Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Ποιος ήταν ο Dr. Sex





της Ελεωνόρας Ορφανίδου


«Ενας στους δέκα Αμερικανούς είναι ομοφυλόφιλος, το 70% κάνει σεξ με πόρνες, το 35%-45% διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις και ένα 17% των κατοίκων αγροτικών περιοχών κάνει σεξ με ζώα». Αν σοκαριστήκατε, την ευθύνη φέρει ο δόκτωρ Κίνσεϊ.



Κι αν δεν σοκαριστήκατε, υπεύθυνος είναι πάλι αυτός. Διότι ο Αλφρεντ Κίνσεϊ, πολύ λιγότερο γνωστός σε μας από τον Θάνο Ασκητή, άλλαξε για πάντα το 1948 την εικόνα που είχε η Δύση για το σεξ, δημοσιεύοντας την πρώτη έρευνα για τη «Σεξουαλική συμπεριφορά του άντρα».

Η ώρα να γίνει γνωστός παγκοσμίως ο Κίνσεϊ, έξω από τους πανεπιστημιακούς κύκλους, φαίνεται πως ήρθε τώρα, με τη μεταφορά της ζωής του στη μεγάλη οθόνη από τον βραβευμένο με Οσκαρ (σεναρίου) σκηνοθέτη του «Χορού των Τεράτων» Μπιλ Κόντον. Στην ταινία, που θα δούμε τις επόμενες ημέρες και στη χώρα μας, τον ρόλο του διάσημου καθηγητή ζωολογίας που, πριν ασχοληθεί με το σεξ, ασχολούνταν με την... κοινωνική ζωή των μελισσών, υποδύεται ο Λίαμ Νίσον.

Προκάλεσε πριν καν προβληθεί

Πώς το παιδί μιας οικογένειας μεθοδιστών που θεωρούσε το σεξ μεγάλη αμαρτία, έγινε ο ηθικός αυτουργός της σεξουαλικής επανάστασης;

Πολλοί αποδίδουν την ενασχόλησή του με τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων στην ομοφυλοφιλία του. Αλλοι στη γυναίκα του, τη χημικό Κλάρα Μπράκεν Μακ Μίλεν (την υποδύεται η Λόρα Λίνεϊ). Αλλοι στην άσωτη ερωτική ζωή του.

Ο Κόντον στην ταινία του δεν προχωρά σε κρίσεις. Καταγράφει τα γεγονότα χωρίς να τοποθετηθεί ούτε στην πιο προφανή ένσταση εναντίον του ήρωά του: οι στατιστικές έρευνες φτάνουν για να μελετήσεις την ανθρώπινη σεξουαλικότητα;

«Για μένα», δήλωσε ο σκηνοθέτης, «αυτό που κάνει τη ζωή και την έρευνα του Κίνσεϊ τόσο μοναδική είναι η ικανότητα που είχε να κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται και να μιλούν. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ήταν ενδιαφέρον να διηγηθώ την ιστορία του με βάση αυτή την πτυχή. Παράλληλα, μαθαίνουμε πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του».

Ο Κίνσεϊ όντως έβαλε πολλούς ανθρώπους να μιλήσουν: 5.300 άνδρες άνοιξαν την ψυχή τους σε μια εποχή που σχετικά με το σεξ δεν συζητούσε κανείς. Η έρευνά του, που πούλησε διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα, σοκάρισε την αμερικανική κοινωνία.

Αλλά και στη σημερινή Αμερική το «Κίνσεϊ» προκάλεσε αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους πριν καν βγει στις αίθουσες. Ο Λίαμ Νίσον το περίμενε: «Ο Κίνσεϊ ήταν μια προσωπικότητα που διέκρινε ένα πολύ μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη γνώση και αποφάσισε να το γεμίσει, ανεξαρτήτως από τις αμφισβητήσεις και τις επιθέσεις που θα δεχόταν. Αυτό που κατάφερε ήταν να δείξει στον κόσμο ότι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που υποθέτουμε ότι κάνουν».

Το 1953 ο δόκτωρ Σεξ δημοσιεύει την έρευνά του για τη γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά. Το προγαμιαίο σεξ και η ομοφυλοφιλία δεν αποτελούν πια άγνωστη χώρα για τους Αμερικανούς, αλλά αρνούνται να αποδεχθούν ότι οι γυναίκες , οι αδελφές και οι μανάδες τους είχαν σε ποσοστό 50% προγαμιαίες σχέσεις. Κάποιοι άλλοι αδιαφορούν. Η Αμερική είχε μπει για τα καλά στην ψυχροπολεμική περίοδο και είχε άλλου είδους ψυχώσεις και φοβίες! Η υγεία του Κίνσεϊ κλονίζεται και η καριέρα του παίρνει την κάτω βόλτα. Σήμερα, αυτή η δεύτερη έκθεσή του θεωρείται πληρέστερη επιστημονικά.

Η ταινία του Κόντον μιλά μέσα από τον Κίνσεϊ για το μακρύ ταξίδι του ανθρώπου εντός της σεξουαλικότητάς του. Είτε διαφωνείς είτε όχι, το συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει επίσημος ορισμός του φυσιολογικού όταν έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη επαφή» είναι αυτό που ορίζει μέχρι σήμερα όλες τις συζητήσεις για το σεξ.




7 - 30/01/2005

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Sex, drugs and Hollywood



Της ΕΛ. ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Ταιριάζουν στο περιβόητο entertainment του αμερικανικού σινεμά τα ναρκωτικά; Φυσικά και όχι.

«BLOW» ΤΖ. ΝΤΕΠ - Π. KPOYZ
Σε μια κινηματογραφία που θέτει σε προτεραιότητα τον εφησυχασμό του μεσαίου Αμερικανού ακόμη και το «ναι, κάπνισα μαριχουάνα» του Μπιλ Κλίντον δεν άλλαξε τη συντηρητική ματιά των μεγάλων στούντιο.

Εξω από την προβληματική των κοινωνικού χαρακτήρα ταινιών τους τοποθέτησαν τα ναρκωτικά εκεί που είναι κοινωνικά ανεκτά, σε φιλμ δηλαδή για sex, drugs and rock'n roll, διαβεβαιώνοντας την αγία αμερικανική οικογένεια ότι τέτοιου είδους προβλήματα αφορούν άλλους. Το Χόλιγουντ χρειαζόταν τους ναρκομανείς και τους εμπόρους ναρκωτικών μόνο για να τους συλλαμβάνουν ή να τους σκοτώνουν οι αστυνομικοί, για να κάνουν απίστευτα εγκλήματα και βεβαίως για να τους καταδικάζει η συλλογική συνείδηση τοποθετώντας τους στις παρυφές της κοινωνίας.

Φέτος όμως, αρχικά ο Σόντενμπεργκ με το «Traffic», μετά ο Αρονόφσκι με το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» και τώρα ο Ντέμι με το «Blow» -καθείς με τον τρόπο του- ενέταξαν σε αυτό το κύκλωμα δυστυχίας, θανάτου και χρήματος, το μέσο πολίτη αρνούμενοι να δώσουν χάρη σε μια μερίδα του κοινού.

Είναι παιδιά μας

Ολοι, είπαν, οι χρήστες, τα βαποράκια, οι έμποροι και οι διώκτες τους είναι σάρκα από τη σάρκα μας, δεν γεννήθηκαν σνιφάροντας ούτε ονειρεύτηκαν ότι θα γεμίσουν ηρωίνη και κρακ το Σαν Φρανσίσκο. Κι όσο κάνουν τους κριτές και τους διώκτες αφ' υψηλού, προσοχή, μπορεί να πάθουν το χειρότερο, να χρειαστεί να κρίνουν τα ίδια τους τα παιδιά και τον τρόπο που τα μεγάλωσαν.

Οι τρεις σκηνοθέτες, ανεξάρτητοι ή εργαζόμενοι ως ανεξάρτητοι, επανέφεραν στο κινηματογραφικό προσκήνιο μια διόλου δημοφιλή θεματολογία.

* Ηδη από τις δεκαετίες 1930-40 ο κώδικας Χέιζ αρνιόταν στους κινηματογραφιστές τη δυνατότητα να δείχνουν εμπόρους ναρκωτικών ή και χρήστες επί τω έργω. Κι ενώ το Χόλιγουντ στα παρασκήνια έπαιρνε ότι μπορούσε για να μαστουρώσει και να νιώσει ως αληθινή την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας του, γύρισε την πρώτη μεγάλη ταινία του με θέμα τα ναρκωτικά μόλις το 1955.

* Ο Φρανκ Σινάτρα γίνεται θύμα της ηρωίνης στον «Ανθρωπο με το χρυσό χέρι».

Ακόμη σοκάρει η σκηνή με τον πρωταγωνιστή να κάνει την ένεση και να ανακουφίζεται από τη στέρηση, αλλά και η προσπάθεια απεξάρτησής του. Είναι η εποχή που οι Αμερικανοί έχουν μανία με το σερφ, στο σινεμά βλέπουν γουέστερν και στον ελεύθερο χρόνο τους κουρεύουν το γρασίδι, προσπαθώντας να ξεχάσουν το φόβο για τον κόκκινο εχθρό, τον Μακάρθι, την Κορέα.

Το Χόλιγουντ κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει, πάντοτε εξάλλου επιστρατεύεται στις «δύσκολες» στιγμές του έθνους. Κι όσον αφορά τον Πρέμινγκερ ποτέ δεν τον συμπάθησε. Προτιμούσε ακόμη να κάνει ταινίες με την Ντόρις Ντέι που καμάρωνε το φυστικί της ψυγείο και μιλούσε από ένα ροζ παλ τηλέφωνο.

* Αυτή η εικονική πραγματικότητα φυσικά δεν θα κρατούσε για πάντα, η ίδια η ζωή ανέτρεψε τη θεματογραφία του σινεμά, στην Αμερική ο ρατσισμός και το Βιετνάμ, στην Ευρώπη η φτώχεια, η ανεργία και η ζωή στα εργοστάσια έκαναν ξαφνικά λίγο μετά το '60 τη μαριχουάνα σύμβολο αντίστασης και επαναστατικότητας...

Οι νέοι στα πανεπιστήμια καπνίζουν για να «διευρύνουν» τη σκέψη τους και οι φαντάροι στη Σαϊγκόν για να ξεχνούν την απίστευτη σκληρότητα του πολέμου και τα μίλια που τους χωρίζουν από το Κολοράντο, τη Νεμπράσκα και το Οχάιο.

* Το 1969 η Αμερική, όχι το Χόλιγουντ, χωρά τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη», οι νεαροί θεατές δεν σοκάρονται βλέποντας τους Χόπερ και Φόντα να «φτιάχνονται» με μαριχουάνα για να ξεχάσουν την Αμερική του μεγάλου ονείρου και να ξεφύγουν από την παράνοιά της.

Οι υπόλοιποι προτιμούν το «Funny Girl» με την Στρέιζαντ, αφού δεν αντέχουν ούτε το «Σκοτώνουν τ' άλογα όταν γεράσουν» του Πόλακ. Είναι η χρονιά που ο Τζον Γουέιν παίρνει Οσκαρ και η μισή Αμερική χειροκροτεί, ενώ η άλλη μισή τον φωνάζει «φασίστα».

Η ώρα του LSD

Η νέα γενιά τρίπαρε με LSD και έβλεπε τις δικές της ταινίες: μετά την εποχή της διαμαρτυρίας ερχόταν η εποχή του καταγγελτικού σινεμά που έλεγε πια αλήθειες πολύ πιο πικρές από το ότι η αμερικανική νεολαία καπνίζει χόρτο.

* Ο «Ταξιτζής» του Σκορσέζε το '76 και ο «Ελαφοκυνηγός» του Τσιμίνο το '78 απλώς εντάσσουν το πρόβλημα στο σενάριο, ενώ στο «Αποκάλυψη τώρα» το '79 ο Κόπολα - δανειζόμενος την ιστορία του Κόνραντ «Η καρδιά του σκότους» - ενδύει την ταινία του με όλες τις μικρές και μεγάλες αντιθέσεις και ομοιότητες του καλού και του κακού, θολώνει την ατμόσφαιρα με τον καπνό της μαριχουάνας και μετακομίζει τη ζούγκλα του Κονγκό στο Βιετνάμ!

Οι πρωταγωνιστές μαστούρωσαν on και off κάμερα, και εναρμονίστηκαν πλήρως με το σκότος του πιο βρόμικου πολέμου. Κι εδώ όμως το θέμα ήταν ο πόλεμος...

* Το '80 τελείωσαν και οι διαμαρτυρίες και οι καταγγελίες, η ριζοσπαστική δεξιά του Ρέιγκαν φτιάχνει ήρωες σαν τον Ράμπο και τον Ρόκι και οι κινηματογραφιστές φτιάχνουν ταινίες με «σωστό» μήνυμα και όχι με το προσωπικό τους όραμα. Μαριχουάνα καπνίζουν πλέον οι αστοί - πάει η επανάσταση - κάθε φορά που θέλουν να θυμηθούν τα νιάτα τους του '60 (σαν τους πρωταγωνιστές της «Μεγάλης ανατριχίλας») ή μικροεγκληματίες στις φτωχογειτονιές των μεγαλουπόλεων που πεθαίνουν από την ηρωίνη αν δεν τους σκοτώσουν τα μεγάλα αφεντικά, γιατί έδωσαν πληροφορίες στους αστυνομικούς.

* Μόλις το '83 τα ναρκωτικά περνούν ξανά στο επίκεντρο της μεγάλης οθόνης, χάρη σε έναν κουβανό μαφιόζο, τον «Scarface» του Μπράιαν ντε Πάλμα. Ο Τόνι Μοντάνα (Αλ Πατσίνο) πουλάει κοκαΐνη στο Μαϊάμι, νομίζει ότι έχει ό,τι θέλει αλλά δεν έχει τίποτα. Ο «Νονός του '80», όπως έχει χαρακτηρισθεί, βλέπουμε ότι σπέρνει το κακό αλλά ο Ντε Πάλμα δεν μας επιτρέπει να τον αντιπαθήσουμε, απλώς μας λέει πως υπάρχει, πως το απόλυτο κακό είναι εδώ.

* Λίγο πριν εκπνεύσει η δεκαετία, το 1989 ο Γκας Βαν Σαντ γυρίζει το «Drugstore cowboy» με τον Ματ Ντίλον στο ρόλο ενός ναρκομανούς, που μαζί με την παρέα του κλέβουν φαρμακεία. Κι επιτέλους οι χρήστες των σκληρών ναρκωτικών δεν είναι κακοί άνθρωποι του περιθωρίου, αλλά άρρωστα παιδιά.

* Η δεκαετία τελειώνει, ο Ρέιγκαν τελειώνει, αλλά αυτό που αφήνει πίσω του είναι μια κοινωνία εξαιρετικά συντηρητική, που τρέμει το AIDS. Ιδανικός ήρωας είναι ο ανόητος «Φόρεστ Γκαμπ», ενώ η αγαπημένη του Τζένι, τιμωρείται για τις... ακολασίες του '70 και για τη χρήση ναρκωτικών, πεθαίνοντας από AIDS. Ο Σκορσέζε στο «Καζίνο» του έχει μια άλλη οπτική: Η Σάρον Στόουν πέφτει στα ναρκωτικά από απόγνωση για τη ζωή της, είναι ένας ξεπεσμένος άγγελος που δεν βρίσκει τη λύτρωση.

Κοντά στο 2000

* Το 1995 τα μάτια της Αμερικής τρομοκρατημένα παρακολουθούν στο σινεμά το «Kids» του Λάρι Κλαρκ. Γελαστά παιδιά του δρόμου κάνουν σεξ, παίρνουν ναρκωτικά, πηγαίνουν σε πάρτι, πίνουν, κάνουν πιάτσα και... δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν.

Η Ευρώπη έστειλε το δικό της μήνυμα με τους νεαρούς Βρετανούς του «Trainspotting». Ο Ντάνι Μπόιλ αρνείται να κατηγορήσει την πρέζα και παρουσιάζει τους ήρωές του σαν όλα τα παιδιά του κόσμου, που ναι μεν είναι ναρκομανείς αλλά ερωτεύονται, φιλιώνουν, μαλώνουν και ονειρεύονται.

Μετά το «Trainspotting» οι σχέσεις του σινεμά και των ναρκωτικών άλλαξαν βαθύτατα.

* Συνεχιστές αυτής της οπτικής οι Σόντεμπεργκ, Αρονόφσκι και Ντέμι υπερέβησαν τις κρατούσες αντιλήψεις, τις κοινωνικές προκαταλήψεις και το καταστροφικό για το εμπορικό σινεμά ενδεχόμενο να μην κόψουν εισιτήρια, προφανώς όχι για να σώσουν τον κόσμο αλλά για να τον αναγκάσουν να σταματήσει την γουστόζικη πλην καταστρεπτική συνήθεια να κλείνει τα μάτια όταν δεν αντέχει τη σκηνή. Ειδικά όταν το έργο παίζεται εκτός οθόνης!


ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 03/06/2001