Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΙΟΝ ΨΗΦΙΣΕ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ







(Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 12.11.2000)

Οι εικόνες ποτέ δεν ήταν αθώες. Και στις ΗΠΑ, τώρα που ο πρόεδρος πακετάρει για τη μετακόμιση στο Λευκό Οίκο, τα επιτελεία νικητών και ηττημένων αναλύουν ποιες από τις χολιγουντιανές εικόνες ήταν αυτές που έφεραν ή δεν έφεραν τις ψήφους.
Το Χόλιγουντ πάντα έδινε ιδέες στην αμερικανική πολιτική, μια φορά έδωσε κι έναν πρόεδρο-ένας κακός ηθοποιός μπορεί να γίνει ένας καλός πλανητάρχης: «Φτιάξτε μου ωραίες εικόνες» έλεγε ο Ρίγκαν στους επιτελείς του.
«Φτιάξτε μου έναν Πρόεδρο», λέει ο πρόεδρος της Παραμάουντ όταν το Χόλιγουντ ξεμένει από ήρωες.

ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ

Απόψε, όπως και πάντα στο αμερικανικό σινεμά, σώζει τον κόσμο ένας Πρόεδρος, κυρίως από το Δημοκρατικό κόμμα, γιατί το Χόλιγουντ ψηφίζει Δημοκρατικούς.
*Σαν τον Πρόεδρο Τόμας Τζέι Γουίτμορ, της ταινίας «Μέρα Ανεξαρτησίας» που τον υποδύεται ο Μπιλ Πούλμαν. Δημοκρατικός μεν, αλλά και τις μαγκιές του τις κάνει και «καθαρίζει» τον κόσμο από τους εξωγήινους και παραδίδει μαθήματα αμερικανικής ιστορίας.
*Γενναίος φυσικά και ο Πρόεδρος Τζέιμς Μάρσαλ κατά κόσμον Χάρισον Φορντ στο «Air Force one»! Και πώς όχι αφού στο οβάλ γραφείο κατοικεί ο Ιντιάνα Τζόουνς!
*Όπως και ο Άντριου Σέπαρντ στον «Έρωτα του Προέδρου» με τον Μάικλ Ντάλας. Ο πρόεδρος είναι γλυκός, είναι χήρος, ένας ιδανικός πατέρας που κερδίζει την καρδιά του κοριτσιού που αγαπά. Όμως διατάζει και μια επίθεση στη Λιβύη!
*Ο πιο αληθινός Πρόεδρος του σελιλόιντ είναι ο Γουίλ Στάντον, τον υποδύεται ο Τζον Τραβόλτα στο «Όλες οι γυναίκες του Προέδρου».
Είναι καλός πολιτικός, αλλά πέφτει πάνω του βαριά η σκιά ερωτικών σκανδάλων. Η ιστορία θυμίζει Κλίντον, όπως και στο «Ο Πρόεδρος, ένα ροζ σκάνδαλο κι ένας πόλεμος», όπου και στήνεται ένας χολιγουντιανός πόλεμος στην Αλβανία για να στραφεί το ενδιαφέρον μακριά από τη σχέση του Προέδρου.
*Τελευταίος και χειρότερος Δημοκρατικός, είναι ο πρόεδρος Τζέιμς Ντέιλ, δηλαδή ο Τζακ Νίκολσον στο «Mars Attacks». Πρόκειται για έναν πρόεδρο …κότα! Θέλει να κρατήσει τη θεσούλα του, οι Αρειανοί τον πιάνουν στον ύπνο και αντί να σώσει τον κόσμο, λέει την αξέχαστη ατάκα: «Δε γίνεται να τα βρούμε»;

ΟΙ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΟΙ

Όσον αφορά τώρα τους Ρεπουμπλικάνους, κέρδισαν την προεδρία μόνο σε δυο μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές και είναι άθλιοι:ο Κέβιν Κλάιν ως Μπιλ Μίτσελ στο «Ντέιβ, Πρόεδρος για μια μέρα» είναι κυνικός και βλαξ.
*Απίστευτο κάθαρμα είναι και ο Τζιν Χάκμαν ως ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Τζον Ρίσμοντ στην «Απόλυτη δύναμη». Γίνεται συνεργός σε φόνο και προσπαθεί να ξεφορτωθεί τον μοναδικό μάρτυρα.
*Υπάρχει βεβαίως και το ανεξάρτητο σύμπαν του Κρόνεμπεργκ. Στη «Νεκρή ζώνη», ο Μάρτιν Σιν ως ο ρεπουμπλικάνος Γκρεγκ Στίλσον εκλέγεται πρόεδρος για να οδηγήσει τον κόσμο στον πυρηνικό όλεθρο.


Β MOVIES

Ένας αμερικανός πρόεδρος ταιριάζει σε μια αμερικανική ταινία, χολιγουντιανή ή ανεξάρτητη. Στη σύγχρονη κινηματογραφία, ελέω Βιετνάμ, χωρούν και οι κακοί πρόεδροι. Καλές ταινίες σαν το «Primary colors» ή το «Wag the dog” δεν διστάζουν να τσαλακώσουν τον Πλανητάρχη.
Στο ¨κακό¨ σινεμά, στα λεγόμενα b movies και στα λουσάτα χολιγουντιανά σκουπίδια σαν το «Ημέρες ανεξαρτησίας», ο πρόεδρος από την εποχή του Ψυχρού πολέμου είναι το πρότυπο της βίας.Πριν, ήταν το πρότυπο της απλής αμερικανικής ζωής , όπου μερικές φορές το όνειρο μιας οικογένειας ήταν να τον ανταμώσει!
*Αυτό συνέβαινε εκεί γύρω στο ’40, στο «Joe and Ethel Turp call on the President». Ο πρόεδρος είναι εξίσου βουκολικός τύπος , όσο και οι επισκέπτες του, κι όλα είναι ωραία και αγνά διότι ο Δεύτερος παγκόσμιος Πόλεμος είναι ακόμη ευρωπαϊκή υπόθεση.
* Την ίδια εποχή ο πρόεδρος γίνεται και δευτεροκλασάτο μιούζικαλ στο «The Phantom President».
*Λίγο πριν αλλάξουν όλα, μια κωμωδία θέτει και το ζήτημα αν ο mr president πρέπει να γίνει mrs. Η Πόλι Μπέργκεν γίνεται το 1964 πρόεδρος των ΗΠΑ στο «Kisses to my president».
* Ο Ψυχρός πόλεμος άλλαξε το προφίλ του αμερικανού προέδρου, του …πραγματικού εν αρχή, του κινηματογραφικού αμέσως μετά. Στον Λευκό Οίκο μετακόμισε ο Τζον Γουέιν, τον οποίο όταν πιάνουν οι κακοί ξυπνά μέσα του ο Terminator: “The president’s plane is missing” , “The president analyst”, “The Kidnapping of the president”, «Οι άνθρωποι του Νοέμβρη», «Ατσαλένιος αετός», «Ο απαγωγέας του Προέδρου». Σε όλες αυτές τις ταινίες είτε είναι πρωταγωνιστής είτε όχι, ο πρόεδρος δεν δειλιάζει, δεν κλαίει, είναι αυστηρός με τους εχθρούς και συγχαίρει τους σούπερ ήρωες οι οποίοι είναι πάντα λαϊκά παιδιά από το Οχάιο ή τη Τζιόρτζια.
*Λαμπρές εξαιρέσεις η ¨Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» του Τζον Κάρπεντερ-αξίζει να σκοτώσεις τον πρόεδρο- καθώς και η γνωστή τοις πάσι «Προφητεία» με τον Πρόεδρο να πιάνεται χέρι χέρι με τον γιο του διαβόλου.
Αν εξαιρέσεις τις…εξαιρέσεις, τα αμερικανικά σκουπίδια λένε το καθένα με τον τρόπο του στον θεατή ότι ο πρώτος άνδρας των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ο τελευταίος μεγάλος ήρωας του κόσμου.
Κι εκείνος το πιστεύει διότι στην Αμερική πιστεύουν τέτοια πράγματα.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Η Ελλάδα ταξιδεύει στον κινηματογράφο




Πριν από τις ταινίες του Π. Βούλγαρη και του Φ. Τσίτου, πολλοί άλλοι σκηνοθέτες είχαν παρουσιάσει, άλλοτε ειδυλλιακά, άλλοτε κριτικά, την ελληνική πραγματικότητα στο πέρασμα του χρόνου


Το ελληνικό σινεμά μας συστήθηκε το 1914 με τη «Γκόλφω». Το πασίγνωστο αυτό βουκολικό δράμα που έγραψε το 1893 ο Σπύρος Περεσιάδης για μια θεατρική βεγγέρα στην Ακράτα, ήταν η ιδανική αρχή για να γίνει η παγκόσμια τέχνη και εθνική. Απόδειξη; Η Γκόλφω και ο Τάσος παρέμειναν εμβληματικές φιγούρες μιας ελληνικότητας που επιδίωκε να εδραιωθεί. Εξήντα ένα χρόνια μετά οι ίδιοι ήρωες με τις φουστανέλες , ήταν πάλι στο πανί, στο «Θίασο» του Αγγελόπουλου! Το περιπλανώμενο μπουλούκι του , αριστουργηματικός συμβολισμός των Ελλήνων, έπαιζε μόνο ένα έργο, τη «Γκόλφω τη βοσκοπούλα» βουκολικό ειδύλλιο σε πέντε πράξεις. Η ιστορία του ελληνικού σινεμά είναι η διαδρομή από τη μια ¨Γκόλφω» στην άλλη, συν τριανταπέντε χρόνια που συμπληρώνονται με άλλη μια «εθνική» ταινία, την «Ψυχή βαθιά», του Παντελή Βούλγαρη που προβάλλεται τις τελευταίες εβδομάδες στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Η Γκόλφω ,ήταν η προπολεμική μας απόπειρα να αποκτήσουμε εθνικές εικόνες. Εξάλλου, ένα χρόνο πριν γίνει ταινία, το 1913, είχε ήδη ταυτιστεί πλήρως με το «εθνικόν» όταν ο Εθνικός Δραματικός θίασος υποδέχτηκε ερμηνεύοντας την, τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στην ελληνική πια Θεσσαλονίκη.
Το εγχώριο σινεμά δεν ταύτισε την ελληνικότητα μόνο με τις φουστανέλες, συντήρησε τον ελληνοκεντρικό του χαρακτήρα με ένα άλλο ειδύλλιο , της αρχαίας φιλολογίας, το «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου. Το 1931 ένας φέρελπις σεναριογράφος και ηθοποιός, ο Ορέστης Λάσκος, το μετέτρεψε στη γνωστή ταινία των 68 λεπτών που περιέχει το πρώτο γυναικείο γυμνό στο ευρωπαϊκό σινεμά. Η ελληνοαμερικανίδα Λούσι Ματλί ως Χλόη, προηγήθηκε της Τσέχας Χέντι Λαμάρ, η οποία έκανε μεγάλη καριέρα στο Χόλιγουντ χάρη στο δικό της γυμνό, στην ταινία «Έκσταση».
Ήταν η εποχή που το ελληνικό σινεμά διέκοπτε την ούτως ή άλλως φτωχή ως τότε παραγωγή του εξαιτίας του Β Παγκόσμιου πολέμου. (Μπορεί η Φίνος Φιλμ να ιδρύθηκε το 1942 αλλά ταινίες άρχισε να γυρίζει μετά το ’50). Δίπλα στο αμιγώς εμπορικό σινεμά του Φίνου που διαιώνισε και βελτίωσε το προπολεμικό φοκλόρ χωρίς να αγγίξει την πραγματική Ελλάδα, λίγοι αλλά εξαιρετικοί κινηματογραφιστές υπηρέτησαν το παράλληλο σύμπαν του εθνικού κινηματογράφου, κοιτώντας με την ιδιαίτερη ματιά τους , τους έλληνες και την Ελλάδα. Στη «Στέλλα» και στο «Κορίτσι με τα μαύρα», ο Μιχάλης Κακογιάννης καθώς και ο Κούνδουρος στο «Δράκο» άλλαξαν την προπολεμική ηρωική οπτική. Οι δικοί τους έλληνες είναι οι αντιήρωες και το «εθνικό» μετατοπίζεται στον κατά τις συμβάσεις υπόκοσμο. Η Στέλλα (Μελίνα Μερκούρη) , ένα κορίτσι φαινομενικά «ελαφρό», γίνεται το όχημα για μια επανάσταση:απέναντι στην πατριαρχία, τον μικροαστισμό και τις παραδοσιακές αξίες. Στο «Δράκο» του Κούνδουρου , απατεώνες, διανοούμενοι και ιμιτασιόν κακοποιοί σχεδιάζουν την κλοπή ενός από τους στύλους του Ολυμπίου Διός! Οι Έλληνες κοιτάζουν την κληρονομιά τους ως είδος προς πώληση και η απομυθοποίηση της είναι η καινούργια ελληνικότητα. Η εθνική περηφάνια αναλύεται με πιο καθημερινούς κώδικες και το σινεμά κινηματογραφεί Έλληνες που δε μοιάζουν με πρωταγωνιστές του Αισχύλου αλλά με αδαείς ή απατεώνες που περιστρέφονται γύρω από μια «Κάλπικη λίρα», σαν αυτή της ομώνυμης ταινίας του Γιώργου Τζαβέλα. Οι πρωταγωνιστές του, στις τέσσερις σπονδυλωτές ιστορίες διαπιστώνουν ότι «όταν έχεις λεφτά μπορείς να αφήσεις τη συνείδησή σου να κοιμάται μόνη της κι εσύ να κοιμάσαι με την καλύτερη ερωμένη»! Μόνο την ώρα της μεγάλης πτώσης ξανανταμώνουν με το αρχαίο δράμα! Οι Έλληνες θεατές είδαν αυτές τις ταινίες. 211.700 εισιτήρια έκοψε η «Κάλπικη λίρα» και 134.000 η «Στέλλα».
Η Μελίνα Μερκούρη , ήδη από τη «Στέλλα», τον πρώτο της κινηματογραφικό ρόλο, ταυτίζεται με την ελληνικότητα ! Την εξάγει όμως σε όλη τη γη, πέντε χρόνια αργότερα, το 1960 χάρη στον Ζιλ Ντασέν και το «Ποτέ την Κυριακή». Τότε που ο Όμηρος (τον υποδύεται ο Ντασέν), ένας διανοούμενος Αμερικανός γνωρίζει στον Πειραιά, μια πεταλούδα της νύχτας , την Ίλια! Ήδη από την αρχή υπάρχει ο συμβολισμός: Όμηρος - Ιλιάδα. Προσπαθώντας να αναμορφώσει το ατίθασο πλάσμα πλάθει τον πιο αναγνωρίσιμο διεθνώς, γυναικείο ρόλο του ελληνικού κινηματογράφου.
Τέσσερα χρόνια μετά, το 1964, ο Κακογιάννης έκανε μια αμερικανική ταινία για τους έλληνες, τον «Αλέξη Ζορμπά» , καθιερώνοντας διεθνώς ένα στερεότυπο που δεν έχει ξεπεραστεί ούτε σήμερα. Ο Ζορμπάς είναι το πρότυπο του «φυσικού ανθρώπου» που ζει απελευθερωμένος από κοινωνικές συμβάσεις, εν πλήρη γνώσει της θνητότητας του. Ένας άλλος κινηματογραφικός έλληνας, μια light εκδοχή του Τάσου, του αγαπητικού της Γκόλφως , είναι ο επίσης βοσκός Γιάννης Βόγλης στο «Κορίτσια στον ήλιο» του Βασίλη Γεωργιάδη. Το φολκλόρ επανήλθε και η ιστορία του αφελούς βοσκού που ερωτεύεται την τουρίστρια ,αφού προηγουμένως οδηγηθεί από παρεξήγηση στη φυλακή , κάνει θραύση. Οι έλληνες και τη βλέπουν και τη βραβεύουν! Η εικόνα του βοσκού που φωνάζει στην Αν Λόμπεργκ «έλα μύγδαλα», συγκινεί ακόμη!
Όμως τίποτα δεν είναι πιο συγκινητικό και πιο κινηματογραφικά αληθές στο ελληνικό σινεμά, από την ιστορία μιας μικρής πόρνης και ενός λοχία στην Ελλάδα του ‘70. Η πόρνη που λεγόταν Ευδοκία έδωσε τ’ όνομά της στην ταινία του Αλέξη Δαμιανού, (μια πραγματεία πάνω στην ελληνικότητα) και σ΄ ένα ζεϊμπέκικο που το χόρεψε ένας λοχίας με τα χέρια σε έκταση. Οι ήρωες αλληλεπιδρούν με το χώρο, τον ορίζουν και ορίζονται από αυτόν. Είναι ακόμη τέκνα της μεταπολεμικής Ελλάδας που παλεύουν να συμβιβαστούν με την Ιστορία. Βρισκόμαστε στα 1971, μόλις τέσσερα χρόνια πριν την προσπάθεια του Αγγελόπουλου, με τον προαναφερθέντα «Θίασο» , να σταθεί απέναντι στην Ιστορία και στη χώρα. Η βαθιά κριτική ελληνικότητα του Αγγελόπουλου, μετουσιώθηκε με τα χρόνια σε αναζήτηση της πραγματικής ελληνικής ταυτότητας, από το αρχαιοπρεπές χθες έως το ευρωπαϊκό σήμερα («Το βλέμμα του Οδυσσέα», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»).Ο πρωταγωνιστής- συγγραφέας της «Αιωνιότητας» (Μπρούνο Γκαντζ) που έψαχνε λέξεις από τους ανολοκλήρωτους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού, περνά την τελευταία μέρα της ζωής του παρέα με ένα παιδί των φαναριών από την Αλβανία και στοχάζεται γύρω από το θέμα των συνόρων!
Η ελληνικότητα, εν προκειμένω στο σινεμά αλλά όχι μόνο εκεί, έχει αλλάξει όρους. Ορίζεται από τα σύνορα; Το αίμα; Την κουλτούρα; Ο Σωτήρης Γκορίτσας το 1993, με την ταινία του «Απ’ το Χιόνι» έθεσε τη νέα οπτική. Οι Βορειοηπειρώτες ήρωες του έρχονται «από το χιόνι» στον ελληνικό παράδεισο, για να διαπιστώσουν ότι η πλατεία Ομονοίας ήταν το ίδιο παγωμένη και σκληρή. Με τα μάτια των προσφύγων είδαν τους σύγχρονους Έλληνες οι Βούπουρας και Κόρας στο «Μιρουπάφσιμ» και ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης στο «Από την άκρη της πόλης» έκανε ήρωες του μια παρέα παιδιών από το Καζακστάν. Τελευταία άλλα όχι έσχατη στη σειρά η φετινή «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου. Με τον Αντώνη Καφετζόπουλο να υποδύεται τον Σταύρο, έναν ξενοφοβικό ψιλικατζή ο οποίος θα διαπιστώσει ότι στις φλέβες του ρέει αλβανικό αίμα. Ένας φανατικός 'Ελληνας πρέπει να βάλει τον εαυτό του στην απέναντι όχθη και το κοινό να ξανασκεφτεί εκείνο το «Έλλην ει ο εις την Ελληνικήν Παιδείαν μετέχων...» του Ισοκράτη!
Το 2003 ο σκηνοθέτης Τάσος Μπουλμέτης γυρίζοντας την «Πολίτικη κουζίνα» , έβαλε τους έλληνες απέναντι στους άλλους εχθρούς, τους… προαιώνιους! Πολύ συγκίνηση, χιλιάδες τα εισιτήρια, αλλά η πολιτική της ιδεολογία και το μήνυμα «οι πολιτικοί παίζουν παιχνίδια εις βάρος των λαών οι οποίοι δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα» δίχασε και συζητήθηκε.
Συζητήσεις πολλές προκαλεί και η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» για τον ελληνικό εμφύλιο και τις περιπέτειες δύο νεαρών αδερφών που βρέθηκαν στα αντίπαλα στρατόπεδα. «Οι έλληνες στο Γράμμο του 1949 «, λέει μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικής, «δεν ήταν αυτοί που μας έδειξε ο Βούλγαρης» !
Οι σκηνοθέτες φυσικά δεν γράφουν Ιστορία! Ακόμη κι αν την επικαλούνται.

Για την Ευδοκία του Δαμιανού βλ.
www.youtube.com/watch?v=XCQXArp4Snk

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Ζιγκολό:ένας παρακμιακός μύθος



Οι “Blondie” τραγουδούν το “Call me” και ο Τζούλιαν (Ρίτσαρντ Γκιρ), στην πρώτη σκηνή του «American Gigolo», οδηγεί το σπορ αυτοκίνητο του- φορώντας φυσικά Αρμάνι-κατευθείαν στο πεπρωμένο του: μια πλούσια κυρία που τον χρηματοδοτεί με αντάλλαγμα το κορμί του.
Η ταινία «Επάγγελμα ζιγκολό» ,ήταν μια προσπάθεια του σκηνοθέτη Πολ Σρέιντερ να βγάλει το 1980 στο φως τα άπλυτα των αστών της Αμερικής! Απέτυχε παταγωδώς στο σκοπό της κι απλώς έκανε διάσημους τον Γκιρ, τους Blondie και τον Αρμάνι.
Προηγήθηκε ο ζιγκολό Πολ , στο “Πρόγευμα στο Τίφανις», κι ακολούθησαν ο Μάικι στο «Δικό μου Αϊντάχο» κι
ο Τζο στην « Α.Ι. Τεχνητή νοημοσύνη»!

Το…επάγγελμα όμως επανήλθε φέτος δυναμικά στο προσκήνιο χάρη στην παγκόσμια οικονομική κρίση και στον Άστον –με θέλουν όλες-Κάτσερ! Ο νεαρός σύζυγος της Ντέμι Μουρ υποδύεται τον Νίκι, έναν πανέμορφο απατεώνα τον οποίο τρέφουν πλουσιοπάροχα ώριμες κυρίες της καλής κοινωνίας του Λος Άντζελες. Η ταινία «Ζιγκολό» (“Spread”) του σκοτσέζου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μακένζι που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Sundance τον περασμένο Ιανουάριο προβλήθηκε και στους ελληνικούς κινηματογράφους! Παράλληλα στην Αμερική αλλά και σε κανάλι της ελληνικής συνδρομητικής τηλεόρασης προβάλλεται με τρομερή επιτυχία το «Hunk», ένα σίριαλ με πρωταγωνιστή άλλον ζιγκολό, τον Ρέι (Τόμας Τζέιν), ενώ το αρχαιότερο επάγγελμα ασκείται από άντρες και στις πασίγνωστες σειρές «Nip/Tuck”, “Dollhouse” και “Gossip girl”.

* Στο “Spread” ο Νίκι γνωρίζει ένα από τα θύματα του, τη Σαμάνθα (Αν Χεκ), σε κάποιο κλαμπ του Λος Άντζελες! Σύντομα θα εγκατασταθεί στην πολυτελή βίλα της στο Χόλιγουντ αλλά όλα θα ανατραπούν όταν μετά από λίγο καιρό θα ερωτευτεί μια γκαρσόνα, την Χέδερ (Μαργκαρίτα Λίβιεβα).
*O Ρέι του “Hunk”από την άλλη, είναι τελείως διαφορετικός! Προπονητής του μπάσκετ σε ένα Λύκειο, ευνοημένο από τη φύση αρσενικό, γίνεται ζιγκολό εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα του τον έχει χωρίσει, το σπίτι του έχει πάρει φωτιά, τα παιδιά του αδιαφορούν για την ύπαρξη του και το μόνο που του απομένει είναι μια φίλη που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας αλλά προς το παρόν εκτελεί χρέη …τσατσάς. Ο Ρέι δένεται συναισθηματικά με τις πελάτισσες του!
Ο Νίκι κι ο Ρέι έχουν διαφορετική στάση απέναντι στο επάγγελμα αλλά και πολλά κοινά. Για παράδειγμα , η Αν Χεκ, η κινηματογραφική ώριμη πελάτισσα του πρώτου είναι η τηλεοπτική πρώην σύζυγος του δεύτερου.
*Με τον Ρέι μοιάζει και ο Μάρκο, ο ήρωας της ταινίας ¨Η πελάτισσα¨ της Ζοσιάν Μπαλασκό, που βγήκε στις αίθουσες την ‘Άνοιξη επιχειρώντας αναφορές σε δύο κρίσεις, και στην οικονομική που οδήγησε και τον δικό της ήρωα στην πορνεία αλλά και στην κρίση της μέσης ηλικίας.

Η κριτική την αποδοκίμασε αλλά η κοινωνιολογία την δικαίωσε!
«Η κυρία Μπαλασκό και οι υπόλοιποι σκηνοθέτες επανέφεραν στο προσκήνιο ένα αντρικό πρότυπο που συνδέεται με την οικονομική ύφεση» δήλωσαν σοβαρότατοι πανεπιστημιακοί στον Αμερικανικό τύπο και ερμήνευσαν το φαινόμενο ως προϊόν της χειμαζόμενης οικονομίας, από την οποία πλήττονται κατά πρώτον οι χειρώνακτες, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι άντρες. Ιστορικοί του κινηματογράφου υποστήριξαν ότι σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας το σινεμά εστιάζει στους ανθρώπους που δέχονται την πίεση. Στο Κραχ, οι κινηματογραφικοί ήρωες έπαιρναν τα Τόμιγκαν και λήστευαν τράπεζες και μαγαζιά. Τώρα η οικονομική δυσπραγία βγάζει τους άντρες του σινεμά στο πεζοδρόμιο!

Το χειρότερο πεζοδρόμιο και η καλύτερη ταινία με πρωταγωνιστή ζιγκολό πάντως, έγιναν την εποχή της αμφισβήτησης και για λόγους όχι οικονομικούς! Ο Τζό Μπακ (Γιον Βόιτ) βγήκε στους δρόμους της Νέας Υόρκης, γιατί ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσιντσερ, ήθελε εν έτει 1969,να κλείσει με το «Midnight cowboy» τους λογαριασμούς του με το Αμερικανικό όνειρο, επιθυμία την οποία πολλοί συνάδελφοι του έκαναν ταινία εκείνη την εποχή. «Ο καουμπόι του μεσονυχτίου» σόκαρε τους Αμερικανούς, κυρίως λόγω θέματος και όχι σκηνών. Ο Τζόι εξάλλου απεδείχθη ο χειρότερος ζιγκολό του κόσμου. Έφτασε από το χωριό του στο Τέξας στη μεγαλύτερη πόλη της Αμερικής για να βγάλει λεφτά και να γνωρίσει την καλή κοινωνία, και αντ’ αυτού εξαπατήθηκε και από τους πελάτες και από την πόλη! Έμεινε όμως στους σινεφίλ όλου του κόσμου η εικόνα του, ψηλός και ηττημένος να περπατά δίπλα στον κοντό και κουτσό Ντάστιν Χόφμαν , ο οποίος εκνευρισμένος που τον στριμώχνει ένα ταξί στο δρόμο, το χτυπάει φωνάζοντας την ιστορική και επαναλαμβανόμενη στο σινεμά ατάκα «Hey… I’m walking here! I ‘m walking”!


Για το "American gigolo" βλ http://www.youtube.com/watch?v=VRSvVc48-Rk

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Οι αναλώσιμοι της Αμερικής






Όταν ο Στίβεν Σόντεμπεργκ, ο διάσημος σκηνοθέτης της “Έριν Μπρόκοβιτς” , της “Συμμορίας των 11” και του “Τσε” , ανακοίνωσε πέρυσι οτι θα ξεκινήσει τα γυρίσματα της νέας του ταινίας “Girlfriend experience”, όλο το ενδιαφέρον εστιάστηκε στην πρωταγωνίστρια του, την Σάσα Γκρέι. Mια ελληνικής καταγωγής σταρ της βιομηχανίας του πορνό, (της οποίας η αμέσως προηγούμενη ταινία είχε τον αποκαλυπτικό τίτλο “Blow me sandwich 11”), θα υποδύονταν περίπου τον εαυτό της. Μιας συνοδού πολυτελείας στελεχών της Γουόλ Στριτ που αναζητούν επί πληρωμή κάτι παραπάνω από σεξ και κάτι λιγότερο από οικογένεια.
Το φιλμ έπρεπε να βγει στο Φεστιβάλ της Τριμπέκα , στο Μανχάταν, για να επισημάνουν τα αμερικανικά μέσα οτι στο φόντο της ταινίας είναι παρών ο οικονομικός κατήφορος της Γουόλ Στριτ και η Αμερική της οικονομικής κρίσης. “Είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ” είπε ο δημιουργός του και εξέφρασε την ικανοποίηση του που είδε στο Φεστιβάλ ταινίες για την οικονομία και τις συνέπειες της κρίσης στη ζωή των ανθρώπων, όπως το ντοκιμαντέρ “American Casino” των Λέσλι και Άντριου Κόκμπερν, η το “The Good guy” του Τζούλιο Ντε Πιέτρο, μια εκ των έσω ματιά στην κουλτούρα της Γουόλ Στριτ και στο τι σημαίνει καλοσύνη στον κόσμο των μπρόκερς.
Την παράσταση όμως έκλεψε , σε εντυπώσεις και προβολή, η ταινία του ζεύγους Κόκμπερν, το οποίο παρουσίασε μια ενδελεχή έρευνα στον κόσμο των στεγαστικών δανείων, δηλαδή στο σημείο μηδέν της κρίσης: όταν η αγορά έπαιξε ρουλέτα στην αγορά κατοικίας το σύστημα έπεσε.
Η Λέσλι Κόκμπερν , δημοσιογράφος του CBS με μεγάλη πείρα στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ, προείδε το μέγεθος αυτού που ερχόταν και ξεκίνησε με τον παραγωγό σύζυγο της να ετοιμάζει το “American casino” από τον Ιανουάριο του 2008, τότε που απλώς είχε διαπιστωθεί πόσο μακριά βρισκόταν η Γουόλ Στριτ από τους υπόλοιπους εμπορικούς δρόμους της Αμερικής, όπου καθημερινοί άνθρωποι και όχι χρηματιστές έβγαζαν λίγα ή πολλά χρήματα.
Συνηθισμένη σε δημοσιογραφικές αποστολές στο Αφγανιστάν ή τη Βοσνία, η δημοσιογράφος αδυνατούσε να πιστέψει αυτά που κατέγραφαν οι κάμερες. Ολόκληρες κομητείες στην Καλιφόρνια μισοερειπωμένες , με άδεια σπίτια, γεμάτα τεράστια ποντίκια, ακριβώς όπως στο Μογκαντίσου. Με τις πισίνες να έχουν μετατραπεί σε βρώμικα βαλτόνερα γεμάτα μολυσματικά κουνούπια ,φίδια και βατράχια.
Το ρεπορτάζ στην ταινία ξεκινάει από τους πρώην ιδιοκτήτες αυτών των σπιτιών και κλιμακώνεται προς τα άνω. Μιλούν για την κρίση αυτοί που έχασαν το σπίτι τους, στη συνέχεια αυτοί που έχασαν τις δουλειές τους, αυτοί που ήταν χρηματιστές και δεν είναι πια, οι τραπεζίτες που προώθησαν τα τοξικά ομόλογα και τέλος οι ανέγγιχτοι της κορυφής , αυτοί που έχουν ετήσιο εισόδημα πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια. Οι φτωχοί κοιτούν το φακό, οι πλούσιοι μιλούν “πλάτη” , διότι για πρώτη φορά στις ΗΠΑ μετά το Μεγάλο Κραχ, ο πλούτος έγινε πρόκληση. Οι συζητήσεις που άνοιξαν για το “American casino”, αφορούν κυρίως μια υποψία που κατέστη βεβαιότητα στα ρεπορτάζ της Βαλτιμόρης. Στο μεγάλο λιμάνι του Ατλαντικού, στην πολιτεία του Μέριλαντ, που ζούσε κάποτε από τις κατασκευές αλλά τώρα πια της έχει μείνει μόνο η φήμη για τις μεγάλες της χαλυβουργίες και τους μεθυσμένους ναύτες, η κρίση είναι «μαύρη». Στατιστικά καταγεγραμμένο, και με κυβερνητική επιβεβαίωση, η ταινία διαπιστώνει οτι οι μαύροι της μεσαίας τάξης που έχασαν τα σπίτια τους χάρη στα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου είναι τέσσερις φορές περισσότεροι από τους λευκούς, γιατί στοχοποιήθηκαν από την αρχή ως αναλώσιμα θύματα. Όλα τα μέσα ενημέρωσης έφεραν στο προσκήνιο το ντοκιμαντέρ των Κόκμπερν εξαιτίας αυτής της αποκάλυψης που θορύβησε το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον, το οποίο νόμισε οτι οι Ομπάμα έλυσαν το φυλετικό ζήτημα της Αμερικής, απλώς και μόνο επειδή είναι εδώ. Φυσικά οι αλήθειες ήταν πάντοτε πιο σκληρές από τους μύθους, ακόμη και στην Αμερική, όπου από την εποχή του τυφώνα Κατρίνα οι φυσικές καταστροφές επέλεγαν τάξεις και φυλές.
Το “American casino” χάρη στην ιστορία της Βαλτιμόρης, βρήκε διανομέα και θα παίξει στις αίθουσες της Αμερικής. Πιθανόν να βρει το δρόμο του και προς την Ευρώπη, όπως οι ταινίες του Μάικλ Μουρ. Θα σοκαριστούμε κι εμείς, όχι από τον κυνισμό του χρηματιστή που χαρακτηρίζει ηλίθιους όλους αυτούς που ο ίδιος δανειοδότησε γνωρίζοντας οτι είναι χαμένοι, αλλά , όπως λέει η δημιουργός του, από τη βεβαιότητα του οτι αυτό που έκανε ήταν και το σωστό. Η αγορά οφείλει μια παραδεκτή ηθική, το είχε πει και ο Άνταμ Σμιθ, αλλά πάντοτε οι μπρόκερ μάθαιναν μόνο τη βασική του θεωρία, ότι έπρεπε δηλαδή να είναι ελεύθερη!

Το Αιγαίο είχε και ζόμπι!








Η Νία Βαρντάλος ήταν φυσικό να καταλήξει το καλοκαίρι που μας πέρασε στο “Έρωτας αλά Ελληνικά”, ξεναγός στην Ακρόπολη! Το επώνυμο της αλλά , κυρίως, τα εκατομμύρια δολάρια που κέρδισε με την πρώτη της ταινία, το «Γάμος αλά ελληνικά», μας είχαν προϊδεάσει ότι θα ερχόταν στην Ελλάδα για να κάνει το «νταμπλ». Στο πλευρό του Πούπι, κατά κόσμο Αλέξη Γεωργούλη, ήλπιζε ότι ο κόσμος δεν βαρέθηκε ούτε τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, ούτε τις ελληνικές αρχαιότητες, τις οποίες ο σκηνοθέτης της ταινίας Ντόναλντ Πέτρι κινηματογράφησε υπουργική αδεία. Πολύς και καλός κόσμος εξάλλου έχει περάσει από δω κάνοντας γκραν σουξέ, ήδη από το 1957, τότε που η Σοφία Λόρεν γινόταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες της εποχής για τα γυρίσματα στην Ύδρα της ταινίας «Το παιδί και το δελφίνι»! Ή όταν ο «Ναύτης του Γιβραλτάρ» με τη Ζαν Μορό στον Πειραιά γινόταν θέμα, το 1967, στα Κινηματογραφικά Επίκαιρα, κι ο Άντονι Κουίν έφτανε με τρένο στην Αθήνα λίγο πριν πάει στη Ρόδο για τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» ή στην Κρήτη για το «Ζορμπά»! Η Μύκονος ήταν το νησί της «Σίρλεϊ Βαλεντάιν», η Κεφαλονιά έγινε τουριστικός προορισμός χάρη στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και η Αμοργός αγαπήθηκε διεθνώς χάρη στο «Απέραντο γαλάζιο»! Πέρυσι έγιναν διάσημες η Σκιάθος και η Σκόπελος με το «|Mama mia».
Αλλά... αν από το Παναθηναϊκό στάδιο πέρασε η Τζέιν Μάνσφιλντ (“Συνέβη στην Αθήνα”) στη Σέριφο έζησε ένας εκ των διασημοτέρων ανθρωποφάγων του λεγόμενου «καλτ» κινηματογράφου! Και στη Μύκονο, εκτός από τα πάθη της μεσήλικης Βρετανίδας με το όνομα Σίρλεϊ, άνθισε και ο μεγάλος έρωτας ενός από τα πιο καυτά κινηματογραφικά ζευγάρια του Μπόλιγουντ! Στη Ρόδο του Κουίν κατέληξε για να βρει τον ψαρά πατέρα του , και νεαρός Σουηδός με το ορεκτικό- όνομα Τσατσίκι!
Και αυτό το σινεμά φιλοξενήθηκε στο Αιγαίο! Λιγότερο γνωστό, λιγότερο εκλεκτό;
Στο Μπόλιγουντ θα διαφωνούσαν! Το “Chalte Chalte” μια ταινία από την Ινδία γυρισμένη σχεδόν ολόκληρη στην Ελλάδα , απέφερε στην παραγωγό εταιρία το 2003 εκατομμύρια δολάρια και στους πρωταγωνιστές της, Shahrukh Khan και Rani Mukerji, λεφτά και δόξα. Οι κριτικές για τις ερμηνείες ήταν μέτριες, αλλά αν κατοικείς δυτικά της Βομβάης δεν νοιάζεσαι καθόλου! Η υπόθεση ήταν το κλασικό ινδικό θέμα των παρεξηγήσεων που εμποδίζουν έναν έρωτα να έχει αίσια έκβαση, υπήρχε πολύ μουσική , ινδικός χορός με φόντο τη Μύκονο, την Πάρο και τους Δελφούς ! Ακούγεται κιτς;
Υπήρξε και χειρότερη εκδοχή, από συμπαραγωγή τω Σκανδιναβικών χωρών, με το όνομα “Tsatsiki”. Αν το μυαλό ενός Έλληνα πηγαίνει κατευθείαν στο γνωστό έδεσμα, το μυαλό μιας Σουηδέζας κάνει το τζατζίκι όνομα και το δίνει στο γιό της, παιδί του καλοκαιρινού της έρωτα με έναν ψαρά χταποδιών από τη Ρόδο. Πολλές Σουηδέζες το έπαθαν αυτό τη δεκαετία του '80, είκοσι χρόνια αργότερα η σκηνοθέτης Ella Lemhagen το έκανε ταινία με τεράστια επιτυχία στη χώρα της και πολλά διεθνή βραβεία. Ο “Tsatsiki” ήρθε στη Ρόδο να βρει το μπαμπά και το ταξίδι αυτό έγινε τόσο δημοφιλές στη Σκανδιναβία που γυρίστηκε και δεύτερη ταινία με τον χαριτωμένο μπόμπιρα να αναζητεί με χιούμορ τις ρίζες του την ώρα που η μαμά του προσπαθούσε να κάνει καριέρα στο σουηδικό ελαφρό τραγούδι.


Οι χαριτωμένες περιπέτειες του μικρού Τσατσίκι Γιόχανσον στη Ρόδο είναι παντελώς άγνωστες σ' εμάς όπως και οι τρομακτικές περιπέτειες στη Σέριφο, της Τζούλι, του Άντι και της Μάγκι, των πρωταγωνιστών της ταινίας “Antropophagus” του Τζο Ντ' Αματο, του “πιο κακού σκηνοθέτη του κόσμου”. Μια παρέα, κατά το σενάριο, επισκέπτεται ένα νησί του Αιγαίου το οποίο κατοικείται μόνο από μια τυφλή γυναίκα, που υποστηρίζει οτι όλοι οι κάτοικοι έγιναν γεύμα ενός ανθρωποφάγου. Οι υπέροχες ακρογιαλιές πράγματι αποτελούν το ιδανικό κοντράστ με τον τρόμο που γεννά το θέμα της ταινίας, η οποία όμως δικαιώνει απολύτως όσους έχουν χαρακτηρίσει τον Ιταλό σκηνοθέτη τελείως άτεχνο, “καλό μόνο για να γυρίζει τσόντες”. Όλο αυτό το χάλι του “Ανθρωποφάγου¨όμως, αποτελεί διεθνώς σημείο αναφοράς για τους λάτρεις του λεγόμενου πατριάρχη του Ιταλικού trash φιλμ. Το Ίντερνετ είναι γεμάτο με αγγελίες θαυμαστών που αναζητούν ακόμη την πρωτότυπη , χωρίς κοψίματα , εκδοχή της ταινίας , η οποία περιέχει εκτός των άλλων και ανθρωποφαγία εμβρύου.
Όλοι αυτοί , έχουν δει στην αρχή της ταινίας, πριν το πρώτο αίμα και χωρίς άδεια, σε μακρινό πλάνο την Ακρόπολη. Όπως το 1989 το mainstream κοινό, την είδε «νομίμως» στο “New York Stories”, υπό την καλλιτεχνική ματιά του Κόπολα, και όπως το καλοκαίρι που μας πέρασε την είδαμε όλοι έξοχα και νόμιμα κινηματογραφημένη, αλλά εντός μιας αδιάφορης ταινίας!

PS. Για τον "Ανθρωποφάγο" βλ. http://www.youtube.com/watch?v=JFUgqt9yrAw

«Singin’ in the rain» στο Μπάντμιντον



Το 1952 ο Τζιν Κέλι, δημιούργησε και ερμήνευσε το πιο διάσημο νούμερο στην παγκόσμια ιστορία του μιούζικαλ: το χορευτικό του “Singin’ in the rain”! Η πασίγνωστη μελωδία που χόρεψε υπό βροχή, στην ομότιτλη ταινία που συνσκηνοθέτησε με τον Στάνλεϊ Ντόνεν, συνόδεψε τα θεσπέσια βήματα του προς την αθανασία!

Ο Κέλι ήταν σαράντα ετών, είχε σαράντα πυρετό στο γύρισμα και δεν κατάλαβε ότι η εικόνα του σ’ εκείνη τη σκηνή θα γινόταν σημαίνον κομμάτι της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης. Πάντα έλεγε εξάλλου ότι ήταν καλύτερος όχι στο «Ένας αμερικανός στο Παρίσι» όπως θα μπορούσε να εικάσει κάποιος, αλλά στο «Τρία κορίτσια και τρεις ναύτες» («On the town»), την πρώτη κοινή σκηνοθετική του δουλειά με τον Ντόνεν και συμπρωταγωνιστές το Φρανκ Σινάτρα και τη Μέριλιν Μονρό. Η αλήθεια είναι ότι το “Τραγουδώντας στη βροχή” άρεσε αλλά δεν ενθουσίασε το κοινό ( 8o στο box office εκείνη τη χρονιά) και δεν πήρε κανένα Όσκαρ. Η ιστορία όμως αποκατέστησε τα πράγματα. Θεωρείται πλέον το καλύτερο μιούζικαλ όλων των εποχών, και η καλλιτεχνική του αξία αναγνωρίστηκε με την ύψιστη για τους Αμερικανούς διάκριση, την ένταξη του στον κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Αμερικανικού κογκρέσου με τους εθνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς.





57 χρόνια μετά την πρώτη του προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες, το «Τραγουδώντας στη Βροχή» στη θεατρική του εκδοχή, έρχεται στην Ελλάδα. Στις 21 Οκτωβρίου ανεβαίνει για οκτώ παραστάσεις στο θέατρο «Μπάντμιντον» με πρωταγωνιστή τον αμερικανό Τιμ Φλέιβιν , ο οποίος μένει πιστός στις χορογραφίες του Τζιν Κέλι και στο άρωμα της ταινίας του ’52. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι σε σκηνοθεσία της Άλισον Πόλαρντ. Η σκηνοθέτης πάτησε πάνω στην αλυσίδα των θεατρικών μεταφορών του μιούζικαλ που έχει την αρχή της στη δεκαετία του ’80, τότε που ένας δικηγόρος από το Σικάγο, ο Μορίς Ρόζενφιλντ έπεισε την Metro-Goldwyn-Mayer να του παραχωρήσει τα δικαιώματα της ταινίας προκειμένου να ανεβάσει μια θεατρική της εκδοχή στο Μπρόντγουεϊ. Τελικά το μιούζικαλ ανέβηκε στο Λονδίνο υπό την εποπτεία του συγγραφικού διδύμου της ταινίας, των Betty Comden και Adolph Greene. Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης του 1983, Τόμι Στιλ, είχε παρακολουθήσει την ταινία 130 φορές, οι συγγραφείς έκαναν μόνο τις απαραίτητες μετατροπές και κάπως έτσι το θεατρικό “Singin’ in the rain” έμεινε γνήσιο τέκνο του κινηματογραφικού αριστουργήματος.

Η υπόθεση φυσικά είναι η ίδια: Πρωταγωνιστικό ζευγάρι του βωβού κινηματογράφου καλείται να περάσει με επιτυχία στον ομιλούντα. Πρώτος και καλύτερος ο μεγάλος σταρ Ντον Λόκγουντ ( στην ταινία ο Τζιν Κέλι, στη θεατρική εκδοχή ο Τιμ Φλέιβιν), ο οποίος μετατρέπει την τελευταία του βουβή ταινία σε ομιλούσα με μεγάλη επιτυχία εν αντιθέσει με τη συμπρωταγωνίστρια του Λίνα Λαμόντ (Τζιν Χάγκεν στο σινεμά, στην παράσταση η Έιμι Γκρίφιθς) η οποία έχει απαίσια φωνή και χρειάζεται ντουμπλάρισμα. Αυτό το ρόλο αναλαμβάνει η καλλίφωνη Κάθι Σέλντεν, την οποία ερμήνευσε στο πλευρό του Τζιν Κέλι η Ντέμπι Ρέινολντς, δεκαεννιά ετών τότε και πρωτοεμφανιζόμενη. Στο θέατρο θα δούμε την ανερχόμενη βρετανίδα Τζέσικα Παντς! Η Κάθι και στο σινεμά και στη σκηνή ανατρέπει τη συναισθηματική ισορροπία των πρωταγωνιστών, κοινώς κάνει τη Λίνα να καταλάβει ότι δεν είναι ερωτευμένη με τον Ντον και τον Ντον να καταλάβει ότι είναι ερωτευμένος με την Κάθι.

Η κινηματογραφική εκδοχή είχε και μια δεύτερη ανάγνωση, όπως άλλωστε πολλά αριστουργήματα που στο πίσω πλάνο διηγούνται τις μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων. Το «Τραγουδώντας στη βροχή» αποτελεί μια εξαιρετική σπουδή πάνω στην αλλαγή που φέρνει η τεχνολογία στη ζωή, όχι μόνο στην ανάγκη προσαρμογής του ανθρώπου σε αυτήν για βιοποριστικούς λόγους, αλλά και στην αλλαγή του έσω κόσμου του. Όλη αυτή η προβληματική ξετυλίγεται μέσα από μια υπέροχη ιστορία, που υμνεί τη χαρά, την παιδικότητα που έχει χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ένα δυνατό μύθο. Που έχει επίσης χαριτωμένες εκτός σκηνής ιστορίες, όπως ότι ο Τζιν Κέλι βρεχόταν την ώρα που χόρευε και τραγουδούσε το Singin’ in the rain όχι μόνο με νερό αλλά και με γάλα για να γράφει καλύτερα η βροχή στην κάμερα και να κολλάει το κοστούμι του.

Η βροχή έγραψε και θεατρική ιστορία. Σε μία από τις παραστάσεις του Singin’ in the Rain στο θέατρο London Palladium χάλασε ο μηχανισμός και οι τεχνικοί εμφανίστηκαν στη σκηνή με μάνικες, κάνοντας αναγκαστικά ..παπί τον Τόμι Στιλ, την ώρα που τραγουδούσε το «Singin’ in the rain», το οποίο , για την ιστορία , δε γράφτηκε για την ταινία! Αντιθέτως η ταινία γυρίστηκε γι αυτό και γι άλλα τραγούδια που ο παραγωγός της Άρθουρ Φριντ είχε γράψει μαζί με τον συνθέτη Νάτσιο Χερμπ Μπράουν , είκοσι χρόνια πριν. Ακούστηκε δε, πρώτη φορά, στην ταινία «Hollywood revue” το 1929, ενώ το τραγούδησε και η Τζούντι Γκάρλαντ το 1940 στην ταινία «Little Nellie Kelly”. O Τζιν Κέλι , το έκανε το ‘52 συνώνυμο της χαράς και του έρωτα. Και το ’71 ο ιδιοφυής Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» ( ένα δοκίμιο για τη βία) του έδωσε κόντρα ρόλο. Το “Singin’ in the rain” το τραγούδησε- και το χόρεψε- ο πρωταγωνιστής του , Άλεξ, στην περίφημη σκηνή του βιασμού!