Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινούμενα σχέδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινούμενα σχέδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Η Χιονάτη είναι μαύρη





Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ (oimouses.blogspot.com)

Η πριγκίπισσα Τιάνα, αν και μαύρη, μέσα στον ολόλευκο κόσμο της αγγλοσαξονικής Αμερικής, έκανε εμφάνιση περιζήτητης ντεμπιτάντ, την προηγούμενη εβδομάδα, στη Νέα Υόρκη! Το πάρτι λεγόταν «Παγκόσμια έκθεση παιχνιδιού» και η Τιάνα ήταν το ακριβότερο στολίδι του: η μαύρη πριγκίπισσα, που η Ντίσνεϊ δημιούργησε για να πρωταγωνιστήσει στη νέα της ταινίας κινουμένων σχεδίων με τίτλο «Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος».


-Τυχαίο που αυτή την εποχή και οι πραγματικοί αμερικανοί πρίγκιπες, οι Ομπάμα, είναι μαύροι;

Τυχαίο, λέει η Ντίσνεϊ, που βεβαιώνει ότι είχε σχεδιάσει την ηρωίδα μήνες πριν από την εκλογή.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, οι Ομπάμα είναι εδώ και το πολιτικώς ορθό άλλαξε από τη δεκαετία του '30 που λάτρευε την πάλλευκη Χιονάτη και δεν είχε πρόβλημα με την Κου Κλουξ Κλαν. Η εταιρεία που ακόμη και σήμερα της αποδίδονται κατηγορίες για ρατσισμό και προτεσταντικού τύπου ηθικολογία μοιάζει να ανακρούει πρύμναν, αλλά, όχι εντελώς. Ο... βάτραχος της ταινίας της όταν γίνεται πρίγκιπας είναι πιο άσπρος κι από τη Χιονάτη, την πρώτη πριγκίπισσα της σειράς (1937).

Η ιστορία της Τιάνα διαδραματίζεται στη Λουιζιάνα τη δεκαετία του '20, με την τζαζ να στήνει το απαραίτητο μουσικό σκηνικό για το μιούζικαλ. Η Τιάνα ζει στο γαλλικό κομμάτι της Νέας Ορλεάνης και εργάζεται ως καμαριέρα. Στην πόλη φθάνει ο πρίγκιπας Ναβίν της Μαλδονίας για να συναντηθεί με έναν μάγο. Η συνάντηση κρίνεται εξαιρετικά ανεπιτυχής εκ τους αποτελέσματος, κοινώς ο ωραιότατος πρίγκιπας γίνεται βάτραχος.

Το κλασικό παραμύθι έλεγε ότι αρκούσε το φιλί από μια ωραία για να λυθούν τα μάγια. Εδώ τα πράγματα εξελίσσονται αλλιώς: Η Τιάνα φιλάει το βάτραχο και γίνεται... βατραχίνα. Οι δυο τους θα ζήσουν μια υπέροχη περιπέτεια, η οποία για την Ντίσνεϊ αποτελεί ήδη, μήνες πριν προβληθεί στις αίθουσες, οικονομική επένδυση εκατομμυρίων.

Το χρώμα του κέρδους

Η κούκλα, η οποία βγήκε την περασμένη εβδομάδα στην αγορά της Νέας Υόρκης, θα της αποφέρει κέρδη που δεν ήλθαν λόγω της οικονομικής κρίσης από την πτώση των πωλήσεων των άλλων προϊόντων της. Η Τιάνα στην αρχή λεγόταν Μάντι, αλλά άλλαξε όνομα γιατί στη Νέα Ορλεάνη το όνομα αυτό είναι συνδεδεμένο με τη δουλεία. Φημολογείται ότι μάλλον θα αλλάξει και επάγγελμα, αφού μια μαύρη καμαριέρα λίγες δεκαετίες πριν στο Νότο ήταν σκλάβα. Με την Τιάνα, η Ντίσνεϊ αύξησε τις πριγκίπισσές της σε εννιά. Οι προηγούμενες οκτώ, από το 2000 που άρχισαν να παρουσιάζονται ως «Πριγκίπισσες της Ντίσνεϊ», της έχουν αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια. Τα εμπορικά μυαλά της εταιρείας σκέφτηκαν ότι η συγκυρία και η στατιστική ήταν με την Τιάνα: η πλειονότητα των Αμερικανών σε τριάντα χρόνια θα είναι έγχρωμοι. Ούτως ή άλλως, το θέμα του χρώματος της νέας ηρωίδας επισκίασε το μεγάλο πρόβλημα όλων των πριγκιπισσών, δηλαδή το πόσο αναχρονιστική είναι η ύπαρξή τους ακόμη και στα παραμύθια: Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» το 2006 είχαν θέσει το ζήτημα ξεκάθαρα. «Σε ποια χώρα και σε ποια εποχή αποκαλούμε ακόμη τις κόρες μας πριγκίπισσες»;

Η Ντίσνεϊ απαντά ρεαλιστικά, με αριθμούς: Το 2001 οι πριγκίπισσες έφεραν στην εταιρεία 300 εκατομμύρια δολάρια, το 2006 πάνω από τρία δισεκατομμύρια δολάρια και το 2007 κοντά στα τέσσερα. Η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα, η Ορόρα από την «Ωραία Κοιμωμένη», η Αριελ ως «Μικρή Γοργόνα», η Μπελ από το «Η Ωραία και το τέρας», η Γιασμίν από το «Αλαντίν», η Ποκαχόντας και η Μουλάν αγαπήθηκαν από τα παιδιά κι αυτό, κατά την άποψή τους, δεν έχει να κάνει με την πολιτική.

Φυσικά και δεν είναι έτσι, ακόμη και η Ντίσνεϊ το ξέρει, αρκεί να δεις τις τελευταίες της πριγκίπισσες που όλο και αλλάζουν χρώμα δέρματος. Οι δημιουργοί τους συνειδητά προέταξαν την πολυπολιτισμική ταυτότητα της Αμερικής -και για τους Αμερικανούς και για τις μεγάλες αγορές του κόσμου. Πέτυχαν το στόχο; Η ιθαγενής Ποκαχόντας, η αραβικής καταγωγής Γιασμίν και η Κινέζα Μουλάν έκοψαν απίστευτο αριθμό εισιτηρίων. Αλλά αν ρωτήσεις τις αμερικανιδούλες, προτιμούν την πριγκίπισσα Αριελ ή την Ορόρα. Και η Κίνα αδιαφόρησε για τη Μουλάν.

Η Αμερική παραμένει λευκή και τα κοριτσάκια, ό,τι κι αν λένε οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», προτιμούν τις πριγκίπισσες. Κάθε καλή μαμά ξέρει ότι η πιο δημοφιλής κούκλα της κόρης της είναι μια πριγκίπισσα: η εξερευνήτρια Ντόρα με στέμμα.


7 - 01/03/2009

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Σινεμά αλά καρτ



Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Chocolat
Στο «Αλφαβητάρι του διαβόλου» ο συγγραφέας Αμπρόουζ Μπιρς παρομοιάζει τα ποντίκια με ζώα που σπέρνουν στο πέρασμά τους λιπόθυμες γυναίκες. Ο Μπιρς δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον Ρεμί, έναν ποντικό που νιώθει παγιδευμένος στους παρισινούς υπονόμους και ονειρεύεται να διευθύνει την κουζίνα ενός μοδάτου εστιατορίου. Μπλιαχ, αηδιαστικό και να το σκέφτεσαι: Ενας ποντικός να μαγειρεύει σε ρεστοράν με αστέρια της Μισελέν; Κι όμως, ο νέος ήρωας της Πίξαρ, που πρωταγωνιστεί στην ταινία κινουμένων σχεδίων Ρατατούης, αυτό θέλει να κάνει στη ζωή του, κι ας είναι ποντικός. Βλέπετε, ο κόσμος των καρτούν δεν είναι ρατσιστικός, αλλιώς η υπόθεση της ταινίας θα ήταν πώς το συνεργείο απολυμάνσεων εξοντώνει το Ρεμί και τον πετάει στις γάτες. Αντιθέτως ο Ρεμί είναι συμπαθέστατος, άξιος διάδοχος των ποντικών της Ντίσνεϊ, Τζέρι και Σπίντι Γκονζάλες.

Ο αξιαγάπητος Ρεμί λοιπόν και ο φίλος του, ο μάγειρας Λιγκουίνι, είναι οι ήρωες της διπλανής πόρτας που πραγματοποιούν τα όνειρά τους χάρη στην ικανότητα και την επιμονή τους, παρά τα εμπόδια των εχθρών τους, όπως ο κριτικός γεύσης Αντον (στον οποίο δανείζει με εξαιρετική επιτυχία τη φωνή του ο Πίτερ Ο' Τουλ).

Το αμερικανικό διαβατήριο της επιτυχίας (επιμονή και προσπάθεια κάμπτουν όλα τα εμπόδια) είναι ένας μύθος που τον λέμε όλοι στα παιδιά -ας μην ξεχνάμε και τα χειρότερα, ότι ο άλλος ποντικός, ο Σπίντι Γκονζάλες, πλάστηκε από τον Γουόλτ Ντίσνεϊ όταν η Αμερική θέλησε να διεισδύσει πολιτικά και οικονομικά στη Λατινική Αμερική! Παρόλα αυτά η εταιρεία του θείου Γουόλτ έχει και τα καλά της! Και καλές ταινίες στο ενεργητικό της αλλά και πολλά λεφτά που έδινε επί δέκα χρόνια -με το αζημίωτο- στην Πίξαρ, ώσπου τελικώς αγόρασε και το 51% των μετοχών της.

Σκηνοθέτης με παρελθόν

Η Πίξαρ ξεκίνησε το 1984 από την ομάδα των ειδικών εφέ του σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας και έκανε τη διαφορά το 1995, όταν γύρισε το «Toy Story», την πρώτη τρισδιάστατη ταινία μεγάλου μήκους, η οποία εκτός από Οσκαρ κατέκτησε και το μεγάλο κοινό. Από τότε μετρήστε: «Ζουζούνια», «Toy story 2», «Μπαμπούλας Α.Ε.», «Οι απίθανοι», «Αυτοκίνητα»! Αριστούργημά της θεωρείται, βεβαίως, το «Ψάχνοντας το Νέμο». Ο «Ρατατούης», ο οποίος θα προβληθεί εντός των ημερών και στις ελληνικές αίθουσες, διεκδικεί με αξιώσεις μία θέση στην ίδια δεκάδα! Γιατί όχι; Εδώ κατάφερε να μας ψήσει ότι κάνει για σεφ.

Είναι μια τέχνη στην οποία εντρύφησαν ουκ ολίγοι ήρωες του σινεμά. Η πιο αντιπροσωπευτική food movie είναι η δανέζικη «Γιορτή της Μπαμπέτ» του Γκαμπριέλ Αξελ (Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, 1988). Γαλλίδα πρόσφυγας στη Δανία, η Μπαμπέτ εργάζεται ως οικονόμος στο σπίτι δύο γηραιών κυριών και ξοδεύει όλα της τα χρήματα για να ετοιμάσει το γεύμα για το μνημόσυνο του πατέρα τους. Πρώην σεφ στο Παρίσι, αλλάζει με τα γκουρμέ εδέσματά της τη ζωή μιας ολόκληρης κοινότητας, στην οποία διδάσκει απλώς και μόνο μαγειρεύοντας, τη συγχώρεση. Συγχωρείς και το διάολο όταν σου 'ρχονται στο πιάτο τα πιτσούνια της Μπαμπέτ!

**Αντιθέτως, αποστρέφεις τα μάτια πάρα πολλές φορές, για να μη δεις την ανθρωποφαγία στο «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ. Εδώ το φαγητό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: εκδίκηση. Η Τζορτζίνα, η γυναίκα του κλέφτη, αποφασίζει να εκδικηθεί τη δολοφονία του εραστή της από τον άντρα της, προσφέροντάς του τον κυριολεκτικά στο ταψί, με πατάτες και λαχανικά βρασμένα στον ατμό.

**Για άλλους λόγους τρελαίνεσαι στο περσινό «Η χώρα του fast food» του Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, και στο παλιότερο «Super size me», το ντοκιμαντέρ του Μόργκαν Σπάρλοκ, που παρακολούθησε την υγεία του, πριν και μετά την κατανάλωση πρόχειρων φαγητών ώσπου κόντεψε να τα κακαρώσει!

**Ως εικόνα της αχόρταγης καταναλωτικής κοινωνίας και της παρακμής της αστικής τάξης παρουσίασε τις γκουρμέ απολαύσεις ο Μάρκο Φερέρι το 1972 στο «Μεγάλο φαγοπότι», μια ταινία που προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις. Οι Μαστρογιάνι, Τονιάτσι, Πικολί και Νουαρέ, αξιοσέβαστοι αστοί, απομονώνονται σε μια βίλα έξω από το Παρίσι και επιδίδονται σε ένα όργιο κατανάλωσης φαγητού και σεξουαλικών απολαύσεων, μέχρι τελικής πτώσεως.

**Το φαγητό χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο παρακμής, μιας άλλης τάξης, της αριστοκρατικής, από τη Σοφία Κόπολα, στην ταινία της «Μαρία Αντουανέτα» με την Κίρστεν Ντανστ. Και μολονότι η ιστορία δεν της αποδίδει τελικώς τη φράση «ας φάνε παντεσπάνι» για τους πεινασμένους υπηκόους της, στη γαλλική αυλή ήξεραν και να τρώνε και να φτιάχνουν ωραία γλυκίσματα.

**Στο επιδόρπιο κρύβει τα μυστικά της και η ταινία «Chocolat» του Λάσε Χάλστρομ με τη Ζιλιέτ Μπινός και τον Τζόνι Ντεπ. Σ' ένα απομονωμένο χωριό της Γαλλίας φθάνει μια ζαχαροπλάστις, τα γλυκά της οποίας θα κατακλύσουν τους κατοίκους με ερωτικές επιθυμίες. Η σοκολάτα θεωρείται όργανο του σατανά και η Μπινός πέφτει κι αυτή θύμα της επιθυμίας της. Τέλος καλό όλα καλά, με ηθικό δίδαγμα το ότι πρέπει να ικανοποιούμε και όχι να στερούμε το πνεύμα και το σώμα μας. Περισσότερο, πάντως, μένουν στο νου τα γλυκά που έφτιαχνε η κινηματογραφική Βιάν, τα οποία εξάλλου ήταν δημιουργίες ενός εκ των ειδικών στη σοκολάτα, του παγκοσμίου φήμης Βάλτερ Μπιάνζ.

Σοκολάτα - τιμωρός

** Ανατρεπτική είναι η ματιά του Τιμ Μπάρτον, σε μια άλλη σοκολατο-ιστορία, στο εκπληκτικό «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας». Πέντε παιδιά κερδίζουν το ονειρικό ταξίδι σε ένα εργοστάσιο σοκολάτας, αλλά μόνο ένα το αξίζει! Και ο Μπάρτον όπως και ο συγγραφέας του βιβλίου Ρόαλντ Νταλ δε διστάζει να τα τιμωρήσει. Κάτω από την υπέροχη σοκολάτα του μυθικού εργοστασίου καραδοκούν τους κακούς κάθε λογής παγίδες. Οι λαίμαργοι τιμωρούνται, οι εγωιστές επίσης! Ο Τσάρλι κερδίζει το εργοστάσιο γιατί είναι ένα πλάσμα γεμάτο αγάπη και ο ιδιοκτήτης του, ο Τζόνι Ντεπ, σε άλλον ένα εκκεντρικό ρόλο, κερδίζει αυτό που αναζητούσε σε όλη του τη ζωή, την αγάπη!

**Αγάπη και ζωή κερδίζουν μέσα στην κουζίνα τους και άλλοι δύο ήρωες, η γερμανίδα σεφ «Bella Martha», της ομότιτλης ταινίας και ο ιταλός βοηθός της. Η Μάρθα είναι μια σεφ που ζει αποκλειστικά για την κουζίνα της, ώσπου η ζωή της φέρνει στο σπίτι την ανιψιά της και στο εστιατόριο τον ιταλό βοηθό της. Ο έρωτας θα περάσει μέσα από τις κατσαρόλες. Αγαπημένη συνταγή; Αγγελόψαρο της Αρμορικής!

**Τη Μάρθα θα την ξαναδούμε την ερχόμενη εβδομάδα στην αμερικάνικη εκδοχή της, ως Κέιτ, με την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, στο «Νο reservationς» του Σκοτ Χικς! Δουλεύει κι αυτή σ' ένα χλιδάτο εστιατόριο, της φορτώνουν βοηθό και ανιψιά και πρέπει να αντιμετωπίσει τις επαγγελματικές της προκλήσεις αλλά και τα συναισθήματά της.

**Αισθήματα, οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις συγκρούονται και στην ταινία «Φαΐ, ποτό, αρσενικό θηλυκό» του Ανγκ Λι, όπου η προετοιμασία των γευμάτων λειτουργεί ως απόδειξη αγάπης, οικογενειακής συνοχής και φιλίας.

**Οι σχέσεις των ανθρώπων περνούν μέσα από το φαγητό και στην ταινία «Like water for chocolate» του Αλφόνσο Αρούα, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του ενός γαμήλιου γεύματος από την αδερφή της νύφης, όπως και μέσα από τη βιετναμέζικη κουζίνα στο «Αρωμα της πράσινης παπάγιας» του Τραν Αν Χονγκ.

Το ελληνικό παράδειγμα, η «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη, έχει τις ιδιομορφίες της: Το φαγητό φέρει εδώ ένα συναισθηματικό φορτίο με ιστορική χροιά. Ο ήρωας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεγάλωσε, και μας τη γνωρίζει μέσα από τις γαστριμαργικές δημιουργίες των γυναικών της οικογένειας. Το φαγητό ενέχει ρόλο εθνικής μνήμης αλλά και ταύτισης με τον απέναντι. Αλλά οι διαφωνούντες επιμένουν: η ταινία προχωρεί σαν συμφωνία θεμάτων χαμηλής πολιτικής των υπουργείων Εξωτερικών! Σχεδόν όμοιες οι συνταγές, σχεδόν τίποτα δεν μας χωρίζει εκτός από πολιτικές και μεγάλα συμφέροντα. Στο γαστρονομικό σύμπαν του Μπουλμέτη, όλοι είναι ενωμένοι μπροστά στην απόλαυση των γεύσεων κι αν δεν υπήρχε κι εκείνη η σκηνή της οικογένειας που εγκαταλείπει την εστία της με τις βαλίτσες στο χέρι, θα πιστεύαμε ότι με ντολμαδάκια γιαλαντζί θα την ξαναπαίρναμε την Πόλη!


7 - 16/09/2007