αγαλματίδιο, ξεκινάει μια δεύτερη καριέρα, και είναι αυτή η περίοδος που της αποφέρει κέρδη.

* Δύο φορές μόνο δεν συνέβη αυτό: το 1998, με τη «Λεπτή κόκκινη γραμμή», και το 1999, με το «Insider». Φέτος, αλλά για άλλο λόγο, δεν κέρδισε οικονομικά η ταινία «Ray», καθώς μόλις μια εβδομάδα μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της κυκλοφόρησε κιόλας σε DVD.

* Κατά τ' άλλα, οι «δύσκολες» για τα αμερικανικά γούστα ταινίες «Million dollar baby» του Κλιντ Ιστγουντ και «Sideways» του Ελληνοαμερικανού Αλεξάντερ Πέιν, είναι κατά τους ειδικούς οι κερδισμένες της χρονιάς. Εως την ημέρα της ανακοίνωσης των υποψηφιοτήτων τους ως καλύτερων ταινιών είχαν κάνει εξήμισι και είκοσι έξι εκατομμύρια δολάρια αντιστοίχως. Τι έγινε μετά; Το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά τις ανακοινώσεις, το «Million dollar baby» έκανε 11,3 εκατομμύρια δολάρια, βγάζοντας πια τα έξοδά του. Ανάλογη ήταν και η διαδρομή του «Sideways». Το «Vera Drake», που διεκδικεί Οσκαρ σκηνοθεσίας, σεναρίου και πρώτου γυναικείου ρόλου, διπλασίασε τα εισιτήρια που έκοψε στις αμερικανικές αίθουσες. Τα «Aviator», «Finding Neverland» ανέβασαν τα εισιτήριά τους κατά 55% και 121%, ποσά που ξεπερνούν κατά πολύ τις επιδόσεις των άλλων, αλλά είχαν άλλα έξοδα και άλλες προσδοκίες για κέρδη, σε σύγκριση με τις μικρές παραγωγές. Μετά δε το πρώτο Σαββατοκύριακο επανήλθαν στις κανονικές τους επιδόσεις.

* Το μεγάλο μπουμ έκανε, το 2001, η «μικρή» ταινία «Ο χορός των τεράτων», για την οποία η Χάλε Μπέρι κέρδισε το Οσκαρ ερμηνείας. Εως την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της, είχε κόψει εισιτήρια αξίας 18 εκατομμυρίων δολαρίων. Αμέσως μετά έφτασε τα 30 εκατομμύρια μόνο στην Αμερική και έκανε διεθνή καριέρα, που ακόμη συνεχίζεται μέσω των βίντεο κλαμπ. Πρόεδρος ανεξάρτητης εταιρείας παραγωγής δήλωσε στον Hollywood reporter ότι μια ταινία που κόβει μέχρι την υποψηφιότητά της έως πενήντα εκατομμύρια δολάρια σε εισιτήρια, αμέσως μετά διπλασιάζει τα κέρδη της.

Επιπροσθέτως, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο δολάρια κερδίζει μια ταινία με υποψηφιότητα στους πρώτους ρόλους, ενώ ανεβάζει στα ύψη και τον ηθοποιό. Πάντα; Οχι, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. «Ο χορός των τεράτων» έκανε για παράδειγμα αστέρι πρώτου μεγέθους την Μπέρι, η οποία αμέσως έγινε κορίτσι του Τζέιμς Μποντ με τις ανάλογες αποδοχές, και σε δόξα, και σε χρήμα.

* Το αυτό συνέβη με τη Σαρλίζ Θέρον που κέρδισε το χρυσό αγαλματίδιο για το «Monster» και ανέβασε τον μισθό της από 3 εκατομμύρια δολάρια ανά ταινία σε 8. Ο Σον Πεν, όμως, μαρκαρισμένος ως «ποιοτικός», δεν κατάφερε να ανεβάσει το κασέ του, παρά το περσινό «Mystic river», ούτε να εξασφαλίσει ρόλους σε μπλοκμπάστερ που θα τον έκαναν δημοφιλή στην Αμερική.

* Οι υποψηφιότητες και τα βραβεία, λένε οι αμερικανοί παραγωγοί, δεν σε κάνουν σταρ, και προβάλλουν ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Χίλαρι Σουόνγκ, που έχει κερδίσει Οσκαρ για το «Boys don't cry» και διεκδικεί δεύτερο χρυσό αγαλματίδιο για το «Million dollar baby».

Οπως δήλωσε διάσημος παραγωγός στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», «δεν μ' ενδιαφέρουν τα Οσκαρ της, ούτε το γεγονός ότι είναι πραγματικά καταπληκτική ηθοποιός· η γυναίκα δεν είναι σταρ». Η Σουόνγκ δεν εξαργύρωσε τις επιδόσεις της στη δραματική τέχνη, ούτε σε δόξα, ούτε σε χρήμα. Εξακολουθεί να δουλεύει σε μικρές παραγωγές και είναι ελάχιστα γνωστή στο κοινό των μεγάλων κινηματογραφικών αιθουσών.

* Οι δεύτεροι ρόλοι αφήνουν μόνο τα δάκρυα και τη συγκίνηση την ώρα της απονομής. Ποτέ δεν προσέθεσαν εισπράξεις στις ταινίες, ούτε χρήματα και δόξα στους ερμηνευτές. Ισως μόνο κάποια αχνή προσδοκία ότι το μέλλον θα φέρει και τα δύο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα φέτος, το «Closer», με τις δύο υποψηφιότητες, του Κλάιβ Οουεν και της Νάταλι Πόρτμαν. Στο box office δεν υπήρξε αλλαγή.

Τα Οσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου και οι ανάλογες υποψηφιότητες ανεβάζουν τον κύκλο των εσόδων μιας ταινίας, αλλά οι σκηνοθέτες τι κερδίζουν;

* Οι άσημοι, την πιθανότητα να περάσουν στις μεγάλες παραγωγές και να βγάλουν λεφτά. Οι άλλοι, το να κάνουν το όνειρο της ζωής τους ταινία και, ενίοτε, να... καταστραφούν. Ο Μάικλ Τσίμινο το 1978 κέρδισε Οσκαρ για τον «Ελαφοκυνηγό» και χωρίς κανενός είδους περιορισμό γύρισε το «Haven's gate», μια τεράστια εισπρακτική αποτυχία που τον έριξε στη μαύρη λίστα αυτών που παίρνουν χωρίς να φέρνουν δολάρια. Και του Στίβεν Σόντερμπεργκ δεν του πήγε καλά το Οσκαρ για το «Traffic». Το «Solaris», η επόμενη ταινία του, ήταν μέτριο σε όλα και πήγε μέτρια στην αγορά, παρά το γεγονός ότι πρωταγωνιστούσε ένα αστέρι πρώτου μεγέθους, ο Τζορτζ Κλούνεϊ.

Για να μιλήσουμε, όμως, για τον κανόνα αντί για τις εξαιρέσεις, σκηνοθέτες και σεναριογράφοι μέσα από μια υποψηφιότητα ή ένα Οσκαρ κερδίζουν τα χρήματα για την επόμενη ταινία τους, μαζί με τη δυνατότητα να περάσουν την έμπνευσή τους στον κινηματογράφο. Ας μην ξεχνιόμαστε. Αυτή η ελευθερία έκανε το σινεμά τέχνη, αυτούς δημιουργούς και εμάς σινεφίλ!


7 - 27/02/2005